Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Μορταράκος με λόγια, με εικόνες ή με έργα


Με αφορμή την έκθεσή του στα Τρίκαλα, στη γκαλερί alma που εγκαινιάζεται στις 28 Μαΐου στις 8μμ.





Μη με διαβάζετε αν έχετε δίκιο.
Νίκος Καρούζος


Το γοητευτικό με τη ζωγραφική είναι οι ποικίλες σκέψεις που δημιουργούνται στο θεατή εξ αιτίας της. Το πως δηλαδή απ' την εικόνα και τη δυναμική της, απ' την εικόνα και τη γοητεία της εκκινεί εκείνο το νήμα της σκέψης που (μπορεί να) μορφοποιείται σε λόγο. Κυριολεκτικά εξ αφορμής. Απ' την άλλη ένα κριτικό κείμενο οφείλει ν' αναπτύξει, συχνά ισορροπώντας στα όρια της υποκειμενικότητας ή και της αυθαιρεσίας, τα όσα ενστικτωδώς και εν σπέρματι υποστηρίζει χωρίς λόγια ο ζωγράφος με τις εικόνες του. Με τις θεματικές του εμμονές. Με τα στερεότυπα της μαστορικής του. Και βέβαια θα υπάρχει πάντα, όπως εξ άλλου συμβαίνει σε όλες τις παραστατικές τέχνες, ένα κομμάτι άρρητο και αόρατο, ακόμη κι απ' αυτόν τον ίδιο τον δημιουργό. Το πιο πολύτιμο.

Αντίθετα, στην ακαδημαϊκή τέχνη σταθερά αποθεώνεται το προφανές. Ό, τι δηλαδή ενθουσιάζει και εντυπωσιάζει το μικροαστό και την αισθητική του. Στην άλλη πάλι, την πιο ανήσυχη, την πιο πειραματική έκφραση, ιχνηλατείται πρωτίστως ο τρόπος που εν-σαρκώνονται οι ιδέες. Να γιατί ο μοντερνισμός είναι, εντέλει, ένας ιδεαλισμός χωρίς ρομαντικό πρόσημο. Δηλαδή με το συναίσθημα τιθασευμένο. Π.χ. o Duchamp ή ο Fontana. Και στον Κυριάκο Μορταράκο το συναίσθημα έπεται μιας αρχικής εννοιολογικής θέσης. Μιας πρώτης ιδέας, ας πούμε φιλοσοφικής. Απ' τα νεανικά του έργα προχωρεί ψαχουλευτά, σαν τον τυφλό στο σκοτεινό δωμάτιο για να χρησιμοποιήσω έναν πλεονασμό. Πρώτα αγγίζει, μετά κατανοεί, έπειτα ερμηνεύει και τέλος συγκινείται. Έτσι νομίζω αποκτά αξία κι η δική μας συγκίνηση (που, εξ ορισμού, δεν πρέπει να είναι εύκολη). Θέμα του τα πρωταρχικά πράγματα, τ' απολύτως χρειώδη, το εργαστήριό του, το φως της λάμπας και οι ακοίμητες ώρες που ξεκουράζονται, θαρρείς, πάνω στα φθαρμένα αντικείμενα. Κι έπειτα το δωμάτιο με την κλειστοφοβική του αίσθηση θα καταστεί “χώρος” όπως θα καταστεί “χρόνος” και το ατελείωτο στάγδην των λεπτών . “Χρώμα” και των δύο, χώρου και χρόνου, τα θαμπά γαιώδη, τα εξουδετερωμένα μπλε, τα βαριά πράσινα, το λυκόφως, το μισοσκόταδο στα, χωρίς ανοίγματα, εσωτερικά. Παλιότερα, ήταν το δωμάτιο του Van Gogh, γεμάτο ερωτικά ερωτήματα ύπαρξης. Πιο παλιά ακόμη πρωταγωνιστούσε ο κύβος, δηλαδή ένα αρχετυπικό δωμάτιο, ένας “οίκος”, μια θεατρική ιδεατή σκηνή στον χώρο, με υποτυπώδη όμως δράση. Επίσης κάτι απροσδιόριστο πύκνωνε πάντα την απόσταση από το έργο στο θεατή. Το αόρατο και πολύτιμο που λέγαμε πιο πάνω. Κι όμως, η θεματική του, σαράντα χρόνια τώρα, είναι διαλεκτικά διαυγέστατη. Χωρίς επιπόλαιους εντυπωσιασμούς ή “μεταφυσικές” ατμόσφαιρες. Η ποίηση της ύλης δεν χρειάζεται περαιτέρω ποίηση να υποστηριχτεί. Και οι λέξεις ας κολυμπούν μετέωρες στο ζωγραφικό φόντο όποτε υπάρχει χρεία...

Απλώς στα πρόσφατα έργα απαναλαμβάνεται από το Κυριάκο Μορταράκο το πρώτιστο θέμα των τεχνών της εικόνας (το ορθογώνιο, “παράθυρο” στον κόσμο” του Alberti, το καρέ του σινεμά, το κάδρο της φωτογραφίας) μ' έναν τρόπο βαρυσήμαντο, θα έλεγα μνημειακό αλλά και αρκούντως απελπισμένο. Τώρα το “παράθυρο” δεν έχει άνοιγμα, το ορθογώνιο παραμένει τυφλό, έχοντας, ανεπαισθήτως, κλείσει τον κόσμον έξω. Μια ζωγραφική τόσο για τη κρίση της ζωγραφικής όσο και για τη κρίση της κοινωνίας γενικότερα, χωρίς εύκολους συμβολισμούς. Χωρίς λαϊκισμούς. Το λόγο παίρνουν στη συνέχεια οι θεατές-αναγνώστες, όσοι διαβάζουν τους κώδικες ανάμεσα στο προφορικό και το καταγεγραμμένο, ανάμεσα στο προνεοτερικό και το λόγιο.
  • Θ' ανοίξουμε, άραγε, τα κλειστά πλαίσια και πως;
  • Με λόγια, με κείμενα ή με έργα;

27/4/2014
Μάνος Στεφανίδης

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Ο Λαός Μίλησε!

Βλάσης Κανιάρης, Ό, τι θέλει ο λαός, Νέα Υόρκη, Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, 2003 (επιμελητής: Μ. Στεφανίδης)


Ο σοφός Λαός μίλησε και η δημοκρατία ενίκησε, όπως συνήθως συμβαίνει. Οι αρχηγοί χαιρέτησαν συγκινημένοι το καινούριο που, δεν μπορεί, κάποτε θα ενσκήψει, οι δημοσκόποι έτριψαν τα χέρια τους για την καλή δουλειά που έκαναν παραπλανώντας και παρασύροντας τον ως άνω σοφό Λαό για μια ακόμα φορά. Όμως, ανάμεσα στις ιαχές και τις τηλε-τράπεζες γλίστρησε η μικρή (;) λεπτομέρεια πως το ένα δέκατο περίπου του σοφού Λαού ψήφισε παλικαρίσια τους νεοναζί. Τους νεοναζί ενσυνειδήτως! Μήπως λοιπόν αυτή η θολή και εν τέλει επικίνδυνη έννοια “Λαός” που έρχεται από μακριά και έχει υποστεί ποικίλες μεταλλάξεις στην πορεία της, πρέπει εσπευσμένα να ξαναοριστεί απαλλασσόμενη από αρκετές ιδεοληψίες;
Τελικά για ποιον “λαό” μιλάμε; Επειδή τον Λαό εκπροσωπεί και το ΚΚΕ, έστω κι αν κινείται σε μονοψήφια ποσοστά, τον ίδιο Λαό επικαλούνται κυβέρνηση και αντιπολίτευση, έστω κι αν από πλευράς προγράμματος και πιστεύω τους χωρίζει άβυσσος, για τον Λαό μάχονται -υποτίθεται- κομματίδια και αρχηγίσκοι, τον Λαό υπηρέτησε η υπερήφανη γενιά του Πολυτεχνείου (με τους Παπούτσηδες και τους Τζουμάκες και τους Λαλιώτηδες). Τον Λαό, τέλος, εκπροσωπούν όσοι έχουν μετατρέψει τον λαό -χωρίς κεφαλαίο Λ- σε υδαρή μάζα που άγεται και φέρεται και σ' εκείνον τον ζελέ που αποβλακωμένος από την τηλεόραση υπερψηφίζει Μπέο και Ψινάκη, Κασιδιάρη και Παναγώταρο, Πανίκα και Άδωνι, κ. ο. κ.
Και κάτι τελευταίο. Αυτόν τον λαό -πάλι με μικρό λ- δηλαδή όλους εμάς, προτού τον αποθεώσουμε, όλοι εμείς οι εκπρόσωποί του, σ' ένα κρεσέντο κουτοπόνηρου λαϊκισμού που πουλάει και, φευ, φέρνει ψήφους, οφείλουμε να τον μορφώσουμε. Και αυτό είναι χρονοβόρο και επίπονο. Κι ακόμη πιο επίπονο είναι να μεταμορφώσουμε τον ανώνυμο και αφηρημένο λαό σε επώνυμους και συγκεκριμένους πολίτες. Πράγμα που θα πει να καταστούμε από όχλος ατομικές, δηλαδή πολύτιμες, περιπτώσεις.


ΥΓ. 1 Και ας αφήσουμε τα ψευδοδιλήμματα περί μνημονίων κλπ... Εκτός κι αν όσοι ψήφισαν τους αντιμνημονιακούς χρυσαυγίτες και τους ΑΝ. ΕΛ. ψήφισαν σωστά. Ή, αν υπάρχει Έλληνας πολίτης που να επιθυμεί μνημόνια εκτός της οικονομικής ολιγαρχίας. Τα μνημόνια επέβαλαν και κατέστησαν μονόδρομο η πολυετής προδοσία του πολιτικού συστήματος και η ανεπάρκεια του εκλογικού σώματος. Όλα τα άλλα είναι και επικίνδυνοι λαϊκισμοί, όπως θα έλεγε και ο Βλάσης.
ΥΓ. 2 Ο Λαός λοιπόν μίλησε και μας ... ξεκούφανε!
ΥΓ. 3 Δεν χρειαζόταν ο ξένος τύπος να μας θυμίσει το άγος των Καννών και τον εξευτελισμό όχι μονάχα ενός πρωθυπουργού αλλά κι ενός ολόκληρου λαού. Υπενθυμίζω τι έγραφα τότε:
“Θα περάσει καιρός πολύς για να ξεπεράσει ο τόπος το άγος από την προσβολή των Καννών. Τότε που ένας κυρίαρχος πρωθυπουργός μιας ανεξάρτητης χώρας-μέλους της ΕΕ περίμενε, σαν μαθητούδι που έκλεψε το γλυκό απ' το βάζο, την ετυμηγορία των Μέρκελ-Σαρκοζί. Μας χωρίζουν μόλις δύο χρόνια και μοιάζει να το έχουμε ξεχάσει επειδή έτσι μας βολεύει. Όμως δεν παίζει κανείς ατιμωρητί με την Ιστορία. Ο εκλεγμένος πρωθυπουργός παραιτήθηκε δίνοντας τη θέση του στον τραπεζίτη που υπέδειξαν οι Βρυξέλλες. Την ηλιθιότητα και την ανικανότητα την διαδέχτηκαν η ιταμότητα και ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά  ενός κυρίαρχου κράτους. Ενός κακού μύρια έπονται... Ιδιαίτερα όταν σμπαραλιάζεις θεσμούς και δημοκρατικά δικαιώματα.”

Τάκης Πουλόπουλος : έκθεση ζωγραφικής



Η διαρκής επικαιρότητα της ζωγραφικής διαδικασίας



Πολλές φορές σου μίλησα, με χρώματα στο στόμα
Στο είπα, όσα έμαθα, τα έμαθα με το σώμα.
Σ. Μάλαμας - Ο. Ιωάννου



Στην αρχή ήταν μια γραμμή που ερχόταν απ' το τίποτε. Στην αρχή ήταν μια λέξη που ερχόταν απ' το μηδεν. Έπειτα η γραμμή κινήθηκε σαν κύμα γύρω από τον εαυτό της και έφτιαξε έναν χώρο. Τον χώρο. Κατόπιν η λέξη γέμισε αργά με έννοιες ώσπου έφτασε να ερμηνεύσει τον εαυτό της, έφτασε στην ερμηνεία, στο νόημα. Όλα αυτά συνέβησαν σ' ένα απώτατο παρελθόν, γεμάτο από εκρήξεις εικόνων και λόγων, μόνο που εκείνη η γένεσις σπινθηρίζει διαρκώς μέχρι σήμερα δημιουργώντας άξιες και πολιτισμούς, απώλειες και κατακρημνίσεις, κείμενα και μορφές. Δημιουργώντας τέχνη (γιατί πάντα η τέχνη δημιουργείται ex nihilo). Αυτήν την οντολογική δυναμική της γραμμής, που δημιουργεί έναν κόσμο πολλαπλασιάζοντας τον εαυτό της, μελετά με ευαισθησία, δηλαδή με οξυδέρκεια, η παρούσα έκθεση.

Ο Τάκης Πουλόπουλος δανείζεται από την παλιά δουλειά του το στοιχείο του “μαυροπίνακα” δηλαδή την υποστηρικτική εκείνη επιφάνεια πάνω στην οποίαν γράφτηκε και σβήστηκε και ξαναγράφτηκε το δράμα της μαθητείας και της δημιουργίας του καθενός μας (Γκαλερί Μπαταγιάννη, Natural History and Geology, Οκτώβριος 2007, Αθήνα). Αλλά και θα ξαναγραφτεί και θα ξανασβηστεί εφόσον όσο ζούμε, δεν ξεμπερδεύουμε με τη γνώση. Στην τωρινή ενότητα “Τι θα γίνω σαν μεγαλώσω” που την εξελίσσει αργά αλλά ουσιαστικά τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια, ο Πουλόπουλος παντρεύει τις εννοιολογικές του εμμονές -το έργο πρέπει πρώτα να υπηρετεί μιαν ιδέα κι έπειτα ένα συναίσθημα- με ένα σίγουρο εικαστικό ένστικτο το οποίο τον οδηγεί σε όλο και πιο δυναμικά, ζωγραφικά αποτελέσματα. Εν αρχή λοιπόν ήταν ο πινάκας, η κιμωλία, το σφουγγάρι, όλα σημαίνοντα εκείνου του σημαινόμενου που σχετίζεται με την άσκηση, το λάθος, την παιδικότητα, την επιστροφή στο πρωταρχικό, την ανθρώπινη κίνηση, το αρχέτυπο εκείνο στοιχείο που ονομάζεται “γραμμή”, μήτρα κάθε εικόνας. Αυτή η εννοιολογική άποψη που, μοιραία, υποτάχτηκε στην ανάλογη μινιμαλιστική φόρμα δημιουργώντας έργα χαριτωμένα και συγκινητικά -αναφορά στην ηλικία της αθωότητας, το σχολείο κλπ...-, κατέληξε σε μια σειρά συνθέσεων που -τολμώ να πω- είναι από τις πιο δυναμικές και στοχαστικές του ελληνικού abstrait.

Ο ζωγράφος αποκολλάται σταδιακά από την ανα-παράσταση και την θεατρικότητα μιας ιδεατής τάξης σχολείου στην οποία είναι δάσκαλος και μαθητής ο ίδιος -μαζί με όλους τους, κατά καιρούς, δάσκαλους του που τώρα γίνονται συμμαθητές του- και φτάνει σε μια “παράσταση” γραμμών-γραφών που δημιουργούν επιβλητικά ζωγραφικά σύνολα: Διαφάνειες και πυκνώσεις της εικαστικής ύλης, χορευτικές κινήσεις της ξηρής κιμωλίας που αποκτά αιφνίδιο βάθος δημιουργώντας τοπία πνευματικά, εσωτερικές θάλασσες, πτήσεις νοερές σε νυχτερινό ουρανό, κύματα και σύννεφα που χάνονται σε χοάνες ηφαιστείων, λέξεις που ξαναγράφονται στην άμμο μετά το πέρασμα της βροχής ή το χαρτί όταν το υγραίνει δάκρυ. Στα μεγάλα έργα της έκθεσης, λιτά και “επικά” μαζί, ο μαυροπίνακας γίνεται ένα μικροσύμπαν με δυνάμεις και ενέργειες, μαύρες τρύπες και δράματα της ύλης να εκρήγνυνται ή να σβήνουν σ' αυτό. Ιστορία, ιστορίες χωρίς λόγια, χρονικά, το χρονικό της ύπαρξης, το χρονικό των εικόνων που δεν υπάρχουν πια αλλά εμείς βλέπουμε ακόμη το φως τους να ταξιδεύει. Εν ολίγοις, έργα πυκνά και συγχρόνως ανάλαφρα στα οποία το υλικό υποστασιοποιείται, γίνεται δράση, κείμενο, καθίσταται γραφή για να διατυπωθεί ό, τι δεν χωράει στα λόγια. Τελικά μια έντιμη ζωγραφική, στον καιρό της χρεοκοπίας, των πληθωριστικών εικόνων που φτιάχτηκαν από λίπος και καταναλώθηκαν από λιπαρά χεριά ή μάτια. Η δουλειά του Πουλόπουλου είναι ένα υπόδειγμα υπομονής και συνέπειας σ' έναν κόσμο πλημμυρισμένο από ασυνεπείς και ανυπόμονους για εκείνη την ευτυχία που δεν δικαιούνται...



ΥΓ. Το φέρω βαρέως -και θα το φέρω για πολύ- το γεγονός ότι ο Πουλόπουλος, για την έκθεση ''Κρήδεμνον'' στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο είχε από την αρχή εγκριθεί από το ΚΑΣ (Kεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο). Δυστυχώς η ηλίθια γραφειοκρατία του Μουσείου λογόκρινε και απέρριψε εντελώς αδικαιολόγητα έναν χαριτωμένο πίνακα του ζωγράφου με τον εμφαντικό σπόγγο στην άκρη του για να σβήνει τωρινές και μελλούμενες αμαρτίες. Συγγνώμη Τάκη ακόμη μια φορά.





Μάνος Στεφανίδης
15/5/2014

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Art Athina 2014

Πολύ αισιόδοξη η εικόνα όχι μόνο της σύγχρονης τέχνης αλλά της χώρας της ίδιας και των πολιτών της στο τετραήμερο της Art Athina. Καλλιτέχνες και επισκέπτες, έργα τέχνης και περιρρέουσα ατμόσφαιρα, διαλέξεις, αναλύσεις αλλά και πιτσιρίκια που το καταδιασκέδασαν, party με νεαρό κόσμο, ζωγράφισαν το άλλο πρόσωπο της Ελλάδας και μάλιστα εν μέσω προεκλογικού πυρετού (;). Κραυγαλέες, αν και αναμενόμενες και εν τέλει ασήμαντες, οι απουσίες του υπουργού πολιτισμού και των λοιπών πολιτικών αρχηγών, του μεγαλοσυλλέκτη πρόεδρου του ΣΕΒ -παρά το περίπτερό του-, του πολύφερνου Δάκη -παρά τα πολύ καλά Κυπριακά περίπτερα-, της διευθύντριας του ΕΜΣΤ -το οποίο πάντως πρόλαβε και καπέλωσε ο Δασκαλόπουλος, προς δόξαν της δημοκρατίας και του πλουραλισμού της τέχνης-, και ελάχιστων ακόμη σνομπ του εικαστικού γκλάμουρ. Δεν πειράζει! Καταλάβαμε για μια ακόμα φορά πόσο πονάνε και πόσο αγαπάνε αληθινά την σύγχρονη ελληνική τέχνη.
Οι δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες όμως, που σχημάτιζαν ουρές για να μπουν στο Τάε Κβόν Ντο, πέρασαν πολύ ωραία και κυρίως αντέδρασαν. Στην Ελλάδα της μιζέριας και της ξύλινης γλώσσας. Στην Ελλάδα των αν-αίσθητων πολιτικών και των υπερευαίσθητων νεόπλουτων. Κυρίαρχο της ύφος ήταν η φωτογραφική αναπαράσταση, ο συμβολικός ρεαλισμός και η παρουσία των γκραφιτάδων με ποικίλους τρόπους. Στα συν οι εξαιρετικές "Πλατφόρμες" και οι αντισυμβατικοί καλλιτέχνες που έπαιξαν εκεί. Και του χρόνου!