Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

ΓΙΑ ΕΝΗΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΆ
"Η τέχνη είναι κατά βάθος η πιο έγκυρη, δηλαδή η πιο αισιόδοξη εκδοχή της υπαρξιακής μας θλίψης"
Υπάρχει μια τέχνη που διακοσμεί και υπάρχει μια τέχνη που αμφισβητεί την ευκολία της διακόσμησης. Και οι δύο εκφράσεις είναι νόμιμες απλώς η δεύτερη παρωθεί δυναμικά τον θεατή να απαλλαγεί από τις βολικές ασφάλειες του, από τις ευκολίες του και τον μυεί στην ουσιαστική σημασία της τέχνης. Εκείνη η τέχνη που - τουλάχιστον - προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο και όχι απλώς να τον κάνει να φαίνεται τακτοποίησιμος ή , ακόμα χειρότερα, "τακτοποιημένος".
Μια τέτοια ποιητική "αταξία " εν χώρω είναι και η έκθεση - εγκατάσταση που έστησε ο καλλιτέχνης Βασίλης Καβουρίδης στο παλιό λιμάνι της Μυκόνου με τίτλο Praxis of Progress και χορηγία της dac ( design art progress ).
Στους δύο ορόφους ενός κτηρίου εκτός λειτουργίας, του παλιού επιβατικού σταθμού του νησιού, ο Καβουρίδης σαν τους παλιούς ντανταϊστές σκηνογραφεί θεματικές ενότητες και δραματοποιεί χώρους παίζοντας άλλοτε με το τραγικό κι άλλοτε με κωμικό πρόσωπο της έκφρασης. Πίνακες, γλυπτά, κατασκευές, εγκαταστάσεις, βιντεοπροβολές, σχέδια, μινιατούρες (!) καλύπτουν όλα τα επίπεδα του εκθεσιακού κτίσματος δημιουργώντας την ατμόσφαιρα ενός Δωματίου Θαυμάτων, μιας Wunderkammer που μαγικά αποκαλύφθηκε στο νησί των ανέμων (και της εκζήτησης). Με την αθωότητα μικρού παιδιού αλλά και με την επίγνωση του ενήλικα που γνωρίζει ότι η αθωότητα δεν συμβαδίζει με τέτοιους χαλεπούς καιρούς, ο Καβουρίδης πενθεί με τα καμμένα δοκάρια του και τα παλιά χρησιμοποιημένα παιχνίδια για την φθορά των πραγμάτων αλλά και γιορτάζει το ακαταδάμαστο άνθισμα της Φύσης με τα ευφορικά, παστόζικα λουλούδια του. Ανοιχτός σε επιδράσεις και διάλογο δείχνει στα έργα του τις εικαστικές του αγάπες ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στις ελεύθερες, εξπρεσιονιστικές γραφές και την προοπτική αυστηρότητα της Αρχιτεκτονικής. Διαλέγεται άφοβα με τον διεθνή και τον εγχώριο μοντερνισμό χωρίς να φοβάται να δείχνει τις επιρροές που έχει δεχτεί.
Από την μία οι δάσκαλοι του ο Ζιώγας, ο Κοντοσφύρης κι από την άλλη ο μυθικός Θανάσης Τσίγκος ή ο επικός της χρωματικής σπάταλης Αχιλλέας Χρηστίδης, η ιέρεια Wieira da Silva, ο Albers κλπ.
Θεατρικότητα, έλλειψη σοβαροφάνειας, πειραματική διάθεση, συνεχείς εκπλήξεις του θεατή ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, το φως και τα παιχνίδια του σκοταδιού, της διαφάνειας και της συμπάγειας, των ήχων και των ηχείων της σιωπής είναι τα χαρακτηριστικά μιας έκθεσης άκρως παιδαγωγικής που μπορούν να χαρούν πάντως εξίσου ενήλικες και παιδιά. Δηλαδή οι συνειδητοποιημένοι πολίτες του αύριο... Η ευθύνη μας.


Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Ένα κορίτσι που το έλεγαν Μαρία

Στην μνήμη της μάνας μου Βαρβάρας που κοιμήθηκε πριν έντεκα χρόνια 

Μια Μαρία κλέβει όλων τις καρδιές στην όπερα του Bernstein - και αργότερα στη δημοφιλέστατη ταινία - West Side Story. Μια Μαρία έχει επίσης κατακτήσει εδώ και δυο χιλιετίες τη
τις ψυχές ολόκληρης της Δύσης (το χλωμό της αντίστοιχο στο Ισλάμ είναι ίσως η Φατίμα). Πρόκειται για την Παναγία των ορθοδόξων, τη Santa Maria των καθολικών, το απόλυτο αρχέτυπο της μητέρας που θήλασε τον Σωτήρα του κόσμου με το γάλα του ουρανού όπως η Ήρα το μικρό Ηρακλή. Η Παρθένος της Ναζαρέτ εξανθρωπίζει το ισόπλευρο τρίγωνο της χριστιανικής τριαδικής Θεότητας, εμποτίζοντάς το με το αίμα, το δάκρυ αλλά και το γέλιο των ανθρώπινων όντων. Μια γυναίκα, μ’ άλλα λόγια, δίνει ουμανιστική υπόσταση στο δογματικό δίδυμο των αρρένων Πατρός και Υιού. Οι καθολικοί μάλιστα για να εξυψώσουν ακόμη περισσότερο την ιερή παρθένα, υποστήριξαν με φανατισμό το δόγμα της “αμώμου συλλήψεώς” .Της “immaculata concoeptio”. Στην χριστιανική  εικονογραφία η Παναγία δεσπόζει και αποδίδεται, -αν και σε άπειρες παραλλαγές όπως είναι φυσικό - με δυο βασικούς τρόπους: Αυτόν της Γλυκοφιλούσας, δηλαδή της τρυφερότατης μεταφοράς της μητρικής στοργής  όπου το Βρέφος ακουμπάει την παρειά του στο μάγουλο της μάνας του και αυτόν της Πιετά, δηλαδή της αποσβολωμένης γυναίκας που κρατάει νεκρό, τον Θεάνθρωπο γιό της της σε μιαν άδεια αγκαλιά. 

Βυζαντινές εικόνες της παλαιολόγειας εποχής με Οδηγήτριες ή Βρεφοκρατούσες θα πλημμυρίσουν την προαναγεννησιακή Ιταλία ή την Ρωσία του Θεοφάνους του Γραικού και θα εντοπίζονται σήμερα ως Παλλάδια στα ιερά διάσημων ναών (π.χ. στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας και τον Άγιο Πέτρο της Ρώμης). Αυτές οι υπερβατικές αλλά και τόσο πραϋντικές μορφές θα αντικατασταθούν λίγο μετα από τις γήινες μικρές Μαντόνες του Giovanni Bellini, του Raphael, του Giorgione έως την σύγχρονη Ολίβια Χάσεϊ του σκηνοθέτη Franco Zeffirelli. Στις βυζαντινές “Κοιμήσεις” πάλι  αλλά και στην περίφημη εικόνα του Γκρέκο στη Σύρο συνυπάρχουν, δογματικώς άψογα, τόσο το νεκροκρέββατο της Παρθένου με τους Αποστόλους συναθροισθέντας ενθάδε όσο και η θριαμβική Μετάστασή της στο ανώτερο μέρος της σύνθεσης με τις πύλες του Ουρανού διάπλατες για να την υποδεχτούν. Αντίστοιχα ο Caravaggio θα ζωγραφίσει την Κοίμηση απόλυτα γειωμένη με το απόλυτο του θανάτου να δεσπόζει  έχοντας ως μοντέλο το κορμί μιας πόρνης που βρέθηκε πνιγμένη στον Τίβερη και τους Αποστόλους γύρω να θρηνούν γοερά (Λούβρο). Ο Tiziano πάλι, ο Carracci αλλά και ο Γκρέκο αποδίδουν με την θεατρική μπαρόκ οπτική του sotto in su (δηλαδή το θέμα ειδωμένο από κάτω προς τα πάνω σαν σε σκηνή θεάτρου) την Θεοτόκο να υψώνεται μεγαλόπρεπα στις πτέρυγες αγγέλων και συννέφων στους ουρανούς πάνω από το άδειο της Τάφο και εμπρός στα εκστατικά μάτια των Αποστόλων.

 Η Παναγία πρωταγωνιστεί συμβολικά σε δυο έργα που σηματοδοτούν αντιθετικά τις απαρχές της νεοελληνικής τέχνης όπως αυτή μορφοποιείται αμέσως μετά την Άλωση. Από τη μια ο μυθικός γενάρχης της καθ´ ημάς εικονοποιίας Αγγελος Ακοτάντος, κρητικός ζωγράφος της εποχής της Αλώσεως και οπαδός της ένωσης των δυο εκκλησιών (!) ζωγραφίζει μια μικρομέγαλη Παναγία να προσφέρει το κρίνο στη μητέρα της Αγία Άννα ως προφανή αναφορά της αμώμου συλλήψεως που εξήγησα πιο πάνω (Μουσείο Μπενάκη). Από την άλλη, ο άλλος γενάρχης της εξευρωπαϊσμένης μας ζωγραφικής και ιδρυτής της Επτανησιακής σχολής, ιππότης Παναγιώτης Δοξαράς, αποδίδει την Αγία Οικογένεια με τους γλυκασμους του Correggio (Εθνική Πινακοθήκη). Έκτοτε ο μεταβυζαντινός και ο δυτικός τρόπος του ζωγραφίζειν κονταροχτυπιούνται ως σήμερα με θέμα - πρόσχημα την Παναγία και τη μητρότητα αλλά ουσιαστικό διακύβευμα την ιδεολογική ηγεμονία πάνω στη γλώσσα των αισθητικών μορφών. Κι αν ο Fernand Braudel έχει δίκαιο όταν  ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει πολιτισμός χωρίς γνώση της ιστορίας κι ούτε ιστορία χωρίς τη συνείδηση της παράδοσης, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα πως και από τι πάσχει η ολιγόζωη και πανταχόθεν βαλλόμενη “εθνική σχολή” μας. 

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα το πεδίο μάχης μεταφέρεται στις Πλατυτέρες των ιερών των νεόδμητων ναών που ανοικοδομούσαν ασταμάτητα οι ξένοι και οι ντόπιοι αρχιτέκτονες του νεαρού Βασιλείου. Από την Ρωσική Εκκλησία όπου δουλεύουν ο Ludwig Thiersch και ο Νικηφόρος Λύτρας ως την Χρυσοσπηλιώτισσα, την Αγία Ειρήνη, τον Άγιο Γιώργο Καρύτση που αγιογραφούν καλλιτέχνες ναζαρηνών αντιλήψεων ( Χατζηγιαννόπουλος, Αρτέμης, Φανέλλης, Λεμπέσης κλπ.), ένα ανταγωνιστικό παιχνίδι αισθητικής υπεροχής εξελίσσεται σταθερά για να κορυφωθεί στις αρχές του 20ου αιώνα με την “διαμάχη” του νεωτεριστή Κωνσταντίνου Παρθένη και του απολογητή της παράδοσης Φώτη Κόντογλου. Ο πρώτος μεταξύ των άλλων αγιογραφεί τον Άγιο Αλέξανδρο Π. Φαλήρου και ο δεύτερος τον Άγιο Γεώργιο Κυψέλης, την Καπνικαρέα και την εξαίσια Ζωοδόχο Πηγή στην Παιανία. Είναι πάντως γεγονός ότι μετά την θεοκεντρική τέχνη του Βυζαντίου το θέμα της Παναγίας εκκοσμικεύεται σαν ένα είδος διαφήμισης της μητρότητας πράγμα που κυριαρχεί και στην μικροαστική αισθητική των ηθογράφων της λεγόμενης Σχολής του Μονάχου, μια γλυκανάλατη δηλαδή φόρμα που ξεκινά από τις αβροδίαιτες Βαυαρές μητέρες του Γύζη και του Ιακωβίδη για να καταλήξει φυσιολογικά στην αισθητική των σύγχρονων διαφημίσεων για βρεφικές πάνες και τροφές! Αυτές με τα ροδαλά μωρά και τις μητέρες - μοντέλα… 
Αν ξεχώριζα κάτι από την τέχνη αυτής της περιόδου, θα ήταν ασφαλώς το κλασσικίζον ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, νεανικό έργο του Γιαννούλη Χαλεπά ( 1851- 1938 ) που μάλιστα ένας πρόσφατος καθαρισμός του αποκάλυψε το δακτυλικό αποτύπωμα του ιδιοφυούς πλην βασανισμένου γλύπτη και το περίφημο “Τάμα” που ζωγράφισε σε τρεις εκδοχές ο Νικόλαος Γύζης (1842 - 1901). Πρόκειται για το ρομαντικό θέμα μιας μάνας που οδηγεί σε ένα ορεινό εξωκκλήσι την καρδιοπαθή κόρη της. Εδώ ο χρωστήρας του Τήνιου συναντά την πένα του Σκιαθίτη.

Η Θεοτόκος δεν αποδίδεται όμως μόνο ως νεαρή παρθένα. Είναι και η βασανισμένη μάνα, αυτή που στα αλήθεια σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου. Σαν την μεγάλη γλύπτρια Καίτε Κόλβιτς, μια σύγχρονη Παναγία που έζησε τη φρίκη ενός σκοτωμένου γιου ήδη από την έναρξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Το δραματικό σύμπλεγμα της Μάνας που αγκαλιάζει σαν να θέλει να ξανασπρώξει στη μήτρα της τον νεκρό, τοποθετήθηκε στο Μνημείο των Πεσόντων στο Βερολίνο ως σύμβολο της ενοποιημένης Γερμανίας. Αυτή η Πιετά έχει στοιχειώσει στην φαντασία και των δικών μας προοδευτικών καλλιτεχνών που επεχείρησαν να αποδώσουν τη μάνα της Κατοχής και του Εμφύλιου, δηλαδή την γυναίκα της απόλυτης οδύνης και της αέναης προσφυγιάς. Χαρακτηριστικά αναφέρω την Άννα Κινδύνη, τον Ηλία Φέρτη, τον Γιώργο Ζογγολόπουλο, τον Χρήστο Καπράλο, τον Κώστα Βαλσάμη κλπ. 
Για την σύγχρονη τέχνη το θέμα “ Παναγία “ είναι σχεδόν απαγορευμένο λόγω … κατάχρησης κατά το παρελθόν. Παρ´ όλα αυτά υπέροχες μητρότητες μάς έχουν δώσει ο Ι. Μόραλης - Η Έγγυος της Εθνικής Πινακοθήκης -, ο Σπύρος Βασίλειου, ο Χρήστος Καπράλος - η υπερμεγέθης αγρότισσα  Μάνα στη Βουλή των Ελλήνων - ο Κώστας Τσόκλης κλπ. Θα σταθώ μόνο σε δυο έργα: Στην Έγγυο Σελήνη με την κοιλιά που αποθηκεύει το ηλιακό φως για να το “αποδώσει” την νύχτα  που έστησε ο Δημήτρης Αληθεινός στην Ασσίζη και την Μητρότητα με το κεφάλι Μαντόνας που κρατάει με προσήλωση την καρποφόρα της κοιλιά που έστησε ο Πέτρος Δελλατόλας στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού για την έκθεση “ Γενέθλια Γη - Αναφορά”.

Και σκέφτομαι τώρα πως πέρα από την τέχνη, δηλαδή την ανά - παράσταση,  παντού στον κόσμο, κάθε στιγμή μια πραγματική Μαρία γεννάει με πόνο αλλά και άφατη ανακούφιση τον μικρούλη γιο της  σαν μια αντίσταση στο κακό και την βία που καιροφυλακτούν.

Μάνος Στεφανίδης

Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Ποιός είσαι;


Ποτέ γνωρίζουμε καλύτερα τον άλλον; Όταν είμαστε μαζί του ή όταν έχουμε χωρίσει; Όταν τον κρατάμε στην αγκαλιά μας και αισθανόμαστε κατάβαθα τη γλύκα της ασφάλειας ή όταν πια έχει φύγει χτυπώντας με οργή την εξώπορτα πίσω του; Ειλικρινά δεν ξέρω. Αν και γνώρισα στα αλήθεια κάποιους ανθρώπους, όταν πια είχε μπει ανάμεσά μας, σαν σύννεφο ομίχλης, η απόσταση και ο χρόνος. Τους είδα όπως ήταν όταν δεν τους έβλεπα πια! Για να συνειδητοποιήσω, κάπως αργά, ότι ήμουν μαζί με κάποιον άλλον.Ίσως και για χρόνια. Κάποιον που δεν υποπτευόμουνα και που ο συναισθηματισμός μου - αλλιώς εθελοτυφλία - μ´ εμπόδιζε να γνωρίσω.Απ' την άλλη, πιστεύω πως κάθε γνωριμία, κάθε σχέση είναι ένα είδος άσκησης για τη μεγάλη σχέση που θάρθει κάποτε. Αν έρθει. Έτσι είναι...Χρησιμοποιούμε τους άλλους και μάς χρησιμοποιούν ανεπίγνωστα ώσπου να εμφανιστεί εκείνος ο άλλος που θα γίνει δικός. Για το ελάχιστο διάστημα που διαρκεί η αιωνιότητα των ανθρώπων.
Έτσι είναι..Ως τότε θα ερωτευόμαστε ένα φάντασμα, το manequino εκείνο, σαν τα ανθρωποειδή του De Chirico, που έχουμε φτιάξει τόσο με τα χέρια, δηλαδή με τα πραγματικά γεγονότα, όσο και με τη φαντασία μας. Τον πραγματικό σύντροφο όμως θα τον γνωρίσουμε, αν τον γνωρίσουμε, μόνο μετά. Μόνο με την απόσταση ανάμεσά μας.
Χωρίς τα γλαρωμένα βλέμματα ή τα υγρά χείλια. Χωρίς τα λόγια, προπάντων αυτά, αλλά με τη σιωπή. Προπάντων αυτή. Όπως απομακρυνόμαστε για να βλέπουμε καλύτερα έναν πίνακα.Για να τον δούμε συνολικά. Και είναι τότε που η γνώση του άλλου, η ουσιαστική του γνωριμία, δεν έχει καμιά σημασία, πια.

Γενέθλια


24 Ιουλίου, η επέτειος της φαλκιδευμένης μας Δημοκρατίας. Και τα γενέθλιά μου. Μη ρωτάτε τι κλείνω, ρωτήστε τι ανοίγω. Πετάω το παρελθόν σαν μολυσμένο κουφάρι, που θα έλεγε και ο Ναούμ Γκάμπο, και προστρέχω στο μέλλον και τις θεότητες του. Εξάλλου η νεότητα δεν είναι ηλικία, είναι στάση, είναι τρόπος να ζεις, είναι η βούληση του να είσαι αλλιώς.
Επίσης μόνο οίκτος για κάποιους γερασμένους εικοσάρηδες που αγωνιούν από τώρα για τη σύνταξη τους, που κρύβονται πίσω από την ασφάλεια του μέτριου, που υποδύονται τον έρωτα μέσα από κλισέ, χωρίς αληθινά πάθη, αλλά με συνταγές παθών. Αλλά και χωρίς εκείνη την ηδονή του κενού, τη μόνη ηδονή που νομιμοποιεί, λόγω υψηλού κόστους, όλες τις υπόλοιπες. Γιορτάζω λοιπόν και γιορτάζω μόνος, χαρούμενα λυπημένος, ερήμην της γενιάς μου, που ξεπούλησε και ξεπουλήθηκε, που αρνήθηκε να ωριμάσει, να επωμισθεί τις ευθύνες της ιστορίας, νομίζοντας πως έτσι δεν θα γεράσει ποτέ. Και τώρα που ήρθε ο λογαριασμός, κοιτάει αλλού, αδιάφορα, χωρίς ενοχές.
Αυτό ήμουν πάντα. Μη σας φαίνεται αλαζονικό. Γεμάτος λάθη ή αδυναμίες αλλά και σταθερά μόνος εναντίον όλων. Το μόνο μου παράσημο: "Μόνος μου και όλοι σας". Κάνοντας τον απολογισμό ξέρω τι ΔΕΝ κέρδισα. Τουλάχιστον ας συνειδητοποιούσαν όλοι οι άλλοι γύρω μου, έστω για λίγο, τι έχουν χάσει ζώντας χωρίς να ζουν. Πόση ζωή του έφυγε από τα χέρια, πόσοι έρωτες κακοφόρμισαν από ανία και έλλειψη πάθους. Α, το πάθος πληρώνεται πάντα, και μάλιστα ακριβά. Αλίμονο αν δεν ήτανε έτσι. Εγώ περιμένω το αύριο και το καινούριο που θα μου φέρει. Πόσοι ακόμα το μπορούν;

ΥΓ. 1  Μακάρι να έρχεται ο έρωτας - ή έστω το φάντασμα του - κάθε βράδυ ή σχεδόν, πολλά απογεύματα ή νωρίς το πρωί, ακούγοντας τη μουσική που αγαπάμε, για να με πείθει πως είμαι νέος στα 63 και εγώ να τού ανταποδίδω ευγνωμοσύνη. Είναι ένας τρόπος να μετράω το χρόνο με δευτερόλεπτα έντασης και όχι με χρόνια πλαδαρότητας, με την ηδονή όχι διάλειμμα αλλά κατάσταση και με τα γενέθλιά μου να γιορτάζονται κάθε μέρα, ή σχεδόν...

ΥΓ 2. Γενέθλια σημαίνουν εκείνη τη μέρα που κανείς αναμετρά το παρελθόν με όρους μέλλοντος και τον θάνατο με όρους ζωής.

ΠΟΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ;




Εσύ ο διπλοπρόσωπος με το πρόσωπο στραμμένο προς εμάς
Νίκος Φωκάς

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη κάθε φορά όλο και πιο ξαφνιασμένος. Ποιός είναι αυτός που με κοιτάζει; Είμαι εγώ ασφαλώς ...αλλά και δεν είμαι! Φορές νομίζω πως με ατενίζει χλευαστικά ένας ξένος. Είναι αυτό το πρόσωπο μου; Έχω ένα μόνο πρόσωπο και ποιό είναι αυτό;
- Ποιό είναι, μ' άλλα λόγια, το αληθινό μας πρόσωπο; Ποιό πρόσωπο μας από τα άπειρα κυριολεκτικά μάς εκπροσωπεί; Αυτό το πρόσκαιρο που φοράμε σήμερα, τώρα, αύριο, κάπως απρόσεκτα ή ενοχικά και που είναι σχεδόν όμοιο με αυτό που φέραμε χτες και προχτές; Ή, μήπως αληθινό μας πρόσωπο είναι το πρόσωπο της πρώτης μας νεότητας, εκείνο το νεανικό και ανεπίληπτο, αρυτίδωτο μέσα κι έξω, που μάς κοιτάει τώρα σαν ξένο και με απορία από το βάθος ξεθωριασμένων φωτογραφιών ;
Εκτός κι αν είναι πρόσωπο μας θα γίνει το τελικό εκείνο πρόσωπο, το πρόσωπο - έμβλημα του τέλους που διαμορφώνεται από το ντομίνιο των γερατιών. Εκείνο με τις ρυτίδες και το θαμπό βλέμμα που προετοιμάζεται αργά και αναπότρεπτα για να καταστεί μάσκα του θανάτου. Ποιό είναι λοιπόν εκείνο το φαγιούμ που δικαιούμαστε;
Ή, μήπως πάλι, ακόμα χειρότερα, δεν διαθέτουμε - δεν αξίζουμε καλύτερα - κανένα πρόσωπο, απλώς φοράμε βασανισμένες, κουρασμένες μάσκες σαν τους κακοποιούς ή τους θεατρίνους για τις ανάγκες του βαρετού, του άχαρου επαγγέλματος που είναι ο βίος μας ; Κι όταν αυτός τελειώσει, ανακουφισμένοι πετάμε τη μάσκα μακριά, αυτό το προσωπείο - μηχανή των ψεύτικων καγχασμών και των υποκριτικών δακρύων. Και αυτό λέγεται απλά θάνατος. Προσέξτε: Όχι ο δικός μας, αυτόν δεν θα τον ζήσουμε ποτέ, αλλά ο θάνατος κάποιου που κατά θανάσιμη σύμπτωση μάς μοιάζει.
Και τότε, μόνο τότε, θα δούμε με τα μάτια κλειστά να υποφωτίζεται η μελιχρή σκιά του αληθινού μας προσώπου, μια εικόνα ούτε αληθινή ούτε ψεύτικη αλλά όσο πιο πραγματική γίνεται. Αφού κάθε στιγμή και σε ζωή και σε θάνατο έχει την δική της μοναδική αλήθεια και είναι ανόητο να ψάχνουμε το όποιο ψεύδος εκ των υστέρων.