Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Η αβάσταχτη γοητεία του τέλματος

Από την ομαδική έκθεση του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού 

 

Βρισκόμαστε λοιπόν στο σημείο μηδέν όπου οι συλλογικοίπολιτικοί μας μύθοι έχουν κενωθεί πλήρως από τα μηνύματα ή τους συμβολισμούς τους σαν να μην ίσχυσαν ποτέ κι όπου οφείλουμε να εκκινήσουμε πάλι από το μηδένΣαν μην συνέβη τίποτε στο παρελθόν που να μάς σφραγίζει ως ιδεολογία ή πολιτική πρακτική... Σαν να πρόκειται για μια θρησκεία της οποίας οι θεοί μετακόμισαν οριστικά αλλούΠου αποδήμησαν βιαστικά και δεν δύνανται πλέον να θαυματουργούνΌλα όσα πιστεύαμεέστω εθελοτυφλώνταςεπί δεκαετίες είναι πλέον σενάριο παλαιομοδίτικου έργου που δεν βρίσκει θεατρώνη επειδή αδιαφορεί παγερά το κοινό και επειδή ως υπόθεση βρίσκεται εκτός εποχής... Μιας εποχής καθολικών εκπτώσεων και γενικευμένης φτήνιας.

 

Γιαυτό ανάγκη πάσα να λειτουργήσουμε πλέον εκτός των παρωχημένων σχημάτων δεξιάς αριστεράς τα οποία ανακυκλώνουν νευρωτικά εκείνον τον διχασμό που ευνοεί αποκλειστικά τους μικροεπαγγελματίες της πολιτικής και εξουθενώνει τους πολίτεςΑυτό που έχουμε ανάγκη την στιγμή αυτή είναι σύνθεση και υπέρβασηΑν επιθυμούμε ειλικρινά όχι την προσωπική μας βολή αλλά ένα στοιχειωδώς βιώσιμο μέλλον για τον τόποΠοιάν άλλη χρεία έχουμε μαρτύρων ότι το υπάρχον πολιτικό δυναμικό μοιάζει απελπιστικά μεταξύ τουοι κομματικοί διαχωρισμοί είναι προσχηματικοίλειτουργούν σαν συνδικάτο μονοπωλιακού εμπορεύματος και υπερασπίζονται τα συμφέροντα αντίστοιχωνκρατικοδίαιτων συνδικ-αλητώνΣε μιαν αποθέωση απροκάλυπτου ατομικισμού και λογικής του "σιναφιού"; Ερήμην των λαϊκών αναγκών και συμφερόντωνΣαν να μην ταλανίζει δραματικά τον τόπο όχι μόνο επτάχρονη κρίση αλλά και πολύχρονη παρακμήΚαι σαν μην έχει διδαχτεί από αυτήν ποτέτίποτεκανείς.

 

Συμπερασματικά ο πολιτικός μας θίασος καθώς αρκείται σε υπόδυση τυπικών ρόλων και όχι σε πρωτοβουλίες ουσίαςαποτελεί αναπόσπαστο μέρος του προβλήματος κι όχι δυνατότητα επίλυσης του ως όφειλεΥπό την έννοια αυτή ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν κάνει τίποτε περισσότερο από οποιονδήποτε προκάτοχο τουΜετέρχεται κάθε μέσου και προωθεί κάθε συμβιβασμό για να διατηρηθούν στην εξουσία αυτός και το

"καθεστώςπου με κάθε τρόπο επιχειρεί να δημιουργήσειΔεν πρόκειται για αρχομανία ή έρωτα της καρέκλας αλλά απλά για την υποχρέωση του προς την κομματική νομενκλατούρα και τον συγκεκριμένο μηχανισμό που τον έφεραν στο αξίωμα αυτόΟποιαδήποτε άλλη στάση θα εκλαμβανόταν ως προδοσία αφού η εξουσία αποτελεί τον αποκλειστικό στόχο κάθε κόμματοςΕβδομήντα σχεδόν χρόνια μετά τον Εμφύλιο η ηττημένη αριστερά νίκησεΔηλαδή αξιώθηκε επιτέλους της εξουσίαςΤα όνειρα έλαβαν εκδίκησηΛέτε να την εγκαταλείψει εύκολα;

 

Εδώ ακριβώς εμπλέκονται οι ιδρυματικοί μύθοι που προανέφερα και στηρίζονται στην περιθωριοποίηση και το εμπαθές κυνηγητό του αριστερού λαού από την νικήτρια δεξιά των ανακτόρων και των ΑμερικανώνΓια την ισχύουσα προπαγάνδα της επαγγελματικής αριστεράς επί παραδείγματι οι πρόωρες εκλογές χωρίς προοπτική νίκης θα καθιστούσαν αυτόματα τον Αλέξη ρίψασπι και την κυβέρνηση του πουλημένη στο ντόπιο και το ξένο κεφάλαιο ή τους λακέδες της εξάρτησης". Για τα κομματικά στελέχη μια κακήαριστερή διακυβέρνηση είναι προτιμότερηείναι ιδεολογικά και όχι μόνο συμφερότερη από την μισητή και επάρατη δεξιάΔεν υπάρχειδηλαδήσωτηρία από αυτόν τον λοβοτομημένο τρόπο σκέψης και πρακτικής του Διχασμού που ενστάλαξαν σαράντα τόσα χρόνια λαϊκισμού και ανέξοδης ρητορείαςΚαι βέβαια δεν υπάρχει χειρότερη συντήρηση ή οπισθοδρόμηση από την επανάχρηση εξαντλημένων συνθημάτων:

              "Μαγώνες κατακτάμε τα δικαιώματα μας"! 

(Δηλαδή τα δικαιώματα όσων μάς χρησιμοποίησαν πολιτικά για να επιπέσουμε από κοινού στην λεία του κράτουςΕξ άλλου τα ίδια έπραξαν και οι προηγούμενοιΠρόκειται για χυδαίο επιχείρημα πουφεύεπικαλείται και η αριστερά).

 

Και τώρα τί μέλλει γενέσθαιΤώρα που τα πρόσημα "προοδευτικόκαι "συντηρητικόέχουν αποσυνδεθεί οριστικά από τα παραδοσιακάπολιτικά σχήματαπώς θα πορευτούμε χωρίς κομματικό τυφλοσούρτη ή αυτόματο πιλότοΠού πάμε χωρίς τους "βαρβάρουςμε τους οποίους έχουμε επί χρόνια ταυτιστείΤα προβλήματα είναι τόσο σύνθετα όσο οριακές κρίνονται και οι καταστάσεις που βιώνουμεΜε κρισιμότερα αγκάθια την κοινωνική κατατονία και παραίτησητην απελπισία και οργή των νέων σε συνδυασμό την συνακόλουθη ραστώνη και απάθεια κάθε μορφής ηγεσίας αυτού του τόπουΟ Τσίπρας καθιστώντας την κωλυσιεργία πολιτικό ατού για μη διαπραγμάτευση και υπογράφοντας το τέταρτο και απεχθέστερο μνημόνιοκέρδισε παράταση του τέλματος για έξι ακόμη μήνες έστω κι αν αυτό σημαίνει αργό θάνατο για την χώραΔηλαδή οι Συριζανέλ εύχονται ανακουφισμένοι από τα μέσα του φετινού Ιουλίου  "Ευτυχισμένο το 2018" ! Επειδή για αυτούς ο πρώτιστος στόχος τουςαυτός της παραμονής στην διακυβέρνηση της χώρας και μάλιστα με τις ευλογίες της Ε.Εεπετεύχθη πανηγυρικάΤόσος νεοφιλευθερισμός βέβαια  ούτε επί Σαμαρά με τις ακροδεξιές εμμονές τουΑπό την άλληη αξιωματική Αντιπολίτευση μοιάζει εγκλωβισμένη στην μικροπολιτική ατζέντα της κυβέρνησης αλλά και στην χρόνια παθογένεια του κόμματοςΤα μικρά βήματα της επουδενί συνιστούν το γενναίο άλμα που αναμένει η χώραΜε αλλά λόγια χωρίς δυναμικό άνοιγμα στον κεντρώο χώρο και σε προσωπικότητες που διαθέτουν ανάλογο κύρος και έρεισμα στην ευρύτερη κοινωνίαο Μητσοτάκης θα διατηρεί μεν μεγάλο προβάδισμα απέναντι στον φθίνοντα Σύριζα αλλά δεν θα φτάνει στην απαραίτητη αυτοδυναμίαΘα συσπειρώνει το παραδοσιακό του ακροατήριο αλλά δεν θα πείθει τους άλλουςτους πολλούς που δεν έχουν τίποτε περισσότερο να χάσουν από μιαν ακόμηεξωραϊσμένη έστωεκδοχή του κακού παρελθόντοςΚι όσο ο Κυριάκος θα αναβάλλειο τακτικιστής και Γκαστόνε της πολιτικής Αλέξης θα ανασυντάσσεται...

 

ΥΓΗ παρακμή του επιτυχημένουανεξάρτητου θεσμού των Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης μετά την απομάκρυνση του Λέανδρου Ρακιντζή αποδεικνύει την αλλεργία της κεντρικής Εξουσίας προς την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τους ακηδεμόνευτους φορείςΚορυφαίος δικαστικός μού εξομολογείτο ότι ποτέ άλλοτε όσο τα δυο τελευταία χρόνια δεν είχε τόση εξάρτηση η δικαστική από την εκτελεστική εξουσία. "Δεν τηρούνται καν τα προσχήματακατέληξεΧωρίς όμως την κάθαρση της Δικαιοσύνης καμία άλλη μεταρρύθμιση δεν δύναται να πραγματοποιηθεί.

 


Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Ο πρίγκιπας Αλέκος Λεβίδης




Η γοητεία της αληθινής ζωγραφικής έγκειται στο ότι συνδυάζει εξίσου και ισότιμα το εγκεφαλικό με το συναισθηματικό στοιχείο. Δηλαδή τις σπαζοκεφαλιές του Ντυσάν ή του Ντε Κήρυκο με την ποιητική του Μπονάρ.  Ζόρικα πράγματα! Τουτέστιν η ζωγραφική που με ενδιαφέρει, αντανακλά με πειθώ το τώρα και την εποχή μας κυρίως επειδή αρδεύεται καταλυτικά από το παρελθόν και επειδή ενοράται μαγικά - εν τινι τρόπω - το μέλλον. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει τέχνη χωρίς την ιστορία (της),  ούτε ερήμην της διαδρομής της. Αν δεν πιστεύετε εμένα ρωτήστε τον Πικάσο ή τον Μπαίηκον. Κι αν δυσκολεύεστε
 - πράγμα που κατανοώ απόλυτα - αποταθείτε απευθείας στον Μανέ ή τον Τισιανό.

 Όπως ακριβώς έπραξε και ο ζωγράφος του ανωτέρω πίνακα από την συλλογή του Σωτήρη Φέλιου, Αλέκος Λεβίδης ο οποίος διδάσκει με το έργο του τρόπους για να βγούμε από την κρίση, τόσο την πολιτική και την πολιτιστική μας (sic). Και μην νομίζετε ότι παραδοξολογώ σχετικά ... εκτός κι αν έχετε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από τον Αλέκο στον Αλέξη ή τον Τσακαλώτο.

Εδώ βλέπετε την σύνθεση του Αλέκου Λεβίδη " Αγορά " από το δεσπόζον  σαλόνι του καταλόγου της έκθεσης
 " Οικείος Τόπος, Οικείος Χρόνος " στον οποίο κατάλογο παρουσιάζονται  δύο υπερμεγέθεις  πίνακες του Λεβίδη πλαισιωμένοι με τα δεκάδες προπαρασκευαστικά σχέδια τους. Μέγιστο μάθημα, με άλλα λόγια,  του τρόπου εκκόλαψης του έργου τέχνης ως αποκλειστικού προϊόντος της εμμανούς τεχνικής και των άπειρων δοκιμών με τις  οποίες υφάνθηκε η όποια έμπνευση. Συμπέρασμα : Χωρίς υψηλή μοδιστρική δεν υφίσταται υψηλή καλλιτεχνική θεωρία. Τελεία και παύλα. 

 Είναι πάντως ενδεικτικό πως αυτός ο σοφός μάστορας δεν διδάσκει σε μια Σχολή Καλών Τεχνών και βέβαια ακριβοδίκαια δεν εκπροσωπεί την ελληνική τέχνη στην Μπιενάλε της  Βενετίας, στη ντοκουμέντα κλπ. Εκεί δεσπόζει το ιδιότυπο κύκλωμα καλλιτεχνών και πολιτιστικαρίων που παρερμηνεύουν τον Ντυσάν και περιφρονούν τον Μπονάρ...Και που σνομπάρουν όταν δεν αγνοούν ό τι υπερβαίνει τον αφαλό τους. Ο Λεβίδης πάλι πληρώνει μάλλον την αστική καταγωγή και την αστική του παιδεία που τον διαφοροποιεί εκκωφαντικά από το κυρίαρχο λούμπεν του χώρου με την ακόρεστη πείνα για εξουσία, ίντριγκα και επιβολή. Από την αγραμματοσύνη δηλαδή και τον στυγνό επαγγελματισμό των επιγόνων του Κεσσανλή και των μαθητών της Μαρίνας Λαμπράκη. 
-Ποιός τού φταίει;  Ας μην μετέφραζε και ας μην σχολίαζε καλύτερα κι από ακαδημαϊκό δάσκαλο τον Πλίνιο εκ του πρωτοτύπου κι ας μην σκηνογραφούσε υποδειγματικά την "Αντιγόνη" του Λευτέρη Βογιατζή. Τέτοιες δραστηριότητες ενοχλούν τη πιάτσα εφόσον η λαοκρατία των μετρίων παραμένει  ακατάβλητη.

Στον συγκεκριμένο πίνακα τώρα τα μοντέλα συνωθούνται σ' έναν θεατρικό χώρο που εξικνείται εγκάρσια  από το ατελιέ του ζωγράφου ως την αγορά του Άργους,τον κατασκευαστικό άθλο του Τσίλλερ. Δηλαδή η αφήγηση ρέει από το μυθικό στο ρεαλιστικό και πάλι στο  μυθικό με ενδιάμεσες στάσεις τον λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρα Στεφάνου από την "Ταφή του Οργκάθ" και τους σεζανικούς Λουομένους. Η αισθητική του Τσαρούχη και η θεματική του Μόραλη συνεισφέρουν στον κομψό όσο και βαθύ προβληματισμό του ίδιου του ζωγράφου. Κεντρικός άξονας της σύνθεσης το σώμα, λαμπερό και φθαρτό στο υπαρξιακό δράμα του. Μια  ελεγεία για την νεότητα που δαπανάται χωρίς τρόπο ή όρια και παράλληλα για το πένθος του έρωτα ανάλογο με το πένθος της εικόνας. Ή της Ιστορίας αν προτιμάτε. 
Το εξαιρετικό, πρώτο κείμενο του καταλόγου υπογράφεται από τον άγνωστο μου Ν.Π. Παΐσιο. Να υποθέσω ένα από τα ψευδώνυμα του Πεσσόα ή μήπως νέος ήρως του Μπόρχες;  Ούτως ή άλλως well done!

ΥΓ. Και για να μην παρεξηγηθεί ο χαρακτηρισμός " πρίγκιπας " του τίτλου, δηλώνω ότι ο πατέρας μου, τορναδόρος στα Ταμπούρια του Πειραιά, μεγάλωσε και μένα να νιώθω έτσι. Πρίγκιπας.

Ιδιωτικά βίτσια, δημόσιες αρετές

Η προβολή και η "ιστορικοποίηση" της ελληνικής τέχνης, δηλαδή η ένταξη της σε ένα ευρύτερο, υπερτοπικό πλαίσιο,  μάς αφορά όλους και τίθεται υπεράνω προσώπων, συμμαχιών επιβίωσης, φιλικών σχέσεων κλπ. Αυτός ο στόχος νομιμοποιεί και τον ρόλο όλων όσοι δηλώνουν ιστορικοί ή κριτικοί τέχνης εν Ελλάδι.
Θυμάμαι τώρα με την ευκαιρία αυτής της δυσάρεστης αντιπαράθεσης Ντένη Ζαχαρόπουλου, διευθυντή της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών και Κατερίνας Κοσκινά, διευθύντριας του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης σχετικά με την επιτυχία ή μη της έκθεσης στο Κάσελ  - στην Ελλάδα πάντως η κριτική οφείλει είτε να είναι συμπεφωνημένη είτε ανύπαρκτη -  τους δύο συναδέλφους  πριν δέκα περίπου χρόνια να απορρίπτουν ως επιτροπή του ΥΠΠΟ για την Μπιενάλε Βενετίας την πρόταση μου για τον Λουκά Σαμαρά ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη!
 Παρά την υποστηρικτική επιστολή του Προέδρου της πανίσχυρης  Pace Gallery και την θετική παρέμβαση του τότε υπουργού Πολιτισμού . Κανιβαλισμός προς κάποιον σταθερά ενοχλητικό; Ίσως. Ο Σαμαράς πήγε τελικά στην επόμενη διοργάνωση με αλλοδαπό επιμελητή και χωρίς εμένα φυσικά 
( sic)... Η Δικαιοσύνη του σιναφιού. 
 Είναι μία αδικία που μού επεφύλαξαν οι συνάδελφοι με την λογική " ο θάνατος σου η ζωή μου " την πικρία της οποίας δεν θα ξεπεράσω - ούτε θα συγχωρήσω - όσο ζω. Τα αναφέρω αυτά για να αντιληφθούν οι απέξω πόσα απωθημένα συντηρούν οι από μέσα και πόσο σύνθετος και πόσο προβληματικός είναι ο χώρος της σύγχρονης τέχνης μας αν σβήσει κανείς φωτοστέφανα και προβολείς. Διαγκωνισμοί έως τελικής πτώσης, ατελείωτη ίντριγκα για να φάει ο ένας την θέση του άλλου - το ΕΜΣΤ και ο τρόπος που επιλέγονται οι διευθύνσεις του αποτελεί  χαρακτηριστικό παράδειγμα - και εξόντωση όποιου δεν ταυτίζεται με την κυρίαρχη μετριότητα. 
Από την άλλη πλευρά το πρόβλημα παραμένει επί τάπητος όσο και αν τεχνηέντως αποσιωπάται ή μπαίνει κάτω από το χαλάκι... Πώς πρέπει να στηθεί το ΕΜΣΤ και ποιοί διαθέτουν την ανάλογη γνώση και άποψη χωρίς φαβοριτισμούς ή αποκλεισμούς; 
Το ότι το Μουσείο άνοιξε όπως άνοιξε πρώτα με Φλαμανδούς και έπειτα με Γερμανούς για να κλείσει  (;) με το πέρας της ντοκουμέντα 14 δεν περιποιεί τιμή σε κανέναν. Ή το ότι δεν παρουσιάστηκε και μια ελληνική ενότητα μέσα στο ΕΜΣΤ, στο κλειστό υπόγειο ίσως ή στην ΑΣΚΤ. Η ντοκουμέντα έκανε την Αθήνα διεθνές  επίκεντρο αποκαλύπτοντας μοιραία δυνατότητες αλλά και αδυναμίες. Αξιοποιήσαμε όσο θα μπορούσαμε την ευκαιρία; Δεν είμαι σίγουρος. Κυρίως γιατί τα ίδια πρόσωπα ανακύκλωσαν εαυτούς και αλλήλους. Τί θα μείνει μετά;  
Γιαυτό περιμένω αντί πικρών σχολίων θέσεις και προτάσεις. Και επιμένω. Κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Ιδιαίτερα όταν κατέχει δημόσια θέση. Εγώ έχω έγκαιρα καταθέσει τις δικές μου προτάσεις ( ακόμα και στο πρόσφατο πολιτικό μου βιβλίο)... Σε ώτα μη ακουόντων;


Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

 Μια κριτική αποτίμηση για το «Πυρρίχιο κύμα», το μνημείο της Γενοκτονίας των Ποντίων στον Πειραιά  (ΤΑ ΝΕΑ, 29/6/2017)

 




 
 
Το μεγάλο έργο τέχνης αντιστέκεται στις εύκολες κατηγοριοποιήσεις και ερμηνείες του ορίζοντας τον εαυτό του με όρους ιστορίας. Το μεγάλο έργο, κρυπτικό και προφανές μαζί, άλλοτε γελοιοποιεί και άλλοτε τιμωρεί όσους το προσεγγίζουν με ελαφρότητα ή δόλο. Δεσμεύομαι ευθέως με όση γνώση διαθέτω ύστερα από τέσσερις δεκαετίες τριβής με το αντικείμενο να πω: το «Πυρρίχιο κύμα» που έστησε ο Παναγιώτης Τανιμανίδης στη δυτική άκρη της Πλατείας Αλεξάνδρας εμπρός στη γειτονιά Τσίλλερ του Πειραιά, αποτελεί κορυφαία σύνθεση και μια συγκλονιστική πρόταση μνημειακής γλυπτικής για τον τόπο. Έναν τόπο που γέννησε τη μεγάλη, δημόσια γλυπτική, αλλά που σήμερα την ευτελίζει εύκολα είτε από έλλειψη παιδείας είτε από καταστροφική απελπισία. Εξού και η τραγική έλλειψη σύγχρονων γλυπτών στον πολεοδομικό κάναβο, παρά τους σημαντικούς καλλιτέχνες που διαθέτουμε. Όμως, έλλειψη γλυπτικής σημαίνει απλώς έλλειμμα συλλογικής μνήμης. Έλλειμμα δημοκρατίας τελικά.
 
 
Το μνημείο της Γενοκτονίας των Ποντίων, είμαι βέβαιος, θα καταστεί τοπόσημο για τον Πειραιά όπως έγιναν οι «Ομπρέλες» του Ζογγολόπουλου στη Θεσσαλονίκη ή ο «Δρομέας» του Βαρώτσου στην Αθήνα. Κι όπως έγιναν, παρά τη σκληρή όσο και κακόπιστη κριτική, τοπόσημα για το Παρίσι, ο Πύργος του Αϊφελ (1889) ή η Πυραμίδα του Λούβρου πιο πρόσφατα. Ο Παναγιώτης Τανιμανίδης (1959), προικισμένος χειρώνακτας - εικαστικός και ευφάνταστος μαθηματικός, έστησε μια δυναμική όσο και διάφανη καμπύλη στον χώρο προβεβλημένη ιδανικά στο γλαυκό του ουρανού και της θάλασσας, σαν μια γέφυρα που ενώνει αντίθετους κόσμους ή σαν το τεράστιο κύμα - με τη συναισθηματική ορμή του Κύματος του Hokusai - που ξέβρασε τους πόντιους πρόσφυγες από τη Μαύρη Θάλασσα στο επίνειο. Αλλά και σαν το ουράνιο τόξο που βγαίνει τελικά μετά την όποια καταιγίδα. Πράγματι, αυτή η αυστηρή, μεταλλική κατασκευή με τους δεκαεπτά κυλινδρικούς κλωβούς γεμάτους ενθυμήματα και φυλαχτά μεταμορφώνεται μαγικά και ιριδίζει όταν την πυρπολεί το ηλιοβασίλεμα. Σαν φυλαχτό εικόνων.
 
Πρόκειται για ένα σύνθετο έργο υψηλού συμβολισμού που απαιτεί επίμονα (ποντιακό γαρ!) τον χρόνο και την προσοχή του συνήθως βιαστικού ή επιπόλαιου θεατή. Αυτή η απέριττη φόρμα με τις περίπλοκες, μαθηματικές και τεχνικές λεπτομέρειες - αληθινή μοδιστρική γιγαντιαίων διαστάσεων - αφηγείται, μέσω ποιητικών συμβόλων, το δράμα του ξεριζωμού ισορροπώντας τον ρεαλισμό με την αφαίρεση και αποφεύγοντας την οποιαδήποτε ακαδημαϊκή κοινοτοπία. Τα ελατήριά του συγκρατούν τις αντίρροπες δυνάμεις της ροής και της κύμανσης, της πλημμυρίδας και της αμπώτιδος, κουβαλώντας μέσα στους κλωβούς-βαρέλια τα λουκέτα και τα κλειδιά των για πάντα χαμένων σπιτιών, τα τετραβάγγελα της παράδοσης και τα λοιπά σημαίνοντα θυμητάρια ενός βασανισμένου αλλά όχι υποταγμένου λαού. Τις λύρες επίσης ή τα νταούλια με τα οποία υποδέχονταν οι εγκλωβισμένοι πρόσφυγες της Τραπεζούντας εκείνα τα πλοία, που όμως  δεν επρόκειτο ποτέ να τους πάρουν. Αλλά και όσοι έφυγαν, συντηρήθηκαν επί ημέρες μόνο με το ελάχιστο νερό που υπήρχε στα βρώμικα βαρέλια του καταστρώματος. Τότε που χόρευαν ή τραγουδούσαν (!) για να ξεχάσουν την πείνα τους. Αργότερα, ο πατέρας του γλύπτη θυμάται πως άστεγο παιδάκι στην Κοκκινιά έπαιζε το πρωί με το βαρέλι, στο οποίο κοιμόταν το βράδυ. Να γιατί πρωταγωνιστεί αυτή η φόρμα στη σύνθεση συνδυασμένη με το θαλασσοπούλι της προσφυγιάς και τον νεοσσό του, που εμφανίζονται τρεις φορές με τον τρόπο του Χάνς Κρίστιαν Αντερσεν ή του Μέτερλινγκ. Σαν παραμύθι που δεν βολεύεται στον δίσεκτο καιρό και σαν χρησμός.

 
ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ. Γίνεται όμως η φρίκη τέχνη; Γίνεται το δράμα ομορφιά; Παρηγορεί μια αισθητική μορφή τη βαθύτερη υπαρξιακή πληγή; Επουλώνεται η απώλεια της γενέθλιας γης; Πόσα μπορεί να διασώσει η τέχνη από το δράμα της Ιστορίας και τον πόνο των ανθρώπων ή των πραγμάτων; Εδώ η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη.
 Το «Πυρρίχιο κύμα» του Τανιμανίδη που δουλεύεται ως ιδέα από το 1992 και η αρχική του μακέτα εξετέθη το 1994 στην γκαλερί Zade της Βασιλείας για να αγοραστεί αμέσως μετά από τα Frac της Αλσατίας, διαφοροποιείται από τα συνήθη ναρκισσευόμενα ή αυτιστικά έργα μιας ρηχής αυτιστικής εποχής. Κι αυτό γιατί επιχειρεί γενναίο διάλογο με τη φυλετική μνήμη, την ιστορία και την τραγωδία του νεότερου Ελληνισμού χρησιμοποιώντας γενναία, σύγχρονη φόρμα και επιμένοντας πως ένας λαός που χορεύει, που τραγουδάει ακόμα και όταν πενθεί, δικαιούται να ελπίζει.

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΑΔΕΛΦΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ


Ανδρέα Μπέλια, Ομόνοια, 1980




... Αντιλαμβάνομαι ότι στους σπασμούς της απελευθέρωσης είναι αναπόφευκτη μια υστερία που συνοδεύει κάποτε αυτές τις διορθωτικές κινήσεις... Μια παραπανίσια μαχητικότητα, μια διεκδικητικότητα υπερβολική ακόμα και άγαρμπη ...


Δημήτρης Παπαϊωάννου 


"...Γάμησα μια αδελφή (sic) ..." είπε τις προάλλες το νευρωτικό ανθρωπάριο της Χρυσής Αυγής στο προαύλιο του Κοινοβουλίου (!)... Αγνοώντας ότι έστω και άθελά του ομολόγησε μια μεγάλη αλήθεια. Ότι δηλαδή ομοφυλοφιλία είναι και το λεγόμενο ενεργητικό σεξ ανάμεσα σε δύο άντρες. Άρα αποδέχτηκε ο μάτσο ανθρωποειδής πως είναι κρυφοαδερφή.

Ας συμφωνήσουμε όμως στα βασικά για τις ανάγκες της συζήτησης. Η σχέση άνδρα και γυναίκας είναι ο κανόνας, το φυσιολογικό. Κάθε παραλλαγή αυτού του κανόνα αποτελεί παρέκκλιση, χαριτωμένη ή σκαμπρόζικη μεν, πειραματική ή ελευθεριάζουσα αν προτιμάτε, αλλά πάντα παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα. Μια παρέκκλιση νομιμοποιημένη και αναμφισβήτητη από την χρήση ή και την κατάχρηση αιώνων. Καμία αντίρρηση. Όπως και από το γεγονός ότι οι ομοφυλόφιλοι επί αιώνες ήσαν ο εύκολος στόχος κάθε καταπιεσμένου πουριτανού. Κάθε θρησκείας ή εξουσίας. Έστω κιαν πολύ συχνά απολάμβαναν τις ομοφυλόφιλες ηδονές οι εκάστοτε επικεφαλής και της εξουσίας και της θρησκείας. Το κυνήγι των μαγισσών (που στοχοποιούνται ως "αδελφές") έφτασε σε τέτοιο παροξυσμό ώστε η ομοφυλοφιλία να θεωρείται όχι μόνο νόσος σωματική ή ψυχολογική αλλά και ατιμωτική, ποινική πράξη. Και ως τέτοια να διώκεται απηνώς. Οι Ναζί του Βερολίνου, οι μουλάδες της Τεχεράνης αλλά και ο Στάλιν ή ο Φιντέλ Κάστρο κυνήγησαν ανελέητα τους ομοφυλόφιλους αφού ήταν αδιανόητη η οποιαδήποτε περίπτωση ομοφυλοφιλίας στους σοσιαλιστικούς των παραδείσους! Επίσης, είναι πολύ ενδεικτικό παράδειγμα ότι ως το 1968 η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα και ετιμωρείτο στην μεγάλη Βρετανία. Έπρεπε να έλθει ο φιλελευθερισμός του ´70 και σταδιακά η ομοφυλοφιλία να προστατευθεί θεσμικά αλλά και να γίνει ιδεολογικά αποδεκτή στις ανοιχτές κοινωνίες της Δύσης. Κι όλα αυτά λίγο-λίγο και με αγώνες όχι χωρίς κόστος από τους αποφασισμένους ακτιβιστές. Όλα αυτά τότε.

 Σήμερα στην "επάρατη" Δύση οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να κατοχυρώσουν νομικά την συμβίωση τους, να παντρευτούν, να υιοθετήσουν και να είναι πλήρως αποδεκτοί από την υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε μια μέρα θα μπορούσαν να εξαλειφθούν προκαταλήψεις αιώνων. Όμως τα βασικά έχουν γίνει ώστε οι ομοφυλόφιλοι να μην κρύβονται πια ούτε να απειλούνται.Το αντίθετο. Συχνά πρωταγωνιστούν στον δημόσιο βίο όντας ιδιαίτερα δημοφιλείς. Από τον Andy Warhol ως τον Λάκη Λαζόπουλο. Σε αυτό έχουν βοηθήσει πολύ το σινεμά και η τηλεόραση ώστε να απενοχοποιηθούν οι "αντιμαχόμενες" πλευρές και η παρέκκλιση να γίνει καθόλα αποδεκτή ως συμπλήρωμα του κανόνα. Παρατηρούνται σχετικές υπερβολές; Παρατηρούνται. Η υποσυνείδητη "ενοχή" για την "παρέκκλιση" δεν αφορά τόσο στους στρέιτ όσο στους γκέι οι οποίοι ως ψυχολογική υπεραναπλήρωση προβάλλουν την ομοφυλοφυλία σαν must, σαν επιλογή υπεροχής, αξιοπρέπειας κλπ. Επίσης είναι προκλητικά αστεία η εμμονή σε μικροαστικά σουσούμια με ... νυφικά, μπονμπονιέρες, pride parade κλπ. Καταλαβαίνω τις βαθύτερες αιτίες αλλά διαφωνώ. Κυρίως για την εμμονή σε μιαν ηλίθια κορεκτίλα που ανακατεύει την επιθυμία με τον συνδικαλισμό αλλά και τον μικροαστισμό με την υπερπροβολή της διαφοράς (κι όχι διαφορετικότητας όπως είναι το ... politically correct). 


Η ομοφυλοφιλία αποτελεί, φρονώ, για πολλούς και ανάγκη και επιλογή. Είναι ακόμα μια "πολιτική" αμφισβήτηση του κυρίαρχου μοντέλου σχέσεων. Μπερδεύεται γλυκά με την αμαρτία και με την ηδονή του "απαγορευμένου" και καλά κάνει. Όπως το "απαγορευμένο" ψάχνει και ο/η στρέιτ πολυγαμικός/ή. Γιαυτό και δεν καταλαβαίνω τους γάμους με τα νυφικά, τις γελοιότητες με τις gay parade, τις τεκνοποιήσεις (!) με παρένθετες μητέρες και δότριες ωαρίων κλπ. Όλη δηλαδή αυτή την μικροαστική διαδικασία απομίμησης της κανονικότητας που κάνει τόσο χτυπητή και την έλλειψη και την διαφορά. Όπως επίσης και την γκετοποίηση σε gay, lesbian, trans κλπ. κοινότητες που υπογραμμίζουν ακόμη περισσότερο την διαφοροποίηση και το περιθώριο την στιγμή ακριβώς που έχει επιτευχθεί η κεντρική θέση των ομοφυλόφιλων μέσα στην πλουραλιστική, σύγχρονη κοινωνία. ´Η, τέλος, την ακτιβιστική εμμονή σε μια πρωτιά και μια "κυριαρχία" που βρίσκεται περισσότερο σε ένα καταπιεσμένο ή συμπλεγματικό φαντασιακό παρά στην ζωή εκεί έξω. Ώστε από το ένα άκρο να οδηγηθούμε στο άλλο στο πλαίσιο μιας καθυστερημένης εκδίκησης εναντίον εκείνης της κοινωνίας των αρρένων που κηρύσσεται a priori ένοχος όποιος διεκδικεί την ομοερωτικότητα του. Βάζοντας στις κρεβατοκάμαρα μια συμβολική αστυνομία της ερωτικής συμπεριφοράς. Η ομοφυλοφιλία, -από την άλλη- θέλει πιά να γίνει από εξαίρεση κανόνας. Όπως π.χ συμβαίνει με το απίστευτο σλόγκαν άντρας ή γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι κλπ. 


ΥΓ. Πάντως δεν μου βγάζετε από το μυαλό πως σε κάθε ομοφυλόφιλο ζευγάρι εμφιλοχωρεί πάντα, συμβολικός ή ρεαλιστικός, ο φαλλός - το υπερβατικό σημαίνον του Lacan. Δηλαδή γίνεται πάντα στην ομοφυλοφιλική "παρέκκλιση" μια προσομοίωση του

 "φυσιολογικού" έρωτα με τον έναν από τους δυο παρτενέρ να υποδύεται (ή και να είναι) το αρσενικό και τον άλλο να υποδύεται (ή και να είναι) το θήλυ... Πάντα ένας ρόλος, μια μίμηση, μια μεταφορά που θα ανακαλεί την έλλειψη, για να μη πω απώλεια. Εξ ου και το μένος τους προς την κανονικότητα. Αφού πάντα μέσα από την προβαλλόμενη διαφορά μόλις συγκαλύπτεται μια οντολογικής τάξης αδυναμία ... Ένα βασανιστικό υποκατάστατο.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Στέργιος Στάμος, Opus Magnum


Στη γκαλερί Σκουφά ως τις αρχές Ιουλίου

 


Η έκλειψη της ουσιαστικής εικόνας, στην εποχή της εικόνας, δεν συνιστά μια μορφή θανάτου του κόσμου μας; Εδώ είναι το στοίχημα! Να ζήσει ο καθένας τη ζωή που του ‘λαχε όχι σαν πιόνι αλλά σαν υλικό της ιστορίας. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στον μεταπολεμικό κόσμο, ζούμε το πυροτέχνημα μιας μαζικής φωταψίας που αυτοπροσδιορίζεται ως «τέχνη» αλλά περισσότερο είναι αγορά, διαφήμιση, επικοινωνία, ρηχή εικόνα που προπαγανδίζει το α-νόητο και κυρίως ένα μοντέλο συμπεριφοράς ομότροπης και ομόφρονος που αγκαλιάζει ολόκληρη την υδρόγειο και υποχρεώνει βελούδινα του πάντες, λευκούς, κίτρινους, μαύρους, να καταναλώνουν τις ίδιες αισθητικές (;) πληροφορίες, να γελούν με τα ίδια αστεία του Υoutube, να πληροφορούνται ακαριαία την τελευταία ντρίπλα του Μέσι, την έσχατη –κυριολεκτικά- σαχλαμάρα της Lady Gaga. Κι όλα αυτά φωταγωγημένα μέσα από το περιούσιο φως της πιο άχραντης τεχνολογίας που δίνει υπόσταση στο ασήμαντο, που κάνει το σκουπίδι να λάμπει και που προβιβάζει το γελοίο σε αισθητική. Πρόκειται γι’ αυτή την παγκόσμια γλώσσα η οποία μεθοδικά εξαφανίζει τις τοπικές κουλτούρες και βουβαίνει τις τοπικές γλώσσες αποθεώνοντας την μια και μοναδική εικόνα, το ένα σημαίνον το οποίο διαθλάται σε άπειρα σημαινόμενα, έως εξαφάνισης. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. Να απολεσθεί το νόημα και η κυρίαρχη εικόνα, ο ουσιαστικός big brother, να αυτοσημαίνεται… Ό,τι βλέπεις, είναι και το απόλυτο περιεχόμενο. Δεν υφίσταται τίποτε πέρα ή πίσω από αυτό... Η έρευνα του Στέργιου Στάμου, χρόνια τώρα, διαφοροποιείται με την ποιότητα της από αυτόν τον ενοχλητικά γενικό κανόνα. Καταθέτοντας την έγκυρη άποψη του για την κρίση στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο. 

Υπάρχει λοιπόν μια μορφή τέχνης που καταπραΰνει διακοσμώντας και προωθεί εκείνη την εφησυχασμένη  αισθητική του ήδη κατακτημένου. Πρόκειται για εκείνη την έκφραση που παρέχει στον επηρμένο μικροαστό την ψευδαίσθηση της καλλιέργειας και το άλλοθι της ευαισθησίας. Εκείνο που συνδέει συνήθως τους δημιουργούς αυτής της έκφρασης με όποιους την καταναλώνουν είναι κάτι υλικό, μια οικονομική σχέση που υποδύεται την πνευματική, μια τιμή αγοράς. Είναι τότε που η αξία του καλλιτεχνικού προϊόντος εξισούται με το χρηματιστηριακό του μέγεθος. Είναι τότε που η καλαισθησία μετριέται με το μέτρο και το έργο γίνεται η τιμή του. Και η τέχνη από μια μυστική κατάδυση του υποκείμενου σε εκείνο το σκοτάδι, που λαμπυρίζει από νοήματα, καταντά μια αυτοεικόνα , ένα αυτοείδωλο όπου το διαφημιστικό σποτ μπορεί να διαθέτει ως μουσικό υπόβαθρο μια καντάτα του Βach αρκούντως μεταλλαγμένη ώστε να καταστεί ακαριαία ακουστική τσίχλα. Ο παγκόσμιος πολιτισμός οφείλει εσπευσμένα να μεταμορφωθεί σε εικόνα των μετρίων και ο λόγος να κενωθεί από τις σημασίες που κάποτε τον λάμπρυναν και να καταντήσει απλά τύπος, σαν τον μπορχεσιανό Φούνες που θυμάται μεν αλλά δεν κατανοεί. Αυτό είναι το νέο δράμα των μορφών. Μια τραγωδία χωρίς τον ίλιγγο του τρόμου αλλά του γελοίου. Και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες; Είτε νάνοι που δεν τολμούν να επωμισθούν το βάρος του ονόματός τους, είτε ναυαγοί στα σταροχώραφα του Van Gogh που ψάχνουν για περίστροφο. Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως προσωπικά συντάσσομαι με τους δεύτερους. Με την στάση δηλαδή κι όχι την πόζα.


Επειδή υπάρχει και μια άλλη μορφή τέχνης η οποία δεν καταδέχεται να διευθετήσει απλώς  την υφιστάμενη πραγματικότητα αλλά βούλεται και να την αλλάξει. Όχι με βία, πολιτικάντικους τακτικισμούς ή λαϊκίστικη αμετροέπεια αλλά με την τεράστια, πνευματική δύναμη που a priori διαθέτει η αληθινή τέχνη. Αναφέρομαι, δηλαδή, σε εκείνη την έκφραση που δεν ρέπει στην εύκολη, μελοδραματική συγκίνηση ούτε ακόμη στο στιγμιαίο σοκ αλλά οδηγεί ανεπαισθήτως σχεδόν, στον βαθύ  συγκλονισμό. Αυτή είναι η περίπτωση του Στέργιου Στάμου. Γνωρίζω τον καλλιτέχνη Στάμο περισσότερο από είκοσι χρόνια και παρακολουθώ την σταθερή του εξέλιξη από την μια έκθεση στην άλλη και από την παλιότερη στη νεότερη πρόταση. Όλη του την πορεία χαρακτηρίζουν στοχαστικότητα, μεθοδική κατάκτηση διαφορετικών, πολυδιάστατων υλικών - θα έλεγα, από την χειρονομία στην " ήρεμη" τεχνολογία - αλλά και ένα στοιχείο έκπληξης ή ακόμη και αιφνιδιασμού. Ξεκινώντας από το παραδοσιακό τελάρο και τον  εξπρεσιονιστικό, ποιητικό γραφισμό του '90 πέρασε στα τρισδιάστατα, θεατρικά περιβάλλοντα και στις " ιερές συνομιλίες" ζωγραφικών και γλυπτικών προτάσεων, μπολιασμένων κάθε φορά με την αγωνία για την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Το εδώ και τώρα της ζωής απέναντι στο υπερτοπικό και υπερχρονικό της τέχνης. Ο Στάμος δεν αναρωτιέται, με κάθε καινούριο έργο του, μόνο "τί είναι ένα έργο τέχνης;" αλλά επιμένει να απαντήσει στο ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα "γιατί ένα έργο τέχνης σήμερα και για ποιους;" Παρά τον διαρκώς επίκαιρο χαρακτήρα των έργων του όμως η τέχνη του δεν καταδέχεται να είναι απλά πολιτική, δηλαδή καταγγελτική, αλλά επιδιώκει κάτι πολύ πιο φιλόδοξο και σαφώς πιο δύσκολο: να δημιουργήσει εικαστικά περιβάλλοντα - "μνημεία φρίκης"( όπως θα έλεγε ο ποιητής) αλλά και πυρήνες  ενέργειας που θα  βοηθήσουν τον θεατή να κατανοήσει τόσο την εποχή του όσο και τον εαυτό του. Έτσι ώστε το έργο τέχνης να λειτουργεί ως μέθοδος αυτογνωσίας και από την πλευρά του υποψιασμένου θεατή.

Από τις Μεταναστεύσεις του 2010 ως τις Γεωγραφίες του 2017 έχει διανυθεί  ένας εντατικός δρόμος ωρίμανσης του καλλιτέχνη ώστε να μας παρουσιάσει σήμερα το κατά τη γνώμη μου opus magnum της συνολικής του έρευνας. Εδώ ο Στάμος με βαθιά θεατρική αίσθηση αλλά χωρίς θεατρινισμούς εγκύπτει στο δράμα της Ιστορίας και το μεταμορφώνει σε δράμα των μορφών. Αφορμή για την παρούσα πολυεπίπεδη νοηματικά εγκατάσταση είναι οι έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή,η συνεχιζόμενη τραγωδία στη Συρία, οι εκατόμβες των πνιγμένων στη Μεσόγειο, αλλά και η κρίση στην Ευρώπη και την Ελλάδα η οποία εξελίχθηκε τελικά σε παρακμή. 
-Ερώτηση: Πώς διευθετείται όμως εικαστικά ένα τόσο δραματικά αίμασσον υλικό; Η κόκκινη μπογιά υποδύεται αλλά δεν είναι το αίμα και η εύκολη συγκίνηση δεν αποτελεί αληθινή έκφραση. Γνωρίζοντας όλους αυτούς τους εκφραστικούς κινδύνους ο δημιουργός επιλέγει εν προκειμένω για να προχωρήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, κάτι ανάλογο με την μπρεχτική Verfremdung. Εκκινεί όπως έκανε και σε παλιότερες προτάσεις του, από τα realia: Φωτογραφίες, ονόματα των θυμάτων, ανταποκρίσεις, κείμενα, μακέτες βομβαρδισμένων πόλεων και ποικίλο ακόμη πραγματολογικό υλικό.Εδώ ο καλλιτέχνης δεν λειτουργεί ως γκουρού ή θαυματοποιός αλλά υιοθετεί τον ρόλο πολεμικού ρεπόρτερ ή καλύτερα ιστοριοδίφη. Ώστε το αποτέλεσμα της εργασίας του να είναι "αντικειμενικό", αντισυναισθηματικό δηλαδή αμείλικτο και ο θεατής να καταστεί συμμέτοχος της ευρύτερης, κοινωνικής ευθύνης. Γιατί αν το έργο τέχνης δεν είναι σε θέση να κάνει τον άνθρωπο περισσότερο άνθρωπο, τότε διερωτώμαι ποιον άλλο λόγο ύπαρξης διαθέτει. Ο Στάμος μιλάει τώρα για "Γεωγραφία" όπως μιλούσε παλιότερα για "Μεταναστεύσεις". Ο πληθυντικός και στις δύο περιπτώσεις σηματοδοτεί τις διαφορετικές οπτικές γωνιές, τις αντίθετες πολιτικές στιβάδες, τα συγκρουόμενα, πολιτικά συμφέροντα. Ο κόσμος μας είναι ένας και συγχρόνως πολλοί και η εποχή μας εξαιρετικά σημαντική και λόγω των ακροτήτων που την χαρακτηρίζουν αλλά και λόγω της απελπισίας που γεννάνε τα ποικίλα αδιέξοδα που έχει συσσωρεύσει.
Ποιο θα είναι το αύριο ενός πλανήτη συλημένου, υπερθερμασμένου, δηλητηριασμένου από την μόλυνση πραγματική και συμβολική ενός καλπάζοντος, ληστρικού καπιταλισμού, με εκρηκτική την πληθυσμιακή αύξηση και αντίστοιχη απομείωση των φυσικών πόρων; Ποιο είναι το αύριο σε έναν κόσμο όπου η εξουσία και ο πλούτος συγκεντρώνονται σε μια αισχρή μειοψηφία ενώ οι θηριώδεις πλειοψηφίες θα λιμοκτονούν; Πόσες και ποιες γεωγραφίες μπορούν να χωρέσουν αυτόν τον παραλογισμό;

Ο Στέργιος Στάμος και παλιότερα καταπιάστηκε με την εικαστική αποτύπωση μιας Ελλάδας που καταρρέει. Με τις θάλασσες της να έχουν καταστεί νεκροταφεία αθώων και την ενδοχώρα της πεδίο βολής του διεθνοποιημένου, τυχοδιωκτικού κεφαλαίου. Και αυτή τη φορά ο προβληματισμός της πρότασης του συνδέει το παγκόσμιο με το τοπικό  και αντίστροφα. Η  ελληνοπρεπής "μπουγάδα" με τα ματωμένα χαρτιά και τα άπλυτα ενός βρώμικου κόσμου- τόσο συμβολική όσο και ρεαλιστική-  παραπέμπει έμμεσα στη μπουγάδα που έστησε ο Βλάσης Κανιάρης το 1979-80 εντός του πρώην παγοποιείου ΦΙΞ και στο συνταρακτικό έργο του "Hélas- Hellas", ο ζωγράφος και το μοντέλο του". Ο Στάμος συνεχίζει αυτή την υποβλητική ελεγεία για τα πάθη του τόπου και τα πάθη του κόσμου με ένταση αλλά και λιτότητα. Με λιτότητα αλλά και με ένταση σε τρόπον ώστε ο υπόκωφος θρήνος των εικόνων του να καταστεί κραυγή. 

Μάνος Στεφανίδης
 5/5/2017

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Τα μυστικά των εικόνων - η γενιά του '60. Α! μέρος.


Εγκαίνια Πέμπτη 1η Ιουνίου, 7.30 μ.μ. 
στο Πολιτιστικό Κέντρο δήμου Αλίμου, λεωφόρος Ιωνίας 96

Η γνώση της τέχνης μας, σύγχρονης και παλιότερης, δεν συνιστά απλή πολυτέλεια αλλά πράξη ουσιαστικής αυτογνωσίας. Η τέχνη μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, η καθημερινή ζωή μας αλλά κάπως αλλιώς. Δηλαδή η αδιαπραγμάτευτη μας ζωή, με όλες τις αντιφάσεις ή τις αντιξοότητες, αλλά κάπως αλλιώς. Σαν μια μυστική δύναμη να έχει μεταμορφώσει την καθημερινότητα σε μαγεία. Αυτό είναι ό τι αποκαλούμε τέχνη κι αυτή είναι η αναμορφωτική της δυνατότητα. Κι ας μην ξεχνάμε: Η τέχνη είναι διαλεκτικά αντίθετη προς κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας η ίδια την ουτοπία της διαρκούς επανάστασης. Κάτι που δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι συνδικαλιστές ούτε κι οι γραφειοκράτες της τέχνης. Ούτε βέβαια οι μεταπράτες ή οι διαφημιστές της. Η τέχνη αποτελεί ενδιάθετη γνώση και ως τέτοια δεν χρειάζεται απόδειξη. Είναι τέλος η τέχνη μια τρέλα χωρίς την αρρώστια κατά την επιτυχημένη διατύπωση του πρόωρα χαμένου Γιώργου Λάππα.
Γενικά τώρα μιλώντας η σύγχρονη τέχνη μας εκκινεί στις αρχές του 20ου αιώνα με τις επιβλητικές δημιουργίες του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), του Γεωργίου Μπουζιάνη (1885-1959) και του Φώτη Κόντογλου (1896-1965). Πρόκειται για τρεις δασκάλους που έμμεσα ή άμεσα διαμορφώνουν τη γενιά του '30, δηλαδή την ελληνοκεντρική καλλιτεχνική έκφραση και ορίζουν την πραγματικότητα,ή αν προτιμάτε,την ουτοπία μιας εθνικής σχολής.


Ο Τσαρούχης, ο Διαμαντόπουλος, ο Εγγονόπουλος, ο Μόραλης, ο Νικολάου, η Λυμπεράκη, ο Μαυροΐδης, ο Κοντόπουλος, η Μελά-Κωσταντινίδη, ο Αστεριάδης, ο Σικελιώτης, ο Βασιλείου, ο Καπράλος, ο Ζογγολόπουλος, ο Λουκόπουλος, ο Σκλάβος, ο Λαμέρας, ο Σπυρόπουλος, Μυλωνά κλπ. είναι τόσο απαστράπτουσες, ατομικές περιπτώσεις όσο και η εξέλιξη των προβληματισμών που διατύπωσαν οι προειρημένοι δάσκαλοι. Με τους δύο ιδιοφυείς αθώους τον Γιαννούλη Χαλεπά (1851- 1938) και Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1873-1934) να αποτελούν τις δύο ανένταχτες εξαιρέσεις που όμως συγκροτούν έναν διαφορετικό κανόνα. Τον κύκλο των μεγάλων δημιουργών που βρίσκουν το δρόμο τους ανάμεσα στην γενιά του '30 και τους τρεις προαναφερθέντες δασκάλους της συμπληρώνουν οι περιπτώσεις του Νικόλαου Λύτρα, του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Γεράσιμου Στέρη,του Μιχάηλ Οικονόμου και του Γεωργίου Γουναρόπουλου και του Σπύρου Παπαλουκά... Συμβολικά μιλώντας ο Γιάννης Μόραλης εντός της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και ο Γιάννης Τσαρόυχης εκτός υπήρξαν οι βασικοί δάσκαλοι της λεγόμενης γενιάς του '60. (Έστω κι αν κάποιοι επιφανείς εκπρόσωποι της αργότερα βιάστηκαν ως "διεθνιστές" οι ίδιοι να καταγγείλουν ως φολκλορικό ή "εθνοκεντρικό" το έργο τόσο του Τσαρούχη όσο και του Μόραλη). Πάντως, με ιστορικούς όρους μιλώντας, και μακριά από τα πάθη της εποχής ή τους αναπόφευκτους καλλιτεχνικούς ανταγωνισμούς η γενιά του '30 υπερασπίστηκε την ιθαγένεια και την ταυτότητα ενώ η γενιά του '60 όντας ανδρωμένη στις μεταπολεμικές, καλλιτεχνικές συνθήκες διεκδίκησε το διεθνές καλλιτεχνικό λεξιλόγιο και εν πολλοίς κατέκτησε το ενδιαφέρον του παγκόσμιου κοινού. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της Χρύσας, του Γιάννη Κουνέλλη, του Κανιάρη, του Τάκι, του Λουκά Σαμαρά κλπ.


Στην παρούσα έκθεση παρουσιάζουμε ενδεικτικά καλλιτέχνες που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1920 και το 1940, ωρίμασαν στην περίοδο της δικτατορίας και έκτοτε πρωταγωνίστησαν στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και όχι μόνο. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις του Γιάννη Γαΐτη, του Παναγιώτη Τέτση, του Θανάση Τσίγκου, του Δανιήλ, του Δημήτρη Περδικίδη,του Ηλία Δεκουλάκου, του Δημοσθένη Κοκκινίδη, του Νίκου Κεσσανλή, του Παύλου,του Κώστα Τσόκλη, του Χρίστου Καρά (οι τέσσερις τελευταίοι γεννήθηκαν το 1930) και των λίγο νεότερων Δημήτρη Μυταρά, Σωτήρη Σόρογκα, Αλέκου Φασιανού, Βασίλη Σπεράντζα, Μπίας Ντάβου κλπ. Πρόκειται για δημιουργούς που σφυρηλάτησαν την σύγχρονη ευαισθησία μας, που " εικογράφησαν" το συλλογικό μας παραμύθι ως κοινωνίας με έργα που ισορροπούν ανάμεσα στο τοπικό και το διεθνές, το δράμα της εθνικής μας ιστορίας και τις κοσμοϊστορικές ανακατατάξεις που συγκλόνισαν μεταπολεμικά τον πλανήτη. Τέλος την χαρά του έρωτα και το πένθος του θανάτου. Την χαρά της έκφρασης αλλά και το πένθος που γεννιέται από την αδυναμία να εκφραστούμε εγκλωβισμένοι σε μιαν μονοδιάστατη παιδεία και έναν τεχνοκρατικό τρόπο ζωής. Την έκθεση κλείνει συμβολικά ένας νεότερος καλλιτέχνης, ο Χρήστος Αντωναρόπουλος που ζει και δημιουργεί στον Άλιμο ως μια χειρονομία προς το μέλλον, τις νέες ιδέες, τα νέα υλικά, τις νέες τεχνολογίες. Αλλά και ως πρώτη συμβολή για την δημιουργία μιας σύγχρονης Πινακοθήκης για την οποία έχει δεσμευτεί η δημοτική αρχή.

 Οι παρουσιαζόμενοι πίνακες συγκροτώντας μιαν κατ´ αρχήν αισθητικοϊδεολογική ενότητα υπερασπίζονται ατομικές ιδιοσυγκρασίες ή όνειρα αλλά εκφράζουν συγχρόνως και γενικότερες ανάγκες ή επιθυμίες. Κατ'ουσίαν περι -γράφουν μέσα από σύμβολα, συνειρμούς ή οπτικά συμφραζόμενα το πρόσωπο μιας Ελλάδας που όσο κι αν αλλάζει, υπό περιπτώσεις, παραμένει βασανιστικά το ίδιο. Γιαυτό μίλησα στην αρχή για την δυνατότητα αυτογνωσίας που μας χαρίζει η τέχνη. Ίσως την ύστατη μας ευκαιρία για αυτογνωσία. Αρκεί να έχουμε τη διάθεση να δούμε...
 


Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Παρουσίαση του "Μοιραίου Αλέξη"



Αύριο  στο Βιβλιοπωλείο του Θόδωρου Παντούλα, στα Βριλήσσια

Γελοιογραφία του φίλου μου Νικόλα ο οποίος σχέδιασε αριστοτεχνικά το ανωτέρω βιβλίο

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Μάθε να φεύγεις


Όλα τελειώνουν. Είναι αναπόφευκτο. Είναι νόμος του υπάρχειν. Ακόμη κι όσα έμοιαζαν αιώνια. Αν όμως δεν θέλεις να πεθάνουν όσα αγάπησες ταυτόχρονα με το μοιραίο τέλος τους, μάθε να φεύγεις. Φύγε εγκαίρως. 

Έτσι διασώζεται αυτό που μοιάζει χαμένο. Φύγε ενώ ακόμη λάμπουν τα αισθήματα και σε φωτίζουν τη στιγμή που θα απομακρύνεσαι. 


Ο χωρισμός δίνει πάντα νέα διάσταση σε ό τι ακύρωσε ρεαλιστικά ο χρόνος. Μόνο έτσι δοκιμάζεται η αλήθεια της σχέσης. Με την αναχώρηση. Τα κορμιά μπορούν και ταξιδεύουν, οι ψυχές όχι. Κι αυτό είναι νόμος.
Από την άλλη, η απελπισία από μόνη της ποτέ δεν μεταμορφώνεται σε αληθινό πάθος. Η απελπισία σκοτώνει, η λύπη όχι. Τέλος το πένθος από μόνο του είναι μορφή δημιουργίας. Μάθε να μην φοβάσαι το πένθος. 


Ένα γραμμάριο ευτυχίας, άλλωστε, είναι πιο ακριβό κι από το πιο ακριβό άρωμα. Η λύπη πάλι παρέχεται δωρεάν. Και χωρίς φειδώ στην ποσότητα. Αγάπησε την λύπη σου για να σε ξαναγαπήσει η χαρά σου.


ΥΓ. Φωτογραφία αλιευμένη από τον Σαρωνικό του φ.μπ :
Η Σαλαμίνα από το αεροπλάνο. Στο πρώτο πλάνο η Ψυττάλεια και το Πέραμα. Η προέκταση του μεγάλου λιμανιού. Στο βάθος η Ελευσίνα και τα Μέγαρα. Επάνω ένας μεταφυσικός ουρανός φτιαγμένος δυνητικά από το χέρι του Γκρέκο, οδηγημένο από το χέρι του Θεού. Ίσως το πιο ιστορικά φορτισμένο σημείο του πλανήτη. Και κάποτε από τα πιο όμορφα ...

Ελεγείο για τη ρευστότητα

Ο Κωνσταντίνος Τόλης στον Εικαστικό Κύκλο Sianti



Μου αρέσει εκείνη η ζωγραφική που έχει όλα τα χαρακτηριστικά οπτικοποιημένου στοχασμού και που μοιάζει με αξίωμα φιλοσοφικό τόσο όμως προφανές ώστε να μην χρειάζεται απόδειξη. Μια ζωγραφική αινιγματική στην κατασκευή της και αθώα στην ουσία της σε τρόπον ώστε να μην διεκδικεί ερμηνεία αλλά μόνο ενόραση (αυτό δηλαδή το στοιχείο που πυροδοτείται από την όραση μόνο και μόνο για να την ακυρώσει). Μια ζωγραφική επίσης που να έχει την έκρηξη της χειρονομίας, την πειθαρχία του αυτοσχεδιασμού, την κομψότητα του αραβουργήματος και την αφηρημένη ομορφιά μιας συγχορδίας. Που να μην αναπαριστά τίποτε άλλο πέραν της αυτοφυούς γοητείας της και που το βάθος της να είναι συγχρόνως και η επιφάνεια της. Που να είναι, τέλος, τέλεια ως εκείνο όμως το σημείο που η μορφική της αυτάρκεια δεν θα υποβαθμίζει το περιεχόμενο της. Μια ζωγραφική που θα συσκοτίζει έτι περαιτέρω όσα δεν αντέχουν στο φως και που θα φανερώνει όσα χρώματα κοιμούνται κρυμμένα στην φόδρα της νύχτας. Σιωπηλά και ωραία σφόδρα! Συμπερασματικά με ενδιαφέρει εκείνη η ζωγραφική που απευθύνεται στο υποψιασμένο βλέμμα για να υπερασπιστεί εξωτερικότητες, μυστικές σχέσεις, τοπία της ψυχής, άνιδρους τόπους αυχμηρούς που όμως αξιώνονται την δρόσο των ουρανών κι ανθίζουν.
Η ζωγραφική του Κωνσταντίνου Τόλη διαθέτει, κατά τη γνώμη μου, πολλά από τα ανωτέρω χαρακτηριστικά καθώς ισορροπεί ανάμεσα σε μιαν εγγενή, όχι εύκολη διακοσμητικότητα αλλά και στην διάθεση να αμφισβητηθούν τα κυρίαρχα εικαστικά κλισέ, οι γραφισμοί ή οι κατασκευαστικές ευκολίες της γεωμετρικής φόρμας. Οι πίνακες του Τόλη επειδή είναι εξαντλητικά σχεδιασμένοι μπορούν και παραμένουν ακύμαντοι εξωτερικά με την τρικυμία να μαίνεται στο εσωτερικό τους. Τα τοπία της ψυχής και της επιθυμίας που υπαινίχθηκα πιο πάνω. Καταλήγει δηλαδή ο ίδιος "ηρέμα" εξπρεσιονιστής ακολουθώντας όμως δρόμους αντίθετους του τυπικού, άκρως υποκειμενικού και "εκρηκτικού" εξπρεσιονισμού - κατά τον τρόπο που ο ιστορικός Θουκυδίδης δήλωνε "άθεος ηρέμα" παρότι πάλευε με τους - μετα φυσικούς - νόμους της σκοτεινής θεάς Ιστορίας και την ακατανίκητη μοίρα των ανθρώπων... Και αυτό το χαρακτηριστικό του επειδή αντιβαίνει τον κυρίαρχο "κανόνα", καθιστά την ούτως ή άλλως ιδιαίτερη ζωγραφική του, αχειροποίητη σαν να φτιάχτηκε ηλεκτρονικά, πολύ ενδιαφέρουσα...



Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ αφήνοντας τον θεατή να δει και να πει τα υπόλοιπα. Όμως θέλω να σταθώ και σε μιαν ακόμη ιδιότητα του ζωγράφου αυτού. Ο Κωνσταντίνος Τόλης βιοπορίζεται -πλην της κοσμικής ζωγραφικής - και από την αγιογραφία έχοντας ιστορήσει αρκετούς ναούς ως συνεργάτης του ανανεωτή του είδους Γιάννη Καρούσου και έχοντας φιλοτεχνήσει εικόνες με τους τρόπους και την ευλάβεια της Παράδοσης. Όσο ερευνώ το θέμα, διαπιστώνω ότι οι πιο σημαίνοντες Νεοέλληνες ζωγράφοι έχουν υπάρξει και αγιογράφοι σε τρόπον ώστε ο τρόπος αυτός έκφρασης να αποτελεί, μέσω της δοκιμασμένης, εφαρμοσμένης τεχνικής του, την κρυμμένη ραχοκοκαλιά της εθνικής σχολής μας. Την μυστική αρμογή της νεότερης και της σύγχρονης τέχνης μας. Και δεν εννοώ μόνο τον Φώτη Κόντογλου, τον Ράλλη Κοψίδη, τον Πέτρο Βαμπούλη ή τους λοιπούς νεοβυζαντινούς. Δεν εννοώ καν τον μέγιστο Σπύρο Παπαλουκά. Αγιογράφοι έχουν διατελέσει κατά καιρούς ο "γενάρχης" Θεόδωρος Βρυζάκης, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Αγήνωρ Αστεριάδης, ο Γεώργιος Γουναρόπουλος, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Νίκος Εγγονόπουλος κλπ. Για να μην ξεχάσω τον Θεόφιλο στο Πήλιο...Ακόμη και ο Παναγιώτης Τέτσης που αγιογράφησε μέσα στην δίνη του εμφυλίου αίματος το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου στον Σκαραμαγκά, το 1948, εντάσσεται στον κανόνα. Ή
 ο Μυταράς το ιδιωτικό ναΐδριο στην Αγία Μαρίνα. Η περίπτωση τέλος του Γιάννη Τσαρούχη αποτελεί ένα ειδικό κεφάλαιο από μόνη της. Άρα η σύζευξη δεν είναι εκτός θέματος.
Να γιατί υπογράμμισα την σχέση του Τόλη με την αγιογραφία και να γιατί η σύζευξη αυτή δεν είναι εκτός θέματος. Και επειδή τιμά ο ίδιος ένα ιστορικό είδος, μιαν ιθαγενή παράδοση αλλά και επειδή εμπλουτίζει υποδόρια το κυρίως έργο του με ένα πλούσιο υλικό θεωρητικών γνώσεων και τεχνικής εμπειρίας. Με τη μνήμη του χρόνου και την βαθιά Ιστορία παρούσες. (Κι όταν αναφέρομαι σε τεχνικές και εμπειρία, υπονοώ κυρίως υποθέσεις της ψυχής. Στις εικόνες που μας διαμορφώνουν ένδον. Αν με αντιλαμβάνεστε). Εν κατακλείδι υπογραμμίζω ότι ο Κωνσταντίνος Τόλης υπερασπίζεται κάτι που ανέκαθεν αποτελούσε εδραία πεποίθηση μου, ότι δηλαδή η ζωγραφική και τότε και τώρα δεν έχει παρά μιαν αποστολή: Να χρωματίζει τα ρευστά του αόρατου στα μάτια των ανθρώπων.

25 Μαρτίου 2017


Ο Μορταράκος και οι Μαθητές του - Αμφίπλευρη σχέση

"Ο ζωγράφος μεταχειρίζεται χρώματα και πινέλα, λάδι, νέφτι και άλλα. Ξέρει όμως ότι πίσω από το τελάρο του υπάρχει μια φοβερή, βαθειά, μαύρη τρύπα. Παραμερίζει, με την τόλμη του ονείρου, το τελάρο και σκύβοντας μεσ’ στο σκοτεινό βάραθρο βλέπει μακριά, πολύ μακριά, κοντά στο βάθος κάτι να φωσφορίζει αμυδρά. Στο συναμεταξύ πετούν – αθόρυβα- μαύρα πουλιά, φτερωτά ψάρια και φαντάσματα. Ξανάρχεται στο φως. Ανάμεσα σε αυτόν και το τελάρο του βρίσκεται τώρα ένα θεριό. Αλλά και πάλι δε φοβάται. Ξέρει να θυμηθεί, όταν πρέπει, το μεγάλο μάθημα του Θεόφιλου Γ. Χατζή – Μιχαήλ. Πάνω από το άσπρο και κόκκινο πλεχτό του κολυμβητή περνάει την αρχαία πανοπλία. Σαν τον Μεγάλο Αλέξανδρο κάνει τον σταυρό του και λέει «Έλα Χριστέ και Παναγιά»..."

«Η γνώμη του ζωγράφου κ. Νίκου Εγγονόπουλου».
Νεοελληνική Λογοτεχνία, 1938 (Ιανουάριος), τεύχος  3, σ. 131.



  • Είναι η τέχνη στους καιρούς μας, καιρούς κρίσης και γενικότερης απαξίας θεσμών και προσώπων, μια πολυτέλεια περιττή; Επηρεάζεται άραγε η γενικότερη παιδεία ή η ευαισθητοποίησή μας με την τέχνη που παράγει αυτή εδώ η περίεργη εποχή; Με την παρούσα έκθεση του δασκάλου και των μαθητών του σύγχρονοι ζωγράφοι συναντούν το ευρύτερο κοινό με έργα τα οποία φιλοδοξούν όχι μόνο να τέρψουν αλλά και να προβληματίσουν, με φόρμες που δεν κολακεύουν το μικροαστικό γούστο ούτε ενισχύουν τον οπτικό εφησυχασμό. Ας το κάνουν αυτό οι τηλεοράσεις... Με έργα, τέλος, που υπερασπίζονται την αξιοπρέπεια της εικόνας απέναντι στις ποικίλες φαλκιδεύσεις της, απέναντι στη διάχυτη " βελούδινη" βαρβαρότητα των ημερών και την πόζα που υποδύεται την έκφραση. Όλοι οι εικαστικοί φίλοι που εμπλεκόμαστε σε αυτήν εδώ την παρέμβαση,οι υπεύθυνοι της Πινακοθήκης Βογιατζόγλου, ο συλλέκτης Χρήστος Χριστοφής, ο Κυριάκος Μορταράκος και οι ξεχωριστοί απόφοιτοι του εργαστηρίου του, στεκόμαστε καχύποπτοι απέναντι στον ναρκισσισμό των εικόνων που κυριαρχούν και επιμένουμε πως η τέχνη μπορεί να εκφράσει πράγματα βαθύτερα και πιο ουσιαστικά από το μονοσήμαντο επικοινωνιακό παιχνίδι της αυτοπροβολής ... Η τέχνη παραμένει το ύστατο καταφύγιο ελευθερίας και υπέρβασης. Αυτό επιδιώκει και ο παρών διάλογος του πρώην επικεφαλής του Β εργαστηρίου της Σχολής Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης και της ομάδας των μαθητών που τώρα πλέον συγκροτούν ανεξάρτητες και ισότιμες καλλιτεχνικές περιπτώσεις.
Διερωτάται βέβαια κανείς στην εποχή του γκρίζου ποιο άλλο χρώμα θα μπορούσε να θεωρηθεί καταλληλότερο για να εκφράσει το βαθύτερο πένθος από το γκρίζο το ίδιο και τις άπειρες εκδοχές του...(σαν κάποιο μικρό φως που λιποψύχησε); Σ’ αυτό το ερώτημα ας απαντήσει ο κάθε επισκέπτης προσωπικά. Και ας αναλογισθεί πως ακόμη και τα πιο φανταχτερά και «επίσημα» έργα, εκείνα δηλαδή που φωνασκώντας υποστηρίζουν τον κυρίαρχο λόγο της εξουσίας, κρύβουν στον βαθύτερό τους πυρήνα κάποια ψήγματα αυθεντικότητας. Τελικά ένα είναι το συμπέρασμα: Τέχνη είναι εκείνο το ψέμα που σταθερά  υποστηρίζει την κρυμμένη αλήθεια του καθενός.

Πιο συγκεκριμένα, ο Κυριάκος Μορταράκος (1948), επίτιμος καθηγητής στο τμήμα Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, είναι ένας στοχαστικός ζωγράφος που ανέκαθεν επιχειρούσε να συνδυάσει τον εννοιολογικό προβληματισμό με την δυναμική των χρωμάτων. Στους πίνακές του, συχνά μεγάλων διαστάσεων, κυριαρχούν τα πολυεπίπεδα μαύρα, τα δουλεμένα γκρίζα, τα εξαντλητικά γαιώδη ή τα λαδιά, κορεσμένα χρώματα και πρωταγωνιστεί συνήθως ένα δωμάτιο πλημμυρισμένο είτε με λέξεις, είτε με σιωπή ...  το εργαστήριο του καλλιτέχνη. Κάποτε διαγράφεται ένα παράθυρο, το αρχετυπικό κάδρο της Αναγέννησης,  με στόχο όμως όχι την έξω αλλά την ένδον θέαση.Κάποτε το παράθυρο σβήνεται, "κλείνει" σαν να μην έχει πια λόγο ύπαρξης. Πρόκειται για μια ζωγραφική που περισσότερο υπαινίσσεται παρά αναπαριστά. Όμοια και οι μαθητές του συνεχίζουν αυτόν τον δύσκολο αλλά ουσιαστικό δρόμο να μετατρέψουν την φαντασμαγορία των εικόνων σε στοχασμό και ουσία. Με κάθε μέσο. Με το παραδοσιακό τελάρο που βρίσκει συνεχώς τη δύναμη και ανασταίνεται, με τη φωτογραφία που παραμένει η πιο παρεξηγήσιμη, εικαστική έκφραση, με τις εγκαταστάσεις ή κατασκευές στο χώρο όπου το δράμα των υλικών παριστάνει ένα" ζωντανό θέατρο αψύχων".



Το γοητευτικό, πάλι, με τη ζωγραφική γενικότερα είναι οι ποικίλες σκέψεις που δημιουργούνται στο θεατή εξ αιτίας της. Το πως δηλαδή απ' την εικόνα και την ποιητική της, απ' την εικόνα και τη γοητεία της εκκινεί εκείνο το νήμα της σκέψης που (μπορεί να) μορφοποιείται σε λόγο. Κυριολεκτικά εξ αφορμής. Απ' την άλλη ένα κριτικό κείμενο οφείλει ν' αναπτύξει, συχνά ισορροπώντας στα όρια της υποκειμενικότητας ή και της αυθαιρεσίας, τα όσα ενστικτωδώς και εν σπέρματι υποστηρίζει χωρίς λόγια ο ζωγράφος με τις εικόνες του. Με τις θεματικές του εμμονές. Με τα στερεότυπα της μαστορικής του. Και βέβαια θα υπάρχει πάντα, όπως εξ άλλου συμβαίνει σε όλες τις παραστατικές τέχνες, ένα κομμάτι άρρητο και αόρατο, ακόμη κι απ' αυτόν τον ίδιο τον δημιουργό. Το πιο πολύτιμο.
 Αντίθετα, στην ακαδημαϊκή τέχνη σταθερά αποθεώνεται το προφανές. Ό,τι δηλαδή ενθουσιάζει και εντυπωσιάζει το μικροαστό και την αισθητική του. Στην άλλη πάλι, την πιο ανήσυχη, την πιο πειραματική έκφραση, ιχνηλατείται πρωτίστως ο τρόπος που
 ενσαρκώνονται οι ιδέες. Να γιατί ο μοντερνισμός είναι, εντέλει, ένας ιδεαλισμός χωρίς ρομαντικό πρόσημο. Δηλαδή με το συναίσθημα τιθασευμένο. Π.χ. o Duchamp ή ο Fontana και η απουσία της ηδονής ως κατηγορικής αρχής της τέχνης.Και στον Κυριάκο αλλά και στους λοιπούς συνεκθέτοντες το συναίσθημα έπεται μιας αρχικής, εννοιολογικής θέσης. Μιας πρώτης ιδέας, ας πούμε, φιλοσοφικής... Το έργο είναι αποτέλεσμα αυτής της βαθύτερης διαδικασίας.
 Απ' τα νεανικά του έργα ο Μορταράκος προχωρεί ψαχουλευτά, σαν τον τυφλό στο σκοτεινό δωμάτιο για να χρησιμοποιήσω έναν πλεονασμό. Πρώτα αγγίζει τα ίχνη,τον τετελεσμένο χρόνο και μετά κατανοεί. Έπειτα ερμηνεύει το υλικό μνήμης και μόνο στο τέλος συγκινείται. Έτσι νομίζω αποκτά αξία κι η δική μας συγκίνηση (που, εξ ορισμού, δεν πρέπει να είναι εύκολη). Θέμα του τα πρωταρχικά πράγματα, τ' απολύτως χρειώδη, το εργαστήριό του, το φως της λάμπας και οι ακοίμητες ώρες που ξεκουράζονται, θαρρείς, πάνω στα φθαρμένα αντικείμενα. Έπειτα το δωμάτιο με την κλειστοφοβική του αίσθηση θα καταστεί  “χώρος” όπως θα καταστεί “χρόνος” και το ατελείωτο στάγδην των λεπτών που στερεοποιούνται σαν λειωμένο κερί. “Χρώμα” και των δύο, χώρου και χρόνου,  τα θαμπά γαιώδη, τα εξουδετερωμένα μπλε, τα βαριά πράσινα, το λυκόφως, το μισοσκόταδο στα, χωρίς ανοίγματα, εσωτερικά. Παλιότερα, ήταν το δωμάτιο του Van Gogh, γεμάτο ερωτικά ερωτήματα ύπαρξης. Πιο παλιά ακόμη πρωταγωνιστούσε το τετράπλευρη που γινόταν κύβος-κουτί, δηλαδή ένα αρχετυπικό δωμάτιο, ένας “οίκος”, μια θεατρική, ιδεατή σκηνή στον χώρο, με υποτυπώδη όμως δράση. Επίσης κάτι απροσδιόριστο πύκνωνε πάντα την απόσταση από το έργο στο θεατή. Το αόρατο και πολύτιμο που λέγαμε πιο πάνω. Κι όμως, η θεματική του, σχεδόν μισόν αιώνα, είναι διαλεκτικά διαυγέστατη. Χωρίς επιπόλαιους εντυπωσιασμούς ή “μεταφυσικές” ιλουζιονιστικές ατμόσφαιρες. Η ποίηση της ύλης δεν χρειάζεται περαιτέρω ποίηση να υποστηριχτεί. Και οι λέξεις - υποκατάστατα των αγαπημένων πραγμάτων που πέθαναν, ας κολυμπούν μετέωρες στο ζωγραφικό φόντο όποτε υπάρχει χρεία... Θέμα του πλέον μόνιμο καθίσταται η απουσία, η αναχώρηση, το λίγο του κόσμου που απέπτη.



Πιο συγκεκριμένα στα πρόσφατα έργα επαναλαμβάνεται από το Κυριάκο Μορταράκο το πρώτιστο θέμα των τεχνών της εικόνας (το ορθογώνιο, “παράθυρο” στον κόσμο” του Alberti, το καρέ του σινεμά, το κάδρο της φωτογραφίας) μ' έναν τρόπο βαρυσήμαντο, θα έλεγα μνημειακό αλλά και αρκούντως απελπισμένο. Τώρα το “παράθυρο” δεν έχει άνοιγμα, το ορθογώνιο παραμένει τυφλό, έχοντας, ανεπαισθήτως, κλείσει τον κόσμον έξω. Μια ζωγραφική τόσο για τη κρίση της ζωγραφικής όσο και για τη κρίση της κοινωνίας γενικότερα, χωρίς εύκολους συμβολισμούς. Χωρίς λαϊκισμούς. Εκεί που κάποτε, παραδοσιακά ζωγραφιζόταν ένα τραπέζι, μια πόρτα, ένα παράθυρο τώρα "γράφεται" η λέξη που σημαίνει τα σημαινόμενα που δεν ωφελεί πλέον να αναπαριστώνται. Σαν μακέτα εκείνης της ζωής που δεν υπάρχει πια. Κάτι το τρυφερά ελεγειακό διαπερνά τα έργα που οργανώνονται με βάση αυτό το εύρημα, κλίμα που επιτείνουν τα λαμπιόνια με το κίτρινο, ασθενικό φως στους τρόπους των περιβάλλον των του Boltanski.

Συμπερασματικά θα υποστήριζα, παρατηρώντας όλα τα έργα της έκθεσης και ψυχανεμιζόμενος τη πρόθεση των 17+1 καλλιτεχνών, ότι στη βασιλόπιτα της τέχνης υπάρχει ένα φλουρί για όλους. Αρκεί να ψάξει ο καθένας ανάλογα με την παιδεία ή τις αντιλήψεις του μακριά από δογματισμούς ή λαϊκισμούς. Επειδή στη σύγχρονη τέχνη περισσότερο από τα έργα κοιτάμε τον εαυτό μας που κοιτάει. Παρακολουθούμε τις αντιδράσεις μας εμπρός στο ανοίκειο ή το άγνωστο. Ελέγχουμε το πώς διαβάζουμε την πραγματικότητα μέσα από τα κλισέ.
Η σύγχρονη τέχνη θέλει –πρέπει– να πάρει θέση και να μας ωθήσει να δούμε την εικόνα του κόσμου κριτικά, να ανακαλύψουμε τις κρυμμένες ερμηνείες του αμφισβητώντας τις παγιωμένες μας ασφάλειες. Να μη φοβόμαστε τον σαρκασμό για τη γελοιότητα που μας περιβάλλει αλλά τη γελοιότητα την ίδια. Τα μουσεία, οι εκθεσιακοί χώροι γενικότερα όπως π.χ.η Πινακοθήκη Βογιατζόγλου είναι τόποι ελευθερίας και έκφρασης, και ασκούν ανεπαισθήτως και τρυφερά ένα παιδαγωγικό και συγκινησιακό καθήκον. Αποστολή τους είναι να υπερασπισθούν την αισθητική και την ιστορία του παρελθόντος διεκδικώντας επίσης την αισθητική και την ιστορία του σήμερα. Που έχει κι αυτό τα δικαιώματά του.
Το ζήτημα βέβαια είναι τι πράγματι μπορεί να θεωρηθεί σήμερα, στην τόσο πολυεπίπεδη αλλά και άνυδρη εποχή μας, ότι είναι τέχνη και τι όχι. Όμως εδώ τίθεται ένα θέμα προσωπικής ελευθερίας. Ένα θέμα διαλόγου και αμφισβήτησης κάθε δογματισμού. Στο κάτω κάτω πρόκειται απλώς για μιαν έκθεση και για έργα τέχνης. Δικαιούμαστε να μας αρέσουν αλλά και να μη μας αρέσουν. Δικαιούμαστε, ασφαλώς, να εκφράσουμε τις απορίες ή τις αντιρρήσεις μας. Δε δικαιούμαστε όμως να τα φιμώσουμε.



Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Πένθος - Έρως

(Ένα ρέκβιεμ για τις εικόνες) 



 ... Ας μίλησουμε λίγο για αυτά τα δυσκολοπρόφερτα,ανεξιχνίαστα υλικά της ψυχής. Κι ας κοιτάξουμε τον έρωτα στα μάτια, μήπως αντιληφθούμε το πένθος του. Στα σκοτάδια των σφαλιστών του βλεφάρων ... Οδηγοί μας η μουσική με το requiem και η ζωγραφική με το lamentum των χρωμάτων.
Αν, τώρα, υπάρχει ένας ακατάλυτος, εσωτερικός σύνδεσμος ανάμεσα στην ζωγραφική και την μουσική, αυτός σχετίζεται με την κοινή ροπή και των δυο αυτών εκφράσεων προς την αφαίρεση, την απόρριψη του περιττού. Δηλαδή προς εκείνη την δημιουργία που δεν αντανακλά την πραγματικότητα αλλά δημιουργεί μια καινούργια. Αυτή την μυστική σχέση ανάμεσα στις οπτικές και τις ηχητικές φόρμες  -το αφηρημένο που θα πει το μη αναπαραστατικό αλλά ούτε και αναπαραστάσιμο "γεγονός"  ή δράμα αν προτιμάτε - διερευνά η παρούσα έκθεση του Χρυσόστομου. Με έργα, σχέδια και ζωγραφικές, που εν πολλοίς φτιάχτηκαν για τον σκοπό αυτό ή ακολούθησαν, σε χρόνο ανύποπτο, ανάλογο προβληματισμό. Πως οπτικοποιείται το δράμα.

Ο ζωγράφος τα τελευταία χρόνια δουλεύει αποκλειστικά πάνω στο θέμα του requiem. Πως δηλαδή μπορεί να γίνει η μουσική και η άφατη θλίψη της, εικόνα καθαρτήρια. Χρησιμοποιώντας, κυριολεκτικά,τα πιο πρωτογενή υλικά της ψυχής, τον αυτοσχεδιασμό, τις ελεύθερες γραφές, τις χαρτεπικολλήσεις, την άμεση, αδιαμεσολάβητη χειρονομία που δεν περιγράφει αλλά επιμένει να είναι! Υπάρχει στην έκθεση "Πένθος - Έρως", τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση, μια αντίφαση: Ο Χρυσόστομος παρουσιάζει συγχρόνως τα ρεαλιστικά σχέδια άκρως ερωτικών γυμνών και την γύμνια συνθέσεων που θέλουν να απαλλαγούν από την οποιαδήποτε διακοσμητική ηδονή. Όμως αν σκεφτεί κανείς πόσο κοντά βρίσκονται οι έννοιες της ηδονής και της οδύνης, ή του έρωτα και του συνακόλουθου πένθους από την απώλεια του - αυτήν την σταθερά ανθρώπινη συνθήκη της απώλειας - θα δικαιολογήσει απόλυτα τον ζωγράφο για τις επιλογές του. 

Κάθε μορφή τέχνης, από την άλλη, είναι ένα ταξίδι. Είναι ένα ταξίδι που οδηγεί απο την επιφάνεια στο βάθος των πραγμάτων και από την ψευδαίσθηση στην ουσία. Αλλά και κάθε αληθινό ταξίδι, εκτός από μια περιπέτεια της ψυχής, ειναι και μια μορφή τέχνης. Εφόσον τέχνη στην πραγματικότητα είναι αυτή η δύναμη - ή μήπως η δυνατότητα; - που μπορεί να μας αλλάξει υπαρξιακά, να μας ξαναθυμίσει το αναπόφευκτο πένθος ή να μας παρηγορήσει ως προς την αδήριτη πραγματικότητα του θανάτου. Η ζωγραφική τώρα έχει ως στόχο να "καρφώσει" μια για πάντα, να στερεοποιήσει τις ρέουσες εικόνες ενός φευγαλέου κόσμου, να εγκλωβίσει έτσι τον χρόνο αποδεικνύοντας, πέραν πάσης αμφισβητήσεως, πως π.χ. το βαθύ κόκκινο χρώμα ή η καρμίνα περιέχουν πολύ περισσότερο αίμα από τους ποταμούς αιμάτων που έχουν χυθεί σε όλα τα πεδία των μαχών. Και πως το μπλε της Πρωσίας είναι πολύ πιο κοντά στην απόχρωση που διάλεξε ο Θεός όταν πρωτοέβαψε τον θόλο του κόσμου από όλα τα γαλάζια του ουρανού και της θάλασσας. Έτσι είναι. Ο Θεός έγινε πρώτα ζωγράφος και μετά λειτούργησε ως Παντοδύναμος. Πρώτα ζωγράφισε αυτό που αργότερα θα έφτιαχνε κοπιάζοντας για εφτά ολόκληρες ημέρες. Άρα είναι απολύτως κατανοητό το γιατί ο κάθε ζωγράφος πρέπει να αισθάνεται σαν ένας μικρός θεός. Με όση ευθύνη, με όσες υποχρεώσεις μπορεί να σημαίνει κάτι τέτοιο.



Ρέκβιεμ, ας το υπενθυμίσουμε, ονομάζεται η νεκρώσιμη ακολουθία της Καθολικής Εκκλησίας. Πρόκειται για το στερεότυπο, λατινικό κείμενο που αρχίζει με την αρχαία φράση Requiem aeternam dona eis Domine (Δώσε τους Κύριε ανάπαυση αιώνια). Οι στίχοι αυτοί έχουν εμπνεύσει τους σημαντικότερους συνθέτες της δυτικής μουσικής για να δημιουργήσουν έργα που αναφέρονται στο πένθος, τη μεταφυσική αγωνία, την απώλεια αλλά και την επική σύγκρουση του θανάτου και της ζωής μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Ενδεικτικά αναφέρω το αγγελικό όσο και φοβερό Ρέκβιεμ του Mozart, το υπερβατικό Ρέκβιεμ του Fauré, το οπερατικό Ρέκβιεμ του Verdi, το δραματικό Ρέκβιεμ του Dvorak (ιδιαίτερα το υποβλητικό Dies Irae), κλπ. Γιατί όμως ρέκβιεμ; Γιατί η αληθινή τέχνη που δεν εξαντλείται σε διακοσμητικές εφαρμογές ή στην εύκολη συγκίνηση, σφραγίζεται πάντα από την δωρεά της ιερής μελαγχολίας, της υπαρξιακής μας αδυναμίας εμπρός στον θάνατο αλλά και της συνειδητοποίησης πως η δημιουργία είναι η μόνη μορφή αθανασίας που δικαιούμαστε.


Η έκλειψη της ουσιαστικής εικόνας, στην εποχή της εικόνας, δεν συνιστά μια μορφή θανάτου του κόσμου μας; Εδώ είναι το στοίχημα! Να ζήσει ο καθένας τη ζωή που του ‘λαχε όχι σαν πιόνι αλλά σαν υλικό της ιστορίας. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στον μεταπολεμικό κόσμο, ζούμε το πυροτέχνημα μιας μαζικής φωταψίας που αυτοπροσδιορίζεται ως «τέχνη» αλλά περισσότερο είναι αγορά, διαφήμιση, επικοινωνία, ρηχή εικόνα που προπαγανδίζει το α-νόητο και κυρίως ένα μοντέλο συμπεριφοράς ομότροπης και ομόφρονος που αγκαλιάζει ολόκληρη την υδρόγειο και υποχρεώνει βελούδινα του πάντες, λευκούς, κίτρινους, μαύρους, να καταναλώνουν τις ίδιες αισθητικές (;) πληροφορίες, να γελούν με τα ίδια αστεία του Υoutube, να πληροφορούνται ακαριαία την τελευταία ντρίπλα του Μέσι, την έσχατη –κυριολεκτικά- σαχλαμάρα της Lady Gaga. Κι όλα αυτά φωταγωγημένα μέσα από το περιούσιο φως της πιο άχραντης τεχνολογίας που δίνει υπόσταση στο ασήμαντο, που κάνει το σκουπίδι να λάμπει και που προβιβάζει το γελοίο σε αισθητική. Πρόκειται γι’ αυτή την παγκόσμια γλώσσα η οποία μεθοδικά εξαφανίζει τις τοπικές κουλτούρες και βουβαίνει τις τοπικές γλώσσες αποθεώνοντας την μια και μοναδική εικόνα, το ένα σημαίνον το οποίο διαθλάται σε άπειρα σημαινόμενα, έως εξαφάνισης. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. Να απολεσθεί το νόημα και η κυρίαρχη εικόνα, ο ουσιαστικός big brother, να αυτοσημαίνεται… Ό,τι βλέπεις, είναι και το απόλυτο περιεχόμενο. Δεν υπάρχει τίποτε πέρα ή πίσω από αυτό.

Και η τέχνη από μια μυστική κατάδυση του υποκείμενου σε εκείνο το σκοτάδι, που λαμπυρίζει από νοήματα, καταντά μια αυτοεικόνα , ένα αυτοείδωλο όπου το διαφημιστικό σποτ μπορεί να διαθέτει ως μουσικό υπόβαθρο μια καντάτα του Βach αρκούντως μεταλλαγμένη ώστε να καταστεί ακαριαία ακουστική τσίχλα. Ο παγκόσμιος πολιτισμός οφείλει εσπευσμένα να μεταμορφωθεί σε εικόνα των μετρίων και ο λόγος να κενωθεί από τις σημασίες που κάποτε τον λάμπρυναν και να καταντήσει απλά τύπος, σαν τον μπορχεσιανό Φούνες που θυμάται μεν αλλά δεν κατανοεί. Αυτό είναι το νέο δράμα των μορφών. Μια τραγωδία χωρίς τον ίλιγγο του τρόμου αλλά του γελοίου. Και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες; Είτε νάνοι που δεν τολμούν να επωμισθούν το βάρος του ονόματός τους, είτε ναυαγοί στα σταροχώραφα του Van Gogh που ψάχνουν για περίστροφο.

Στην παρούσα έκθεση "Πένθος - Έρως" ο Χρυσόστομος επιχειρεί να προσεγγίσει την έννοια του πένθους, του ρέκβιεμ δηλαδή, μέσα από την διάσταση της αγωνίας αλλά και της ελπίδας. Της εντροπίας αλλά και του πάθους που ανασταίνει όσους τολμούν να το βιώσουν... Με άλλα λόγια αποδίδει μορφοπλαστικά και καθιστά εικόνα την θλίψη  μπροστά στην φθορά των πραγμάτων, τον φόβο για το επέκεινα, το δράμα των προσώπων και της ύλης, ιδωμένων όμως μέσα από την διάσταση της ελπίδας. Εκείνης της ελπίδας που μόνη η τέχνη μπορεί να εξασφαλίσει. Με το σώμα, ηρωικό, ερωτικό, γυμνό και προσφερόμενο, να λάμπει παράδοξα μέσα στο πένθος του. Στα παρουσιάζομενα έργα κυριαρχεί ο αφαιρετικός αυτοσχεδιασμός που ισορροπεί ανάμεσα στην δραματική φυγή και την αφηγηματικότητα, ανάμεσα στον ποιητικό - φασματικό χώρο και την παρουσία συγκεκριμένων μορφών, του υγρού γυναικείου σώματος για παράδειγμα, ως διαρκούς συμβόλου της επιθυμίας. Έτσι ώστε από το πένθος να προκύπτει η παραμυθία και από την ύλη και το πλάσιμο της να αναφύεται λαμπρό, ερωτικό το πνευματικό γεγονός. Και έτσι ώστε το πένθος να καθίσταται χαρμολύπη. 

5 Απριλίου 2017



Επιμέλεια: Μάνος Στεφανίδης

Οργάνωση: γκαλερί Τεχνοχώρος - Ηλέκτρα Δουμά.