Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Σταύρος Ιωάννου, η ζωγραφική και ο λαβύρινθος

(Από τις συλλογές  Γ. Κωστόπουλου, Σίσσυς Βαμβακά

 




Μέσα απ' το φως ακόμη και το κενό αποκτά υπόσταση. Και η τέχνη είναι εκείνος ο Λαβύρινθος, στον οποίο ο Μίτος δίνεται στην έξοδο κι όχι στην είσοδο.

 

Θα το πω εν είδει αφορισμού: Ο κλασικιστής ζωγράφος ζωγραφίζει τον κόσμο, ο εξπρεσιονιστής το χάος του κόσμου. Την εσωτερική άβυσσο. Η 2n Art Thessalonikiτιμώντας τη μνήμη του Σταύρου Ιωάννου, κατ’ ουσίαναναψηλαφεί μια ζωγραφική πρόταση που σχηματίζεται και κυριαρχεί στην δεκαετία του ’80 προτείνοντας ένα εικαστικό όραμα το οποίο διαφοροποιείται τόσο από τις γραφικότητες  της γενιάς του ’30 και από τον υπερφίαλο διεθνισμό της γενιάς του ’60. Βασική της θεματολογία υπήρξε η επώδυνη ιθαγένεια όπως διαμορφώνεται μετά από μια ντροπιαστική δικτατορία αλλά και η κατάδυση στις αντιφάσεις του βαθύτερου εαυτού. 

Επιμελούμενος για την φετινή Art Thessaloniki τις αναδρομικές παρουσιάσεις του Θεόδωρου Στάμου και του Σταύρου Ιωάννου, δυο ζωγράφων τόσο διαφορετικών άλλα με μια εντυπωσιακά κοινή αισθητική στόχευση, δηλαδή το ένδον τοπίο, θέλω να αποτίσωφόρο τιμής στον ελληνικό εξπρεσιονισμό καλύπτοντας ένα κενό στην ιστορία της ελληνικής τέχνης. Μετά τον Μάριο Πράσινο που παρουσίασα πέρσι από την Συλλογή του Γ. Κωστόπουλου, φέτος ήρθε η σειρά δυο αφανών μεν πρωταγωνιστών μιας τέχνης όμως που εκκινώντας από την Ελλάδα μπορεί και αναφέρεται σε όλο τον κόσμο.

Ο μαθητής του Μόραλη Σταύρος Ιωάννου (1945-2009) δεσπόζει σε αυτόν τον «κύκλο των χαμένων ποιητών»  μαζί με τον Μάκη Θεοφυλακτόπουλο. Αλλά επίσης και με το Νίκο Χουλιαρά, τον Γιάννη Παρασκευάδη, τον Γιάννη Μιχαηλίδη, το Μηνά, το Μανώλη Πολυμέρη, τον Χρόνη Μπότσογλουτον Κώστα Λαχά, τη Βάνα Ξένου, το Νίκο Κασκούρα, τον Κυριάκο Μορταράκο, τον Γιάννη Φωκά, την Πελαγία Κυριαζή, στον Γιάννη Αδαμάκοτη Μαριλένα Ζαμπούρα, Τον Λάκη Πατρασκίδη, τον Γιάννη Κουράκη, τον Γιάννη Αντωνόπουλο, τον Περικλή Γουλάκο, τον Δημήτρη Ράτσικατον Θράφια, τον Γιάννη Τζερμιά, τον Γιώργο Μπουρναζάκη, τον Γιώργο Ξένο, τον Θανάση Μακρή, τον Νίκο Κρυωνίδητον Τάσο Μαντζαβίνο, τον Γιώργο Λαναρά, τον Εδουάρδο Σακαγιάν, κλπ. 




Πόση ζωή χωράει ο θάνατος; Πόσο νόμιμη είναι η αντιστροφή του προηγούμενου ερωτήματος; Δηλαδή πόσο θάνατο χωράει η ζωή για να είναι πράγματι αντάξια του ονόματός της; Και πόσο, τέλος, αντέχουμε αυτή την ισορροπία ανάμεσα στη λαχτάρα της ζωής και το φόβο του θανάτου; Η τέχνη, με όλα της τα πρόσωπα είναι μια ελπίδα και ένα σωσίβιο απέναντι στο φόβο αυτό. Είναι ένα πολύτιμο κλειδί για να ξεκλειδώσουμε τον ούτως ή άλλως ερμητικά κλειδωμένο κόσμο. Ο Γιάννης Τσαρούχης, ζωγράφος όσο και διανοούμενος, έλεγε συχνά: «Υπάρχουν δύο σχολές έκφρασης. Από τη μια η φαντασία της πραγματικότητας κι απ’ την άλλη η πραγματικότητα της φαντασίας»Να αποτολμήσω και μια τρίτη; Εννοώ το αβέβαιο ταξίδι ανάμεσα στο αντικείμενο και την απομυθοποίησή του, αιτία και για τη σημερινή μας αλλοτρίωση σύμφωνα με το Roland Barthes. Με άλλα λόγια το δράμα των πραγμάτων που δεν αντέχουν (δεν αντέχουμε) το νόημά τους. Ο Σταύρος Ιωάννου με ενστικτώδεις χειρονομίες, δραματική φόρτιση της πινελιάς και ταξίδια στο λαβύρινθο του υποσυνείδητου έδωσε εικόνες που αντιστέκονται σε εύκολες ερμηνείες ως αληθινός διάδοχος του Γεωργίου Μπουζιάνη.

Είναι ενδεικτικό πως το 1988 ονόμασα «Αναφορά στον Μπουζιάνη» την ομαδική έκθεση που διοργάνωσα στη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηναίων και στην οποία συμμετείχαν οι περισσότεροι από τους παραπάνω καλλιτέχνες. Το 1983 με την έκθεσή του στην Ώρα και τα ανάλογα αφιερώματα του περιοδικού «Εικαστικά» ο Σταύρος κατοχυρώνοντας την ιδιαίτερη γραφή του, γίνεται ευρύτερα γνωστός. Το 1985 συμμετέχει στηνσημαντική έκθεση «Νέοι Έλληνες ζωγράφοι –Διαδρομές» στην Πινακοθήκη Πιερίδη και στο πλαίσιο της «Αθήνας, πολιτιστικής πρωτεύουσας». Ήδη πια βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας εγχώριας πρωτοπορίας. 

Η ιδιαιτερότητα του Σταύρου Ιωάννου έγκειται στο ότι συνδυάζει την δυναμική εξπρεσιονιστική χειρονομία και τον βαθύ χρωματικό λυρισμό. Πολιτικοποιημένος αλλά όχι προπαγανδιστής μις πολιτικής ιδέας μοιράζεται συνεχώς καλλιτεχνικά ανάμεσα στις δυνατότητες του χάους που του προσφέρει η εικόνα αλλά και στην ανάγκη για την ύπαρξη μιας στοιχειώδους δομής αυτής της εικόνας. Έστω και αν ψάχνει φαντάσματα σε ένα λαβύρινθο. Ακριβώς για αυτό, τα ώριμα έργα του μοιάζουν με τους σκελετούς ενός φανταστικού κτίσματος, ενός πύργου από τραπουλόχαρτα. Από τις πρώτες του σπουδαστικές νεκρές φύσεις ως τα τελευταία του εκρηκτικά τοπία της Αίγινας, ο Ιωάννου παραμένει μοναδικός κολορίστας, όχι της επιδερμίδας αλλά της ψυχής.

 

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Η σημαδιακή ιστορία ενός αρχαίου γόη - οι σημαδιακοί έρωτες των κοριτσιών

Aucun texte alternatif disponible.

Για την πιο υπέροχη κόρη του κόσμου, Δάφνη Στ.


Ο μύθος του ομορφότερου άντρα της μυθολογίας, του Άδωνι, κρύβει έναν συνταρακτικό συμβολισμό, ισχυρότερον κι από εκείνον του Οιδίποδα και της Ιοκάστης. Ο Άδωνις γεννήθηκε από την αιμομικτική ένωση της Μύρρας και του πατέρα της Κινύρα, βασιλιά της Πάφου. Η Μύρρα ήταν τόσο ερωτευμένη με τον ίδιο της τον πατέρα ώστε μηχανεύτηκε πολλούς, δόλιους τρόπους για να παρασύρει στην κλίνη της τον ανίδεο Κινύρα. Ο οποίος και επιχείρησε να την διαπεράσει με το ξίφος του όταν συνειδητοποίησε - πολύ αργά - με ποιαν είχε πλαγιάσει. ( Πολύ δυνατή και γεμάτη σεξουαλικές συμπαραδηλώσεις η εικόνα της συμβολικής σφαγής με το εγχειρίδιο - φαλλό ).
Σε μιαν άλλη εκδοχή του μύθου ως μητέρα του Άδωνι παρουσιάζεται η Σμύρνα η οποία για να γλυτώσει από την οργή του εξαπατημένου πατέρα της, όπως αφηγείται ο Απολλόδωρος, μεταμορφώθηκε σε αρωματικό δέντρο και αργότερα άνοιξε στα δύο για να γεννηθεί ο μυρωμένος Άδωνις...
Δηλαδή ο νεαρός βοσκός με την μοναδική καλλονή που τον ερωτεύτηκαν παράφορα τόσο η Αφροδίτη όσο και η Περσεφόνη και τον διεκδίκησαν λυσσαλέα. Ο ίδιος παρουσιάζεται στον μύθο μάλλον παθητικά, να τον διεκδικούν περισσότερο παρά να διεκδικεί.
Το σπουδαίο όμως κατά την γνώμη μου είναι ο συμβολικός όσο και ακατασίγαστος Έρως της οργώσας θυγατέρας προς τον απρόσιτο - τέλειο πατέρα. Έρωτας που καθορίζει σταθερά την επιλογή της κάθε γυναίκας η οποία έμμεσα ή άμεσα ψάχνει ανάμεσα στους εραστές της το αξεπέραστο πατρικό πρότυπο. Εξ ου και η έλξη που νιώθουν οι νεαρές γυναίκες προς άντρες πολύ μεγαλύτερους τους. Προς το αρχέτυπο του "σοφού". Αλλά και το οιδιπόδειο κατ' ουσίαν είναι όχι τόσο η διεκδίκηση της μάνας όσο η αμφισβήτηση από τον γιο της πατρικής σεξουαλικής υπεροχής. Το σταθερό
ανικανοποίητο κάθε αρσενικού για εκείνη την ηδονή που πάντα θα τον υπερβαίνει. Ο Άδωνις πάλι παραμένει ο aeternus puer, ο αιώνιος έφηβος που δεν μεγαλώνει ποτέ και σε αυτήν ακριβώς την παθητική του ανωριμότητα οφείλεται η σεξουαλική σαγήνη που ασκεί στις ερωμένες - μητέρες που τον διεκδικούν. Ο Άδωνις, αντι ήρωας παρά ήρωας, ένας Δον Ζουάν που δεν θα προλάβει να ωριμάσει αλλά θα τιμωρηθεί για το κάλλος του. Μία ομορφιά καταδικασμένη να φέρνει την καταστροφή.
Στην φωτογραφία προπλάσματα του Γιαννούλη Χαλεπά από το Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού με την γυμνόστηθη (!) Παναγία του Ευαγγελισμού. Αλλά και ένα μοναδικό σχέδιο με τον Θεό Άρη, τον αντίζηλο του Άδωνι, την Αφροδίτη και τη τολμηρή μελέτη ενός γυμνού. Το πιο εντυπωσιακό πάντως είναι η σημείωση με τα ... κολοκύθια! Χαρτί κάποιας παραγγελίας ή γενικό, κριτικό σχόλιο του ιδιοφυούς Τήνιου;

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ


Τρέμω στα αλήθεια. Τρέμω γιατί πλησιάζει πάλι η τρομερή επέτειος της γενιάς μου. Η επέτειος - επαιτεία της μνήμης, η επέτειος - εκβιασμός προς την Ιστορία που κοιτάζει από ψηλά μισογελώντας την εθνική μας "επιχείρηση". Την εθνική μας ψευδαίσθηση και το ιδεολογικό μας φαντασιακό, την μόνη βιομηχανία που ευδοκίμησε αδιατάρακτα σε όλη την περίοδο της Μεταπολίτευσης βολεύοντας ακριβοδίκαια τους πάντες: Αριστερούς, δεξιούς, αριστεροδεξιούληδες, ανανήψαντες χουντικούς, κατά φαντασίαν αντιστασιακούς κλπ. Με λίγα λόγια το όλον Πασόκ που κατά βάση καπηλεύτηκε τα γεγονότα και εξανδραπόδισε τα πρόσωπα με την συνεργασία της επαγγελματικής αριστεράς. (Ο Αλέξης, θαυμαστής του Τραμπ είναι το τελευταίο επεισόδιο μιας πολύ παλιάς ιστορίας).
Ήδη οι προειδοποιητικές βολές έχουν αρχίσει να ρίχνονται στο σύνηθες μέτωπο των Εξαρχείων και της Πατησίων ενώ ολιγόωρες καταλήψεις γίνονται από την προηγούμενη εβδομάδα στα πανεπιστήμια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Το πολυπαιγμένο, βαρετό έργο θα ξανανέβει λοιπόν με τους ίδιους κουρασμένους ηθοποιούς δηλαδή τις κομματικές, τις συνδικαλιστικές και τις φοιτητικές αντιπροσωπίες, την πορεία - πορνεία των επαγγελματιών της ιδεολογίας που στανικά πουλάνε μια κακοφορμισμένη πραμάτεια και τις σκιές κάποιων βολικών αθώων, τη πορεία την στεγνή από οποιοδήποτε συμβολισμό ή νόημα, με τον κόσμο κλεισμένο στα σπίτια του να περιμένει παθητικά το τελετουργικό καρναβάλι των καταστροφών και της δήωσης του κέντρου.
Μια "γιορτή" χωρίς πια γοητεία ή συγκίνηση, που το ψέμα και η εξαπάτηση στραγγαλίζουν τις όποιες αλήθειες. Το έπος της νεότητας μας που το καταντήσαμε συλλογική ντροπή και εύκολη προπαγάνδα στα χέρια των επιτήδειων. Δηλαδή όλων εκείνων που έστησαν σταδιοδρομίες στα συντρίμμια του Πολυτεχνείου.
Και σήμερα; Οι νεότεροι δικαιούχοι μιας στρεβλής κληρονομιάς απαντούν με ό τι επιχείρημα διαθέτουν στο μίζερο οπλοστάσιο τους: μίσος προς όλους και όλα, υποκουλτούρα της καταστροφής και βία. Βία πάνω από όλα. Αφού δεν υπάρχει μέλλον τουλάχιστον ας γλεντήσουμε το παρόν καίγοντας το.
Λυπάμαι που μέρος της αριστεράς μετέχει διπλοπρόσωπα σε αυτήν την εξακολουθητική υποκρισία και παραπλάνηση (ιδίως των νεότερων). Σκέφτομαι πως ιδανικός εορτασμός του Πολυτεχνείου θα ήταν απλά ... ο μη εορτασμός. Έτσι ώστε οι πάντες να σκεφτούμε λίγο εκτός της θεσμικής πεπετημένης. Χωρίς δεκάρικους και ετοιματζήδικες ευαισθησίες που μάλλον προσβάλλουν χωρίς να καταπραΰνουν. Χωρίς τον Βούτση με το πολυκαιρισμένο από την κατάχρηση στεφάνι του - προπαντός αυτό - και χωρίς τα εκτός τόπου, εκτός χρόνου και εκτός συγκυρίας αντιαμερικανικά συνθήματα. Αφού δεν μπορούμε να πούμε την αλήθεια, ας σωπάσουμε τουλάχιστον. Η κρίση και η παρακμή που ζούμε είναι η ακροτελεύτια πράξη ενός δράματος που φάνταζε εντελώς διαφορετικό εκείνες τις μέρες του Νοέμβρη του 1973.
Όπως κάθε χρόνο, τέλος, θα κλείσουμε τα πανεπιστήμια επί δύο - τρεις μέρες για τον φόβο των Ιουδαίων και δεν θα κάνουμε μαθήματα πράγμα που αποτελεί την μεγαλύτερη προσβολή στην σημασία εκείνης της εξέγερσης και εκείνης της θυσίας. Αντί της συγκίνησης ή της ελπίδας ο φόβος, η αηδία και η κατάθλιψη. Μια κατάθλιψη που αυξάνει την γενικότερη κατάθλιψη των ημερών. Μακάρι πάντως να διαψευστώ, τουλάχιστον φέτος. Μακάρι το Πολυτεχνείο να γίνει αφετηρία για υγιή δράση κι όχι για νοσηρές αντιδράσεις. Μακάρι.

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Γυναίκες και γάτες

Στη Δάφνη Στεφανίδου


Ραμσής Α'

Γυναίκες πονόψυχες για γάτες. Γυναίκες σαν γάτες, που μεγάλωσαν και βάρυναν, ίδιες μαδημένες γάτες, φροντίζουν γάτες αδέσποτες, αφήνοντας φαγητό και νερό στις γωνίες, κουδουνίζοντας ντενεκεδάκια με στερεά τροφή ν’ ακούσουν οι γάτες και να έρθουν. Γυναίκες έρημες, που ξεχειλίζουν από έγνοια και τρυφερότητα για τα υπόλοιπα έρημα πλάσματα. Τι πιο φυσικό; Σαν να φροντίζουν έναν άλλον εαυτό να μην κακοπάθει, να μην πεινάσει, να μην κυνηγηθεί άλλο πια, να μην λησμονηθεί περισσότερο. Αυτές οι γυναίκες βρίσκουν στις γάτες ό, τι δεν τους έδωσαν οι άλλοι άνθρωποι. Δείτε τις πως κουκουβίζουν, κυρτώνουν τη ράχη τους, κουνάνε φιλικά τα χέρια τους, φιλικά και απελπισμένα. Ίδιες γάτες, που μετά από τόσες κλωτσιές και ξεφωνητά, σα να βρήκαν ανέλπιστα ένα χάδι και λίγα ψαροκόκαλα.
Οι γάτες κατά βάθος φοβούνται και είναι επιφυλακτικές. Το ίδιο και οι γυναίκες που ξέρουν πόσο αλλοπρόσαλλα όντα είναι οι άνθρωποι, πόσο άπονα, οι άνδρες ιδίως. Ακούστε τις γυναίκες που μιλάνε στις γάτες, ακούστε και τις απαντήσεις των τελευταίων. «Νιαουρίσματα», θα πείτε ειρωνικά, ένθεν και κακείθεν. Ξεχνώντας πόσες αλήθειες μπορούν να ειπωθούν με ένα νιαούρισμα ή με ένα βλέμμα. Κυρίως με μια σιωπή. Φθάνοντας στην υπερβολή, μήπως και πω κάτι σωστό, τολμώ να υποστηρίξω πως αν μπορεί να διατυπωθεί κάποια αλήθεια, αυτό θα γίνει αποκλειστικά και μόνο μέσα από στη γλώσσα των γάτων, με νιαουρίσματα και υπαινιγμούς. Γι’ αυτό μην οικτίρετε, ούτε να κοιτάτε συγκαταβατικά αυτές τις σαραβαλιασμένες γυναίκες με τις σακούλες στα χέρια και την αγωνία στο μάτι. Αντιθέτως...
Θα έρθουν κι απόψε οι φίλες τους; Αγωνιούν, και δικαίως. Επιβίωσαν για μιαν ακόμα μέρα σ’ αυτή την αβίωτη πόλη ή μήπως τις εξολόθρευσε κάποιος υστερικός οδηγός ή η ευσυνείδητη φόλα του γείτονα; Ξέρετε αυτουνού που βρίζει και τις γυναίκες και τις γάτες κι όλο μιλάει για τη βρώμα από τα αποφάγια ή για τα καμμένα λουλούδια από τις ακαθαρσίες τους. Επειδή μπορεί για αυτές, τις τελευταίες των τρυφερών σε έναν σκληρό κόσμο, να είναι οι γάτες ο απόλυτος φίλος αλλά και για εκείνους, τους καταχθόνιους γείτονες, παραμένουν οι γάτες ο μέγιστος εχθρός. Για όλα φταίνε οι γάτες. Για τις μιζέριες της ζωής τους, για όσα δεν κατάφεραν, για την μισοσκότεινη αυλή και τον άθλιο ακάλυπτο που κατέληξαν όταν παραδέχτηκαν ηττημένοι πώς δεν υπάρχει άλλο μέρος στον κόσμο που να τους υποφέρει. Καμία άλλη στέγη που να τους αντέχει...
Σιωπή όμως τώρα. Προσέξτε πως πλησιάζουν οι γάτες με χορευτικά βήματα και υψωμένες ουρές σε χαιρετισμό προς τις φιλενάδες τους, τις ταΐστρες. Έρχονται με διακριτικότητα και ρίχνονται στο φαγητό με χάρη ισορροπώντας θαυμάσια ανάμεσα στη πείνα και στους καλούς τρόπους. Προς στιγμήν η άχαρη γωνιά λάμπει από ευτυχία, γίνεται γωνιά του παραδείσου. Οι ταΐστρες ξετρελαμένες από υπερβάλλουσα στοργή σαν μανάδες που υποδέχονται τον γιο τους από το μέτωπο, τους μιλάνε, τις κανακεύουν, τους απευθύνονται με χίλια ονόματα, τους λένε ιστορίες. Εκείνες τις ιστορίες, που θα ήθελαν να έχουν ζήσει αλλά δεν άντεξαν και που δεν τις έχουν πει σε κανέναν άλλο ποτέ. Οι γάτες ακούνε, ακούνε σοφές και αμίλητες, τρίβονται λίγο στα πόδια των σωτήρων τους, εκτελούν με υπολογισμένο αυθορμητισμό κάποια παιχνιδάκια ευαρέσκειας κι ύστερα αναχωρούν μία-μία για το σκοτεινό τους μέλλον. Χάνονται έτσι πίσω από κάγκελα κήπων ή αποχωρούν κοιτώντας ολόγυρα κι οπισθοβατώντας προς την στροφή του δρόμου. Μερικές από αυτές θα πουν κάπου αλλού τις ιστορίες που άκουσαν σαν για να ξεφορτωθούν το βάρος της ευθύνης, κάποιες άλλες θα τις γράψουν ή θα τις επενδύσουν με μουσικές, με εξαίσια νιαουρίσματα έρωτα. Οι πιο χαρισματικές όμως θα τις χορέψουν! Πρόκειται για εκείνους τους χορούς που εκτελούν οι γάτες όταν κυνηγιούνται αναμεταξύ τους, όταν σκαρφαλώνουν κάθετα σε στύλους ή δέντρα και όταν κουτρουβαλιάζονται ενθουσιασμένες στο χορτάρι. Αυτές οι χορογραφίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταφορές από τις αφηγήσεις των πονόψυχων, τρελαμένων γυναικών που τις αφήσαμε πριν λίγο μισοϊκανοποιημένες και μισοαπογοητευμένες επειδή τελείωσαν τόσο γρήγορα την αποστολή τους στην άκρη του δρόμου. Όμως οι ιστορίες τους, μπλεγμένες με άλλες ιστορίες και με άλλες κι ακόμη άλλες απ΄ όλες τις ενσυνείδητες χορεύτριες γάτες της γης, ξεδιπλώνονται τώρα σε ένα κρεσέντο κινήσεων και άρα εισβάλλουν παντού, γράφουν σκιές σε τοίχους ή μάντρες ή σπίτια ξεχασμένα στην έξοχη ή εργατικές πολυκατοικίες, ή σε εκείνο το διώροφο στη γειτονιά μου στα Ταμπούρια που το είχαν κάνει στέκι άπασες οι γάτες, οι γάτοι και τα γατάκια της περιοχής κι οι απόγονοί τους επίσης. Ξεδιπλώνονται κάθε τόσο χορευτικές οι σκιές τους λέγοντας ιστορίες. Είναι αυτές που ακούτε τις νύχτες του χειμώνα ή στις Πανσελήνους του Αυγούστου όταν στους φεγγαρόφωτους κήπους κάνουν έρωτα οι γάτες. Τις ιστορίες, δηλαδή, εκείνων των γυναικών που συνήθως οι άντρες περιφρονούν ή απαξιώνουν επειδή έχουν ήδη μιαν ηλικία. Δεν είναι πια επιθυμητές, βλέπετε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν πάψει και να υπάρχουν. Εκτός κι αν είναι μόνο η επιθυμία της νεότητας αυτό που συνδαυλίζει τις σχέσεις των ανθρώπων. Ή, επειδή τις έχει μισοτρελάνει η τρέλα εκείνης της ζωής που δεν προχωράει, ούτε βγαίνει σ' ένα ξέφωτο. Τις ιστορίες που είπαν με πόνο ψυχής και με ανείπωτη θέρμη ένα βράδυ στις αδέσποτες γάτες της γωνιάς και που, πιστέψτε με, από όλες τις ιστορίες του κόσμου, έχουν το περισσότερο, το πιο ουσιαστικό ενδιαφέρον.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα συναντήσετε στο γύρισμα του δρόμου μια απ' αυτές τις πονετικές ταΐστρες, μην αποστρέψετε το βλέμμα αλλά δώστε τους εκείνο το χάδι που τόσα χρόνια τους χρωστάτε.

Ραμσής Β'

Υ.Γ. Είναι οι γυναίκες που δεν τις ποθούν πια σαν πηγάδια που τα σφράγισαν κι έτσι αρκούνται πια να φαντάζονται κόκκινους έρωτες μέσα από τους οξύτονους αναστεναγμούς των γάτων. Γιατί κακά τα ψέματα, το αρσενικό προσεγγίζει το θηλυκό όπως ο γεωργός το χωράφι του. Στην πράξη του έρωτα συμποσούνται σπορά, καρποφορία και θερισμός. Το θήλυ υποδέχεται, αποδέχεται, απορροφά και ανταποδίδει ανθίζοντας. Το άρρεν σκορπά, μοιράζεται σε άπειρα εγώ μέσα από την έκρηξη και τις κορυφώσεις του εγώ του. Ο οργασμός γεμίζει τη γυναίκα και αδειάζει τον άντρα. Ρωτήστε όποιον γάτο ή όποια γάτα θέλετε…

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Βαν Γκογκ, ένας άγιος για μια θρησκεία χωρίς θεό


«Ερωτεύεσαι καμιά φορά, Τεό; Θα 'θελα να ερωτευόσουν, γιατί, πίστεψέ με, οι «μικρές δυστυχίες» έχουν κι αυτές την αξία τους. Είσαι απελπισμένος, υπάρχουν στιγμές που νομίζεις πως βρίσκεσαι στην κόλαση, μα υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι το καλύτερο.»
Επιστολή στον Τεό

Λίγοι ζωγράφοι από την παγκόσμια ιστορία της τέχνης έχουν κερδίσει τόση και τέτοια δημοφιλία όση ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Βοήθησε σε αυτό η μυθολογία που πλέχτηκε γύρω από την δραματική του αυτοκτονία; Επειδή ακόμα και οι νεοτερικές κοινωνίες χρειάζονται ένα αποδιοπομπαίο τράγο, έναν αμνό που θα σηκώσει τις αμαρτίες των υπολοίπων. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι η ίδια η ζωγραφική του πρόταση και ο μοναδικός χαρακτήρας της έντασής της που τον κατέστησε με μιας αποδεχτό και σε ειδήμονες αλλά και στο ευρύ κοινό. Και επειδή μέσα σε δέκα μόλις χρόνια κατάφερε να μετατρέψει την ανάλαφρη ηλιακή ζωγραφική των Ιμπρεσιονιστών σε κάτι πιο βαθύ και πιο υπαρξιακό και να καταστεί ο απόλυτος πρόδρομος όλων των εξπρεσιονιστικών κινημάτων του 20ου αιώνα. Ο Βαν Γκογκ, στροβιλίζοντας το πινέλο του πάνω σε έναν πυρπολημένο από ένταση καμβά ανασηκώνει την επιδερμίδα της φύσης για να δει τι συμβαίνει μέσα, σπάει τη κρούστα των προσώπων και των πραγμάτων για να συναντήσει άλλοτε τη Κόλαση και άλλοτε τον Παράδεισο. Σήμερα πάλι ο Βαν Γκογκ αντιμετωπίζεται σαν ένας σταρ ισότιμος με όλους τους σύγχρονους σταρ, ισορροπώντας ανάμεσα στην αγιότητα και τη διαφήμιση. Κι όμως. Η βαθύτερη ουσία του έργου του διασώζεται παρά τον θεσμοποιημένο κανιβαλισμό του μεγάλου πλήθους.
Προσωπικά έχω δυσπιστία προς κάθε φαντασμαγορία που βλέπει το έργο τέχνης οριζόντια, απλά ως εικόνα, χωρίς να ερευνά την κάθετη του διάσταση. Επειδή δεν ζούμε στην εποχή της εικόνας αλλά μάλλον της δόλιας απομάγευσής της. Μεταφέρεται λοιπόν η παραφορά της πινελιάς του Βαν Γκογκ στην κινούμενη εικόνα και στη ψηφιακή γλώσσα; Σίγουρα όχι. Μεταφέρεται όμως η ένταση μια ολόκληρης εποχής και ασφαλώς σημαίνεται η ιδιαιτερότητα ενός ξεχωριστού ανθρώπου. Από σήμερα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η εταιρία ΛΑΒΡΥΣ μέσα από χείμαρρους μορφών που ρέουν, μας καλεί να ανακαλύψουμε όχι τόσο έναν ζωγράφο όσο τον εαυτό μας τον ίδιο και να διεκδικήσουμε ποιότητες που έχουμε εξοστρακίσει ηλιθιωδώς από τις ζωές μας. Ως ιστορικός τέχνης πίστευα ότι πρέπει να υπερασπίζομαι τα έργα καθ’ αυτά και όχι και όχι την όποια μεταφορά τους. Όταν όμως το 2006 είδα στο Άμστερνταμ την ιδιοφυή παρέμβαση που επιχείρησε ο Peter Greenaway στη «¨Νυχτερινή φρουρά» του Ρέμπραντ, διαπίστωσα κάτι που έκτοτε σημάδεψε την επιστημονική και την διδακτική μου διαδικασία: Το ότι δηλαδή υπάρχει ένας μυστικός δεσμός ανάμεσα στη ζωγραφική και το σινεμά, ανάμεσα στην στατική και την κινούμενη εικόνα. Και ότι όσο πιο πολύ ερευνούμε τη σχέση αυτή τόσο πιο πολύ κερδίζουμε και σε γνώσεις και σε αισθητική εμπειρία. Αυτό συμβαίνει από σήμερα στο Μέγαρο Μουσικής όπου παντρεύονται η ψηφιακή τεχνολογία και η μεγάλη τέχνη χωρίς μάλιστα να γίνεται καμία έκπτωση σχετικά. Ο ίδιος ο Βαν Γκογκ , πιστεύοντας πως η τέχνη μπορεί να λειτουργεί σαν μια θρησκεία χωρίς θεό, έλεγε: «Προτιμώ την μελαγχολία που ελπίζει παρά την άλλη, την σκοτεινή που απελπίζει».

Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ, γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου του 1853 στην πόλη Zundert της Ολλανδίας και πέθανε στις 28 Ιουλίου του 1890 στο Auvers-sur-Oise της Γαλλίας. Ήταν ο πρωτότοκος γιος μιας πολυμελούς οικογένειας με 8 αδέρφια. Ο πατέρας του Θεόδωρος Βαν Γκογκ ήταν πάστορας και η μητέρα του Άννα Κορνήλια Μπαρμπέντους υπήρξε μια γυναίκα με κλίση στα γράμματα και τις τέχνες. Τα παιδικά του χρόνια ήταν σχετικά ήσυχα. Χαρακτήρας μοναχικός, ήταν φυσιολάτρης, απολάμβανε να περπατά στην εξοχή και το μόνο άτομο που επέλεγε να τον συνοδεύει σε αυτό το ταξίδι αυτογνωσίας ήταν ο κατά 4 χρόνια μικρότερος αδερφός του Τεό. Σε νεαρή ηλικία παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας αλλά και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα. Στα 16 του χρόνια έχοντας δοκιμάσει με αποτυχία αρκετά επαγγέλματα και αφού δεν ήταν καλός μαθητής, σταμάτησε νωρίς την φοίτηση του στο σχολείο για στραφεί στο εμπόριο έργων τέχνης στην εταιρία Goupilator & Company στο Άμστερνταμ. Εκεί εργάστηκε έπειτα και ο αγαπημένος του αδερφός. Αργότερα στα 1873 ταξιδεύει στο Λονδίνο και στο Παρίσι και εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την θρησκεία. Ίσως αφορμή να υπήρξε η πρώτη ερωτική του απογοήτευση από την Ούρσουλα, κόρη της σπιτονοικοκυράς του στο Παρίσι. Το 1876 επιστρέφει στο Άμστερνταμ για να σπουδάζει θεολογία έως το 1878 ενώ την ίδια χρονιά αναλαμβάνει θέση ιεροκήρυκα στο Βέλγιο.
Η απαρχή λοιπόν του ζωγραφικού του έργου έρχεται σε αντίθεση με την τελευταία περίοδο αφού εκεί χρησιμοποιεί ανοιχτά, φωτεινά χρώματα (ηλιακά κίτρινα) επηρεασμένος από την ιαπωνική χαρακτική.
Οι εντονότατες αυτές αντιθέσεις οφείλονται σε μια τεράστια εξελικτική πορεία γεμάτη επιρροές κι έντονες εναλλαγές. Ξεκινώντας ουσιαστικά από τα 27 του χρόνια, στα 1880 όπου παρακολουθεί τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής με δάσκαλο τον συγγενή του Άντον Μωβ (Anton Mauve) με τον οποίο αργότερα ήρθε σε ρήξη για καλλιτεχνικά ζητήματα. Το επόμενο του πρότυπο υπήρξε ο Ζαν Φρανσουά Μιλέ (Jean-François Millet) τον οποίο θαυμάζει απεριόριστα για την ποιητική διάσταση της τόσο χοϊκής ζωγραφικής του. Το 1885 συνεχίζει τις σπουδές του για σύντομο χρονικό διάστημα  στην Ακαδημία της Αμβέρσας αλλά αποβάλλεται από τον καθηγητή του Ευγένιο Σίμπερτ (Eugene Siberdt). Τον επόμενο χρόνο, το 1886, επισκέπτεται τον αδερφό του στο Παρίσι που είναι πια ένας επιτυχημένος έμπορος έργων τέχνης στην Μονμάρτη,  κέντρο της μποέμικης, καλλιτεχνικής δραστηριότητας.
Σε αυτή την περίοδο της ζωής του διαμορφώνει την τελική μορφή του προσωπικού του ιδιώματος αφού είχε την πρώτη του επαφή με τους ιμπρεσιονιστές (Εντγκάρ Ντεγκά, Τουλούζ-Λωτρέκ, Καμίγ Πισαρό, Πωλ Γκωγκέν). Η παλαιότερη σκοτεινή του θεματολογία αναβαπτίζεται τώρα με ηλιακά καθαρά χρώματα. Το 1888 εγκαταλείπει το Παρίσι και ταξιδεύει στην Προβηγκία, στα νότια της Γαλλίας όπου εμπνέεται από την αγροτική ζωή των γηγενών και τη μεσογειακή φύση, το πυρετικό φως της οποίας καταθέτει τους πίνακές του. Τελικά καταλήγει στην Αρλ, και στο περίφημο «κίτρινο σπίτι» όπου τον επισκέπτεται ο φίλος του Γκωγκέν. Ονειρεύονται μαζί μια κολεκτίβα καλλιτεχνών απαλλαγμένη από την μικροαστική ματαιοδοξία του Παρισιού. Όμως λίγους μήνες αργότερα διαφωνούν έντονα με αποτέλεσμα ο Γκωγκέν να αποχωρήσει δραματικά και ο Βαν Γκογκ να αυτοτραυματιστεί (Δεκέμβριος 1889). Ήδη έχει εγκαινιαστεί η αρχή του τέλους για έναν δημιουργό που αντιμετώπιζε την τέχνη ως μορφή νέας θρησκείας.  Στις αρχές του 1889 εισάγεται στο ψυχιατρικό άσυλο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Saint-Rémy-de-Provence. Εκεί διαμένει για μερικούς μήνες όπου συνεχίζει να ζωγραφίζει σχετικά ήρεμα και χωρίς διακοπή. Τον Μάιο του 1890 εγκαταλείπει το ψυχιατρείο για να διαμένει κοντά στο Παρίσι στο Auvers-sur-Oise όπου και παρακολουθείται από τον φιλότεχνο ιατρό Paul Gachet, απεσταλμένο από τον φίλο του Καμίγ Πισαρό. Ήδη προσεγγίζουμε το τέλος του δράματος. Αυτή η περίοδος της ζωής του είναι στάσιμη καλλιτεχνικά αφού το μοναδικό έργο που ζωγράφισε, είναι η ταραχώδης προσωπογραφία του ιατρού Gachet. Όλες αυτές οι έντονες, ψυχικές διαταραχές και η βαθιά κατάθλιψη τον οδηγούν στο να θέσει τέλος στη ζωή θεωρώντας τον εαυτό του αποτυχημένο και καλλιτεχνικά και υπαρξιακά. Στις 27 Ιουλίου του ίδιου έτους αυτοπυροβολείται και πεθαίνει δυο μέρες αργότερα.


Συνολικά ο Βαν Γκογκ σε διάρκεια 10 ετών δημιούργησε 800 πίνακες και περίπου 1000 μικρότερα σχέδια. Στην πρώτη περίοδο της δημιουργίας του δουλεύει με μολύβι, πενάκι, κάρβουνο, σινική μελάνη, σχεδιάζει τους γονείς του και την αδερφή του Βιλελμίνη, τους χωρικούς που δουλεύουν στα χωράφια, οι σκληρές αυτές μορφές αποδίδονταν πολύ ρεαλιστικά με τις έντονες γραμμές του Βαν Γκογκ και τα απάλυνε χρωματίζοντας τα  με την ακουαρέλα. Έπειτα από την δεύτερη ερωτική του απογοήτευση με την εξαδέλφη του Κέις Βος η οποία  όντας χήρα είχε αποφασίσει να μείνει πίστη στην μνήμη του άνδρα της και τον απέρριψε, ξεκινά έναν άλλο τρόπο ρεαλιστικής σχεδίασης. Ζωγραφίζει δρόμους, κήπους, κλπ., με αγάπη για τις λεπτομέρειες, (ένα μοτίβο που ακολουθούσαν οι παλιοί Ολλανδοί δάσκαλοι).
    Ο Βαν Γκογκ, τραγική ειρωνεία, έγινε ευρέως γνωστός σαν ένας άγιος του μοντερνισμού λίγο μετά τον τραγικό του θάνατο. Η φήμη του εξαπλώθηκε ραγδαία ιδιαίτερα μετά τις αναδρομικές του εκθέσεις στο Παρίσι το 1901, στο Άμστερνταμ το 1905, στην Κολωνία το 1912, στην Νέα Υόρκη το 1913 και στο Βερολίνο το 1914. Ο ζωγράφος, ολοκληρώνοντας την προσέγγιση των Ρομαντικών στο τοπίο που ξεκίνησε από τα τέλη του 19ου αιώνα, ζωγραφίζει θέματα αποκλειστικά καθοδηγημένος από την εσωτερική του παραφορά. Για τον Βαν Γκογκ ο εξωτερικός κόσμος υπάρχει μόνο ως κατευθείαν αντανάκλαση του εκρηκτικού του ψυχισμού.


Χωρίς αμφιβολία ο Βαν Γκογκ θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους όλων των εποχών κυρίως γιατί υπερέβη την εύκολη διακοσμητικότητα και έκανε πάλι τη ζωγραφική αυτό που ανέκαθεν ήταν : Ο τρόπος να ψηλαφούμε με ορατά μέσα στο αόρατο.

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Από το σημερινό μάθημα για το Μύθο






Το «ωραίο»  =  στήθος - αντικείμενο.
Το «υπέροχο»  = μητρική αγκαλιά - χώρος.
Ο «δυνητικός χώρος»  η περιοχή ανάμεσα στο βρέφος και στο σώμα αντικείμενο της μητέρας.

Το «μεταβατικό αντικείμενο» δεν είναι παραίσθηση.
Δεν προέρχεται από το εσωτερικό κόσμο αλλά αποτελεί αυθύπαρκτη οντότητα όπως ο κόσμος που δημιουργεί το παιδικό παιχνίδι. Πόσο παράδοξος είναι αυτός ο κόσμος; Ίσως θα μπορούσαμε να λύσουμε το παράδοξο. Αλλά το τίμημα θα ήταν η απώλεια της αξίας του ίδιου του παραδόξου.
Donald Winnicott (1896-1971)

Histoire = αυτό που συμβαίνει. Geschichte = αυτό που βιώνεται. Heidegger

Εξουσία είναι η ρευστή, υδραργυρική δύναμη που λανθάνει παντού. Ο Μάης του '68 λειτούργησε ως μια κορυφαία πολιτική ιεροτελεστία καρναβαλισμού και καταστροφής. Michel Foucault

Ποίηση είναι η οργανωμένη βία εναντίον της βίας που εκπροσωπεί η συμβατική γλώσσα. Roman Jakobson

Το νόημα του ποιήματος είναι ένα άλλο ποίημα (όπως και του Μύθου εξ άλλου). Harold Bloom