Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Παρουσίαση του βιβλίου ΜΕΤΑ

Τρίτη 28 Μαΐου στις 8μμ. στη Στοά του Βιβλίου στο Polis Art Cafe.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Τρία κείμενα σαν ένα



Ακολουθούν τρία κείμενα που δημοσιεύθηκαν πριν από 11 χρόνια και που νομίζω πως έχουν ακόμη ενδιαφέρον. Κυρίως γιατί μιλάνε για τη φτώχεια, συμβολική και πραγματική, την τέχνη, την πολιτική και, τέλος, τον πολιτισμό ως δικαίωμα αλλά και υποχρεωση του καθενός. Σε τελική ανάλυση πρόκειται για τρία γεγονότα και για τον σχολιασμό τους, τα οποία ενώ συνέβησαν χτες, θα μπορούσαν με την ίδια ένταση να έχουν προγραμματιστεί για αύριο. Τα αφιερώνω στη Κική Δημουλά επειδή τον τελευταίο καιρό το όνομά της βρίσκεται, ως μη ώφειλε, στα χέρια και τα στόματα εμπαθών και ατάλαντων.Και μη ξεχνάτε, η φωνασκία είναι ο πιο εύκολος τρόπος για να μην ακουστεί το αυτονόητο
Μ.Σ.

Η ενοχή είναι αθώα


Οι σουρεαλιστές, αν και είχαν φιλολογική αφετηρία, εντούτοις τάχιστα ενσωμάτωσαν στην καλλιτεχνική τους δράση ψυχαναλυτικές ή κοινωνικοπολιτικές θεωρίες. Πολύ περισσότερο από την παραγωγή ενός επαναστατικού έργου, τους ενδιέφερε η απελευθέρωση του ανθρώπου από τις επιταγές ενός αυστηρού και καταπιεστικού περιβάλλοντος.

Κατ' ουσίαν, το αίτημά τους δεν είναι αισθητικό -να συγκινήσουν- αλλά πολιτικό, ν' απελευθερώσουν. Εξ ου και η σχέση τους όχι μόνο με τον Φρόιντ αλλά και τον Λένιν ή τον Τρότσκι. Στόχος τους, να διαρραγούν οι αλυσίδες της φαντασίας και οι απαγορεύσεις της επιθυμίας.

Ο Καστοριάδης, ο Φουκό και ο Λακάν θα καταστούν οι συνεχιστές μιας τέτοιας φιλοδοξίας, εφόσον το διακύβευμα παιζόταν όχι στο ν' αλλάξουμε γούστα αλλά στο ν' αλλάξουμε ζωή.

Αυτό ήταν και η επιθυμία εντόπιων οπαδών του κινήματος, όπως οι Ανδρέας Εμπειρίκος, δηλαδή η απελευθέρωση -καλύτερα η νομιμοποίηση- της επιθυμίας και μάλιστα σε αντιπαράθεση προς το μικροαστικό πουριτανισμό και την έμφοβη ηθική των απαγορεύσεων. Αντιλαμβάνεται, άρα, κανείς γιατί η έκθεση Desire Unbound (Η επιθυμία απελευθερωμένη) από τη μία στηρίζεται σε κείμενα του Ντε Σαντ ή του Ελιάρ και από την άλλη δεν ενδείκνυται για παιδιά (τόσο για την Modern Tate όσο και για το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, όπου και παρουσιάζεται αυτόν τον καιρό).

Οι σουρεαλιστές πιστεύουν ότι τα ένστικτα διαμορφώνουν τον ψυχικό μας κόσμο και σαν τον Φρόιντ εργάζονται για τη νομιμοποίηση (ή, μήπως, κατανόηση;) των ενστίκτων αυτών. Ετσι και η τέχνη καθίσταται μια καθαρτήρια, ψυχαναλυτική τελετουργία, η οποία απαιτεί συνενόχους για να οδηγήσει στην κορύφωση.

Τα δύο μανιφέστα του Μπρετόν (1924, 1929) θα μιλήσουν για την αποκάλυψη της ποίησης στην καθημερινότητα και στο δικαίωμα της φαντασίας να οικοδομήσει μια καινούρια πραγματικότητα. Αυτή ακριβώς η προβοκατορική ουτοπία του ώριμου μοντερνισμού, φιλοξενημένη λίγο μετά την «11η Σεπτεμβρίου 2001» στο ΜΕΤ, σημαίνει πράγματα. Κι ενώ η Αμερική επουλώνει ακόμη τα τραύματά της και αντιδρά αμήχανα ή και συντηρητικά προς τις έξωθεν προκλήσεις, η «απελευθερωμένη επιθυμία» λειτουργεί άλλοτε καταπραϋντικά κι άλλοτε νευρωτικά για τους Νεοϋορκέζους.

Η ίδια η έκθεση μοιάζει politically uncorrect εφόσον, έστω κι από σύμπτωση, προπαγανδίζονται οι μαύροι πόθοι του Μαν Ρέι ή η σαδομαζοχιστική ιδιαιτερότητα του Χανς Μπέλμερ σε μια στιγμή όπου οι πάντες στις ΗΠΑ διακηρύσσουν την επιστροφή στην τάξη, την πειθαρχία και την υποταγή του ατόμου στο συλλογικό συμφέρον. Ο «άξονας του κακού» μπορεί να αρχίζει από το Ιράκ, σίγουρα όμως τελειώνει στις καθωσπρέπει αίθουσες του στρατηγείου της παγκόσμιας τέχνης που είναι το Μητροπολιτικό Μουσείο, εφόσον εκεί δείχνονται οι αιρετικές εικόνες της επιθυμίας και της ετερότητας.

Μέσα στην καρδιά της αυτοκρατορίας του καλού, λοιπόν, τραγούδησε το δικό της «μαύρο» τραγούδι, καταδεικνύοντας ότι καμιά αληθινή ελευθερία δεν ζει μέσα σε προκάτ όρια και ότι σε εποχές μετάβασης η εξαίρεση θα (ξανα)συγκροτήσει θριαμβευτικά τον κανόνα. Αρκεί να μην αποκοιμηθούν οι όποιοι ψυχωμένοι, εμπρός στις τηλεοράσεις τους. Ινα δικαιωθεί ο ποιητής που έγραφε στο «Κατά Σαδδουκαίων» πριν σχεδόν μισόν αιώνα (1953, σε εξώφυλλο Νίκου Κούνδουρου):

«Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.

Αντισταθείτε σ' αυτόν που χαιρετάει από την εξέδρα

ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις

σε μένα ακόμη που σας ιστορώ...».


7 - 21/04/2002

Tom's art



Να παράγουμε τέχνη ή να ζήσουμε καλλιτεχνικά;



Το ερώτημα έθεσε ο Νίκος Εγγονόπουλος στο «Γλωσσάριον των ανθέων» ως εξής:

Την ποίησιν ή την δόξαν; / Την ποίηση / Το βαλάντιο ή την ζωή; / Τη ζωή

Την τέχνην ή τον θάνατο; / Την τέχνη.

Στην Πλάκα, σ' ένα κατεδαφισμένο νεοκλασικό στη γωνία των οδών Υπερείδου και Μονή Αστερίου εδώ και χρόνια έχει εγκατασταθεί ο Tom, ένας ιρλανδός μετανάστης, ο οποίος κάνει κάτι εξαιρετικά σπάνιο: ζει καλλιτεχνικά.

Χωρίς ναρκισσισμό ή προσωπικές φιλοδοξίες, πράγμα που σφραγίζει τη συμπεριφορά των επαγγελματιών της τέχνης, στήνει και ξεστήνει σχεδόν καθημερινά το δικό του υπαίθριο μουσείο στον ακάλυπτο χώρο του ερειπιώνα όπου διαβιώνει. Το «σκηνικό» απαρτίζεται από ετερόκλητα αντικείμενα, από τα «άχρηστα» των σκουπιδιών, τα οποία όμως μεταμορφώνει δημιουργικά ο φιλοξενούμενός μας ρακοσυλλέκτης. Κατ' ουσίαν ενεργεί ανάλογα με τον Mike Kelley στην έκθεση του Van Abbe (εργοστάσιο της ΑΣΚΤ), μόνο που εδώ δεν μεσολαβεί ούτε η ιστορία τη τέχνης ούτε η επιθυμία να μνημειωθεί η πράξη. Ο Tom ζει τη ζωή του στην «Republique of Plaka», εκθέτοντας κομμάτια αυτής της ζωής στους περαστικούς που χαζεύουν, που συγκινούνται, που ζηλεύουν.


Arte Povera, Fluxus, Enviromental Art, Neo Pop, Minimal Art; Τίποτε απ' όλα αυτά! Απλώς Tom's Art, δηλαδή η τέχνη κάποιου που προσπάθησε χωρίς φανφάρες, υστερίες ή παιχνίδια marketing να ζήσει την καθημερινότητά του ποιητικά. Ο λόγος πάλι σ' έναν ποιητή (εν προκειμένω στο Νίκο Φωκά):

Είναι μια περίτεχνη σιδεριά παλιού μπαλκονιού / Από κατεδαφισμένη οικοδομή. / Την ξέχασαν κάποιοι στη μέση του δρόμου./ Κι ευθύς μόλις την άφησαν συνέβηκε το απροσδόκητο, / Χωρίστηκε ο κόσμος σε δύο μέρη.

Απ' το δικό μας μέρος του κόσμου / Είναι τ' αυτοκίνητα, ο καρκίνος, ο μόχθος της ζωής / η προδοσία, ο θάνατος -η μοίρα μας· / Δραστηριότητα χωρίς δικαίωση, χωρίς θεατές / Ή χωρίς συνείδηση ότι υπάρχουν. Απ' τ' άλλο πάλι μέρος της σιδεριάς / Ξανά τ' αυτοκίνητα, ο καρκίνος / Ο μόχθος της ζωής, η προδοσία, ο θάνατος· / Ομως αισθητικοποιημένα, εικονικά, / Σαν με μια δικαίωση, σαν να βλέπουμε θέατρο.

Τόση μαγεία μα και τόση σημασία / Μπορεί να υπάρχει σ' ένα χώρισμα, ώστε / Για να γίνει εικονική η πραγματικότητα / Ή πραγματική η εικονικότητα -κατά τη διάθεση-Απλώς μετακινούμε τη σιδεριά.


7 - 17/03/2002