Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Απώλεια βάθους


 
Αυτό το πρόσωπο, για να δείξει, θέλει κορνίζα αιμάτινη.
Κ. Δημουλά
Υπάρχει ως όρος στη νευροψυχολογία: η ανικανότητα να αντιλαμβάνεσαι την τρίτη διάσταση· την απώλεια της αίσθησης βάθους· την καταδίκη να βιώνεις τα περίοπτα πράγματα σαν να ήταν δισδιάστατα· όπως ακριβώς τα καρτούν αντιμετωπίζουν τ' άλλα καρτούν (ενώ στην ηχητική μπάντα ακούγεται εύθυμη μουσική). Η ασθένεια της εποχής μας: Οι εικόνες χωρίς (εννοιακό) βάθος πεδίου και η χαζοχαρούμενη μουσική που συνοδεύει την απώλεια (όπως και τότε: στον «Τιτανικό»). Η εποχή των εικόνων κατάντησε η πλήρης τους αναίρεση.

Νομίζω πως ανήκω σ' εκείνο το τελευταίο είδος ανθρώπων που δεν έχουν επισκεφθεί το Mall και δεν έχουν ψωνίσει απ' το ΙΚΕΑ. Που αντιπαθούν τους μαζικούς, αχανείς χώρους των οποίων η -υποτιθέμενη- φθήνια σε προκαλεί ωμά φωνάζοντας: Κατανάλωνε! Σήκωσε όλο το μαγαζί! Εξάλλου τα πράγματα εδώ είναι αβαρή, αβαθή και δύο διαστάσεων. Εχεις το μέγιστο προνόμιο να γνωρίζεις την τιμή όλων των πραγμάτων άρα δεν είναι ανάγκη να ξέρεις την αξία κανενός. Ψώνιζε για να υπάρχεις. Να το βάρος σου.

Τα βράδια που γυρίζω βλέπω τεράστια πλήθη να συνωθούνται έξω από τους μεγα-χώρους της μαζικής διασκέδασης. Εκεί που αοιδοί σταρ (;) άδουν αηδίες (χωρίς ερωτηματικό) και η διατεταγμένη ψυχαγωγία γίνεται ψύχωση ή νευρωτική ιεροτελεστία, που όμως αποκλείει τον κάθε αυθορμητισμό. Τα μαυροφορεμένα κοριτσόπουλα με τα μίνι πάνω στα τραπέζια, την ενδεδειγμένη ώρα, έχουν προβάρει τις κινήσεις τους στην εντέλεια το προηγούμενο απόγευμα αυτοθαυμαζόμενες στον εφηβικό καθρέφτη. Η έλλειψη βάθους, η απώλεια της προοπτικής οδυνηρά προφανής.

κόσμος της πρώιμης Αναγέννησης -αυτό που ονομάζουμε Quattrocento- στήριξε την ανθρωποκεντρική στροφή του σε μια στέρεα, προοπτική κατασκευή. Το ένα και μοναδικό σημείο φυγής υπογράμμιζε τον ζωτικό -ιδεολογικά- ρόλο και του κέντρου και της περιφέρειας. Τα χωρικά επίπεδα διαρθρώνονταν διαλεκτικά ώστε να προκύψει ο «τόπος», πανταχόθεν σεσημασμένος. Τα ανάερα βήματα των αστροναυτών στο σεληνιακό τοπίο 500 χρόνια αργότερα στοιχήθηκαν στα επιτεύγματα αυτής της προοπτικής: «Δοκεί δε μέγα τι είναι και χαλεπόν ληφθήναι ο τόπος», υποστηρίζει στα «Φυσικά» του ο Αριστοτέλης (Είναι δύσκολο και συνάμα μεγαλειώδες να συλληφθεί η έννοια του τόπου). Κυρίως επειδή ως τόπος ορίζεται το υλικό εκείνο σημείο στο οποίο συγκλίνουν θεωρητικές βεβαιότητες και πειραματικές ανησυχίες.

Προσέξτε, τώρα, τι μπορεί να συμβεί σε μια πλατεία, τι υπάρχει στο χωρικό της βάθος (αρκεί να μην την προσλαμβάνουμε σαν τηλεοπτική πληροφορία):

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς / Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο. / Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην πλατεία Κάνιγγος / Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους / έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη. / κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι / μόλις καταλάβει πως ίσως κανείς, / ίσως κανείς, τον υποπτεύθηκε / μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Τάσος Δενέγρης, περιοδ. «Πάλι», 1966

-Καταλάβατε; Δεν σας θυμίζει η παραπάνω εικόνα τις συνταρακτικές συρματώδεις φιγούρες του Giacometti που διασχίζουν ένα μπρούτζινο επίπεδο, την πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία;

Ωρες ώρες ο κλινικός ρεαλισμός, η εμμονή στην αφηγηματική ή εικονιστική λεπτομέρεια δημιουργούν έναν φλοιό ασφάλειας στ' αντικείμενα εμποδίζοντάς τα να καταστούν υδαρή και να λιώσουν. Αυτό μου θυμίζουν οι περιγραφές του McEwan στα βιβλία του «Στην Ακτή» ή «Σάββατο», οι οποίες παραπέμπουν πάλι στις εξονυχιστικές λεπτομέρειες των σωμάτων του Lucian Freud αλλά και στη σαρκάζουσα επιχειρηματολογία του Terry Eagleton. Το άκρον άωτον του βρετανικού πραγματισμού μ' άλλα λόγια.

Που θα πει: Να ξανακερδίσουμε το βάθος των εικόνων, για να στηριχτούν οι λέξεις επαρκέστερα και να ξεδιπλωθούν τα νοήματα με εγκυρότερο τρόπο. Αυτό το χαμένο βάθος απ' τα λόγια κι απ' τον κόσμο γύρω, το ψηλαφείς σε κάθε βήμα. Πρόκειται για μια διαφάνεια του τίποτε, ό,τι ονομάζει ο Gianni Vattimo «the transparent society»· δηλαδή τη διάλυση εικόνων κι ερμηνειών και έναν απορφανισμό της όποιας δεσπόζουσας αναφοράς. Οταν τα πράγματα διατηρούν την τιμή αλλά χάνουν την αξία τους σ' ένα συμβολικό trompe l'oeil όπου βάθος και βάρος έχουν συρρικνωθεί στη μονοείδεια του πλάτους (ώστε να λάμπουν εμφανιζόμενα στην flat TV, ήγουν στην επίπεδη οθόνη, εκεί που απόλλυται κάθε αισθητική διάσταση βάθους).

πειρασμός του υπάρχειν -όπως θα 'λεγε κι ο Ε. Cioran- θα υπερισχύσει άραγε της γλυκιάς ηδονής να εξαερωθούμε χάνοντας κάθε βάρος και να ζούμε μη υπάρχοντας; Δηλαδή απαλλαγμένοι -έτσι βολεύει καλύτερα- από την υποχρέωση του θανάτου (μας); Επειδή σήμερα άνθρωποι και πράγματα πεθαίνουν ερήμην του θανάτου τους κι αυτό συνιστά τεράστια αδικία για όλη την προηγούμενη ζωή τους...

ΥΓ.1 Στα πρανή του Μεγάρου Μουσικής στέκει απαξιωμένος, βρόμικος και αφώτιστος ο ανδριάντας του Ελ. Βενιζέλου, έργο του Γιάννη Παππά. Ο Δήμος Αθηναίων, το ΥΠΠΟ αλλά και οι Φίλοι της Μουσικής -που όχι μόνο βαριακούνε αλλά και δεν καλοβλέπουν-, δεν αισθάνονται ελάχιστη ντροπή ιστορίας; Αν επρόκειτο για γελοίες αγελάδες και ηλίθιες καρδούλες θα τις φώτιζαν, φαντάζομαι.

ΥΓ.2 Οποιος βρει το όνομα του αρχιτέκτονα που έφτιαξε την υπογειοανώγεια γκαραζόπερα του Μεγάρου κερδίζει κατάλογο του Destroy Athens. Αντίθετα, τ' όνομα του εργολάβου είναι πασίγνωστο. Το ξέρει και ο ανακριτής κ. Οικονόμου. Μόνον ο κ. Λιάπης μοιάζει να το αγνοεί.

ΥΓ.3 Τι γλυκαντικός ο λόγος του νέου αρχιεπισκόπου. Σε βαθμό που να θυμώνεις με τον Θεό επειδή δεν υπάρχει.

Ο Μ. Στεφανίδης είναι (τέως) γ.γ. του Ελληνοϊαπωνικού Ομίλου «Σι-Χαμάρα».

7 - 02/03/2008
 
 
Πρόκειται για ένα από τα τελευταία κείμενα που έγραψα στην Ελευθεροτυπία. Είναι ακόμα η εποχή όπου το Μέγαρο αρνείται να φιλοξενήσει την ΕΛΣ ή την ΚΟΑ και ασκεί πολιτιστικό ιμπεριαλισμό με δαψιλείς, κρατικές επιχορηγήσεις. Σήμερα το ίδιο αυτό Μέγαρο εκλιπαρεί την Εθνική Λυρική Σκηνή για μια συνεργασία, μήπως και μπορέσει να υπερβεί τα αδιέξοδά του. Βλέπετε, η Όπερα του Ιδρύματος Νιάρχου είναι πολύ κοντά. O tempora, ω μόρτες...  
 

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΚΑΙ Η ΤΙΜΗ ΤΟΥ ή Τα σμαράγδια ήταν ψεύτικα



Ζούμε σταθερά στην επικράτεια του ψέματος και του λαϊκισμού. Ακόμη. Εξ ου και η κρίση που σοβεί στον τόπο σαν λοιμική και δεν λέει να εξορκιστεί. Γιατί η όποια υπέρβαση της προϋποθέτει να ειπωθούν οι δυσάρεστες αλήθειες που πληγώνουν. Ν' αποδοθούν τα ελλείμματα όχι μόνο της πολιτικής αλλά και της πνευματικής ηγεσίας. Να καταγγελθούν οι ανεπάρκειες, το βόλεμα, ο ναρκισσισμός και η εγωτική ομφαλοσκόπηση μιας ολόκληρης κοινωνίας. Δύο πολύ μικρά, πολιτισμικά παραδείγματα: Είδα το”Χαβιάρι” του Σμαραγδή, περίεργος από τον τόσον διαφημιστικό ορυμαγδό, τα λαμπρά ονόματα -κυρίως του Σεμπάστιαν Κωχ- και γέλαγα απ' τα νεύρα μου. Ο κ. Σμαραγδής συνεχίζει την παράδοση του Τζέημς Πάρις στο πιο κοσμοπολίτικο. Είδα επίσης και τον “Γκρέκο” του -με τον Λαζόπουλο!- στη κρατική τηλεόραση την περασμένη εβδομάδα για να μελαγχολήσω εκ νέου. Επειδή είναι δύσκολο ακόμη και το να εικονογραφήσεις την ιστορία με τα πρόσωπά της. Πόσο μάλλον να την ερμηνεύσεις. Δηλαδή να αναστήσεις αυτά τα πρόσωπα. Ο κ. Σμαραγδής είναι αφελώς πονηρός ή πονηρά αφελής. Η θητεία του στο ντοκιμαντέρ δεν φαίνεται να του έμαθε πολλά πράγματα ούτε ως προς τη φωτογραφία, ούτε ως προς το μοντάζ, ούτε ως προς τη δραματική πυκνότητα ενός πλάνου. Κρίμα γιατί η σεναριακή ιδέα ήταν πολύ έξυπνη. Όμως το σινεμά είναι ζόρικο πράγμα. Όπως σπάνιο πράγμα είναι η αληθινή δωρεά και η έμπνευση. Δηλαδή το ταλέντο. Ο κ. Σμαραγδής ας παρηγορείται με τις φωτογραφίες του δίπλα στον κ. Τζαβάρα. Και από το ότι η λαϊκιστική, παρά την υψηλόφωνη ρητορεία της, ταινία του θα αντικαταστήσει στα κανάλια τον “Παπαφλέσσα” με τον Παπαμιχαήλ και την Δανδουλάκη οπότε έρχεται η 25η Μαρτίου. Ο Παπακαλιάτης είναι σήμερα πιο in. Ως προς τον Byron πάλι, “Τη μπαλάντα ενός δαίμονα” του Κούνδουρου, έγινε αισίως φέτος είκοσι χρονών και ακόμη να διαβαστεί όπως της αξίζει.
Η άλλη λαϊκιστική και κουτοπόνηρη απάτη ήταν το “Corpus Christi”. Δήθεν, εξυπνακίστικο κείμενο, γεμάτο αμερικανιές, “πονηρή” παραγωγή, απλοϊκή σκηνοθεσία, ανύπαρκτοι ηθοποιοί. Δεν θα πήγαινα ούτε και με πρόσκληση, αισθάνθηκα όμως την ανάγκη να τους συμπαρασταθώ λόγω “Χρυσής Αυγής” και ταλιμπανοχριστιανών. Η απογοήτευση διπλή. Για τις ηλιθιότητες που ασχολούμεθα, για την ανατροπή της όποιας αισθητικής ή αξιακής κλίμακας στη κοινωνία μας. Για την κυριαρχία της διαφήμισης, της φασαρίας και του μπούγιου. Δηλαδή του life style απ' την ανάποδη. Εφόσον το, με το όποιο κόστος και τίμημα, θέαμα έχει αντικαταστήσει κάθε μορφή, κάθε υπόνοια ορθού λόγου. Δεν ξέρω, τελικά, τι με πρόσβαλε περισσότερο: Οι Χρυσαυγίτες και ο μεσαίωνάς τους ή το χύδην μεταμοντέρνο της παράστασης; Μοιάζει η εξίσωση απλή: τα πολυφορεμένα κουρέλια “Θρησκεία-Οικογενεια-κλπ” φέρνουν τη Χρυσή Αυγή, η Χρυσή Αυγή φέρνει τα ΜΜΕ, το μπούγιο είναι εξασφαλισμένο. Η πρόκληση για τη πρόκληση; Βεβαίως αφού αποκτήσαμε πλέον μέσα στον ανυπόφορο μεταμοντέρνο χυλό μας τους γιαλαντζί Τορκουεμάντα και τους προγλωσσικούς Σαβοναρόλες μας. Ένα μόνο διαπιστώνω με άφατη πίκρα. Συμβαίνουν πράγματα στον τόπο αλλά παραμένουν αφανή όταν δεν καταδέχονται να “θεαματικοποιηθούν”. Μοιάζει αναγκαίος ο εξευτελισμός πρώτα για ν' ακολουθήσει η προβολή. Η έλλειψη εμπνευσμένης κριτικής και μαχητικού διαλόγου στο θέατρο, τα εικαστικά, τη μουσική, είναι δραματικά εμφανής. Αντ' αυτής κυριαρχούν η διαφημιστική σπέκουλα και η δημοσιογραφική αδολεσχία. Πρόκειται για λόγο που εκφέρεται αποκλειστικά για τις ανάγκες της αγορά και μόνον όταν κουδουνίζουν νομίσματα. Λόγος τόσο κενός όσο κι εκείνος που εκφέρεται από το στόμα του Ευάγγελου Βενιζέλου, του εισηγητή του “Πολιτισμού των πολιτισμών”! Και ο μεν Βενιζέλος καταρρέει. Όμως ο ξερολισμός των δημοσιογραφούντων α-κριτικών καλά κρατεί. (Υπάρχουν σαφώς φωτεινές εξαιρέσεις: Ο Πολενάκης, η Κολτσιδοπούλου, ο Μουτσόπουλος, η Αρκουμανέα, ακόμη και ο αμετροεπής Δανίκας). Επίσης ο πήχης είναι πια χθόνιος, υπό την γην. Από τη στιγμή που για πλάκα (;) βάλαμε την Καλομοίρα στο Ηρώδειο, τον Μαρίνο, τον Κραουνάκη ή τον Ζουγανέλη στην Επίδαυρο, (τεράστιες επ' αυτού οι ευθύνες του κ. Λούκου) που παραδώσαμε τον πολιτισμό σε μια παρέα -έστω και με τις καλύτερες προθέσεις-, που ξεχάσαμε τον Γιάνναρη υπέρ του Σμαραγδή και την Μαργαρίτα Καραπάνου ή την Λούλα Αναγνωστάκη υπέρ της απανταχού παρούσης Κιτσοπούλου, ήταν μοιραίο το kitsch να γίνει θεσμός κι εμείς όλοι συνένοχοι του. Με τη σιωπή, με την αδράνεια, με τον σταρχιδισμό, με το δε βαριέσαι...


Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Του Δον Περλιμπλίν



Στη Μπελίσα μου

Το ξέρεις; Είσαι ο κόσμος μου αγαπημένη μου, μα ένας κόσμος που ποτέ δεν θα κατακτήσω.

Δύο μήνες ταξίδευε η καραβέλα κι ο Κολόμβος ώσπου να δουν τη γη του Σάντο Ντομίνγκο
μόνο που εγώ χρειάστηκα πολύ πιο πολύ για να βρω το θάρρος να σε κοιτάξω στα μάτια.

Ογδόντα μέρες δαπάνησε ο Φιλέας Φογκ για να φέρει γύρω τον κόσμο
κι εγώ πολύ περισσότερο ώσπου να τολμήσω και να σ' αγκαλιάσω.

Δύο χρόνια και κάτι ήθελε ο Μαγγελάνος για να ολοκληρώσει τον περίπλου της γης
κι εγώ τόσα χρόνια που δεν μού 'φτασαν για να φτάσω απ' τα χείλη στην καρδιά σου.

Δέκα χρόνια βασανίστηκε ο πολύτλας Οδυσσέας ώσπου να δει καπνό αναθρώσκοντα απ' το Θιάκι
κι εγώ πάτησα τα έντεκα και ακόμη φλέγομαι απέλπις στην έρημο της αγάπης.

Σαν τον Μωυσή σαράντα χρόνια στην άμμο μήπως και αξιωθώ τις πεδιάδες του Χαναάν.
Είσαι ο κόσμος μου, έρωτα μου, η επαγγελία μου, μα ένας κόσμος που ποτέ δεν θα περπατήσω.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Σάββας Πουρσανίδης Για μια ζωγραφική της αποκάλυψης

Σάββας Πουρσανίδης, Βιολιστής, Αποθήκη 9, 
Λιμένας Θεσσαλονίκης
Οκτώβριος- Νοέμβριος 2012


«Σώματα; Για ξαναπές το. Σώματα...
Έχει θαμπώσει, δεν ακούγεται. Ρώτα τη αφή
Θυμάται, πρόφερε ποτέ αυτή τη λέξη;»
Κική Δημουλά, Η Εφηβεία της Λήθης


Στη βασιλόπιτα της τέχνης υπάρχει ένα φλουρί για όλους. Αρκεί να ψάξει ο καθένας ανάλογα με την παιδεία ή τις αντιλήψεις του. Μακριά όμως από δογματισμούς ή αφελείς ματαιοδοξίες. Εφόσον αποδείχτηκε πλέον πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος συντηρητισμός από την ακαδημία του μοντέρνου και τη συμπεφωνημένη, λόγω αγοράς, αβανγκάρντ.
Στη σύγχρονη τέχνη περισσότερο από τα έργα κοιτάμε τον εαυτό μας που κοιτάει. Ευτυχώς! Παρακολουθούμε δηλαδή τις αντιδράσεις μας εμπρός στο ανοίκειο ή το άγνωστο. Ελέγχουμε το πώς συνήθως διαβάζουμε την πραγματικότητα μέσα από τα κλισέ. Έτσι, οι μηντιακές εικόνες συχνά μας καθοδηγούν ως προς την «κατανόηση» ενός έργου τέχνης, εφόσον η τηλεόραση, με ευθύνη όλων μας, έχει καταστεί το ουσιαστικό «σχολείο» αισθητικής αγωγής και κοινωνικών συμπεριφορών. Η τηλεόραση παράγει πρότυπα και θα ήταν αφέλεια ή υποκρισία να τα παρακάμψουμε. Η ζωγραφική παρά την διαχρονική γοητεία της βολεύεται σε μια δεύτερη θέση. Μήπως θα έπρεπε να αντιδράσουμε; Οι τεράστιες σχεδόν μπαρόκ συνθέσεις του Σάββα Πουρσανίδη συνιστούν μια τέτοια πρόταση για αντίδραση κυρίως λόγω του οπτικού σοκ που δημιουργούν.
Η σύγχρονη τέχνη θέλει –πρέπει– να πάρει θέση και να μας ωθήσει να δούμε την εικόνα του κόσμου κριτικά, να ανακαλύψουμε τις κρυμμένες ερμηνείες του αμφισβητώντας τις παγιωμένες μας ασφάλειες. Να μη φοβόμαστε τον σαρκασμό για τη γελοιότητα που μας περιβάλλει αλλά τη γελοιότητα την ίδια. Αυτό συνιστά μιαν ανοιχτή πρόκληση καθιστώντας τον θεατή συνένοχο του δημιουργού. Ιδού μια καινούρια, όσο και δύσκολη, ελευθερία. 
 

Ο Σάββας Πουρσανίδης τώρα επιμένει σε κάτι που στις μέρες μας θεωρείται δεδομένο (ενώ δεν είναι) ή είναι ξεχασμένο (ενώ δεν θα έπρεπε), το σχέδιο. Εμμανής ο ίδιος του σχεδίου και μάλιστα στην πλέον λεπτολόγο, αναλυτική, ακαδημαϊκή, ακόμη, εκδοχή του, ο ζωγράφος χτίζει με αυτό σώματα, τα σώματα οργανώνουν χώρους, οι χώροι εξαπλώνονται απειλητικοί, η δράση των σωμάτων εν χώρω οδηγεί τέλος σε μιαν ιδιότυπα θεατρική ατμόσφαιρα. Οι τεράστιοι, χειροποίητοι καμβάδες του Πουρσανίδη λειτουργούν σαν σκηνή η οποία μέσα από φώτα και σκιές, μέσα από σιωπές και αιφνίδιους ήχους, ανα-παριστά το συνεχώς αναβαλλόμενο και διαρκώς παρόν δράμα της ύπαρξης. Οι τωρινές συνθέσεις του διατυπώνονται μέσα από μια υποβλητική grisaille διαδικασία η οποία και καθιστά ακόμα πιο πολύτιμη τη δράση του χρώματος. Αυτό που βλέπουμε είναι γυμνές φιγούρες μουσικών, έναν θίασο καταραμένων εορταστών που έρχονται από το πουθενά με τα έγχορδα και τους ζουρνάδες τους για να καταλήξουν σ' ένα ζωγραφικό inferno. Καμία σωτηρία πουθενά. Ιδωμένα τα σώματα υπό έκκεντρες οπτικές γωνίες αιφνιδιάζουν τον θεατή και ταυτόχρονα δημιουργούν αξιοπρόσεχτη ανησυχία. Η επίτευξή του υποδόριου φόβου είναι το μεγάλο κέρδος αυτής της αντισυμβατικής όσο και συνειδητά αναχρονιστικής ζωγραφικής. Ο Πουρσανίδης δεν ενδιαφέρεται για το παρόν, μόνο το παρελθόν τον εμπνέει επειδή εκεί κρύβονται τα μυστικά της μεγάλης δημιουργίας. Τα πράγματα πρέπει να ξαναγίνουν μαγικά αλλιώς δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Η μουσική με την εκστασιακή της δυνατότητα και ο χορός με την οργιαστική του διάσταση θα βοηθήσουν για αυτό. Η εικόνα έπεται. Η ζωγραφική στέκει τώρα ως ο χρονικογράφος του συντελεσθέντος θαύματος. Οι αναφορές του Πουρσανίδη είναι αρκετές όσο και το στιβαρά κατακτημένο του ύφος. Από το Velicovic στα ανατομικά σχέδια του Vesalius, και από τον κλασικισμό του David στα τερατικά σώματα του Bacon. Ενωτικό στοιχείο όλων αυτών η γοητεία του σχεδίου, και η απελευθερωτική δυνατότητα της μουσικής. Μόνο που αυτή η τελευταία ούτε ερμηνεύεται ούτε περιγράφεται.
Στην εποχή που οι εικόνες κατακυριεύουν τα πράγματα επειδή η ορατότητα κατάντησε δυνάστης και που υπάρχει μόνο ό, τι φαίνεται, η ζωγραφική ζητεί εκ νέου να εκπληρώσει την παλιά της αποστολή: Να μεσιτεύσει δια του ορατού στο αόρατο και να ξαναδιεκδικήσει τη ψυχή των πραγμάτων κατοχυρώνοντας όμως πάνω απ’ όλα το σώμα τους. Αν ο Duchamp μέσα από μία ντανταϊστική άρνηση καταδίκαζε τη ζωγραφική του αμφιβληστροειδούς ως χυδαία, σήμερα η ζωγραφική, υπό προϋποθέσεις, αναλαμβάνει μία σταυροφορία εναντίον της χυδαιότητας του ορατού και διεκδικεί την επιφάνεια-θεοφάνεια εκείνου που κρύβεται πίσω από την όραση. Του σώματος που αναζητεί την αθανασία του. Των “καταραμένων” σωμάτων του Πουρσανίδη που όμως ονειρεύονται μέσα από την κόλαση έναν παράδεισο. Γι’ αυτούς τους λόγους συνοπτικά καταδικάζουμε τη ζωγραφική της διακόσμησης, γι’ αυτούς τους λόγους αποκηρύσσουμε και τη ζωγραφική που ντρέπεται για το σώμα της κρυμμένη πίσω από αφηρημένες έννοιες και εξυπνακίστικα τρικ. Γι’ αυτό ζητάμε μία ζωγραφική της αποκάλυψης, το πιο δύσκολο!

ΥΓ. Εν είδει επιλόγου, κάποιοι πρόχειροι στίχοι σχετικοί με το σώμα και την απουσία του:
ΧΕΙΡΑΨΙΑ
Η χειρολαβή, ζεστή ακόμη από το χέρι του προηγούμενου
άμεση επαφή, έμμεση γνωριμία,
νοερή χειραψία μεταξύ αγνώστων,
τελευταίο όριο επικοινωνίας.
Σε μια πόλη εχθρών.


17/3/2012

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Sub Specie Aeternitatis


Για τους πρωτοετείς φοιτητές του τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Αθηνών. 
Και εναντίον όσων μεθοδικά, χρόνια τώρα, ευτελίζουν την Επίδαυρο.

 


Άνθρωποι-κουκκίδες ν' ανεβαίνουν το δρομάκι προς το θέατρο.
Όλοι ωραίοι μ' έναν τρόπο περίεργο, ράθυμα χαλαροί
στα πολύχρωμα λινά τους, τα φαρδιά παντελόνια, τα σαντάλια.
Ν' ανεβαίνουν οι άνθρωποι-κουκκίδες κουβεντιάζοντας
χαλαροί, με αλάτι ακόμη στις πλάτες και ρόδινα δέρματα
σχεδόν ευτυχισμένοι από το καλοκαίρι που αντιστέκεται,
το μόνο που αντιστέκεται σ' αυτό τον γαμημένο τόπο,
το μόνο που διαρκεί εις πείσμα των καιρών που επείγονται.
Τέτοιων καιρών που, λες, επείγονται για να πεθάνουν.

Ν' ανεβαίνουν λοιπόν και να μυρμηγκιάζουν στις κερκίδες
κίτρινες, κόκκινες, άσπρες κουκκίδες που χειρονομούν και κυματίζουν
και τότε, προσέξτε, τότε, λίγο πριν από την παράσταση,
πριν δηλαδή την όποια γελοιότητα ακολουθήσει,
οι άνθρωποι-κουκκίδες που ήρθαν μιμούμενοι άτσαλα ρόλους άλλων
ποζάροντας τις άχρηστες ζωές τους στα γκρίζα μάρμαρα
μαγικά μεταμορφώνονται αλλάζοντας τα πρόσωπά τους,
γίνονται αληθινά ωραίοι και αιώνιοι και πραγματικοί.
Τότε το θέατρο τους αγκαλιάζει τρυφερά, σαν να τους δικαιώνει
για όλες τις ασήμαντες της ζωής τους καθημερινότητες.

Τους δικαιώνει ακόμη και για τον άθλιο, τον θάνατό τους
που μοιάζει να γίνεται sub specie aeternitatis...

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΚόΝΕΣ ΚΑΙ ΤΗ ΣάΡΚΑ ΤΟΥΣ (Η ζωγραφική του Ηρακλή Παρχαρίδη)


Δευτέρα 8/10, στις 8μμ, εγκαίνια της έκθεσης "Φράχτες" στη γκαλερί Titanium, 
Βασιλέως Κωνσταντίνου 44, Αθήνα

Το δράμα της εποχής είναι πως η διαφήμιση, η κατανάλωση και η κουλτούρα μπορούν να ταυτίζονται.
Π. Κονδύλης

Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Νικολά Μπουριώ (Nicolas Bourriaud) ανατρέχοντας στα κείμενα του Φλωμπέρ διατείνεται πως η τέχνη είναι η απόλυτη μορφή ελευθερίας και πως η αλληλεπίδραση μεταξύ των θεατών της, ο συχνά φορτισμένος διάλογος ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό αντιμάχεται τη γενικότερη τάση της κοινωνικής κατάρρευσης. Λέει χαρακτηριστικά: “Με τις υπηρεσίες τους οι καλλιτέχνες θεραπεύουν τις πληγές των κοινωνικών θεσμών... και αυτού του είδους η τέχνη είναι και ουμανιστική και δημοκρατική.”
Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερο πρόλογο για την παρούσα έκθεση του Ηρακλή Παρχαρίδη από το κείμενο του Μπουριώ, επειδή αυτό νηφάλια καταργεί προκαταλήψεις ή φοβίες που ίσως ισχύουν στη χώρα του ως προς την σύγχρονη τέχνη, αλλά που σίγουρα ισχύουν στην Ελλάδα.
Παρότι συχνά μιλάμε στον τόπο μας για τις εικόνες, την εποχή και τη δυναμική τους, εντούτοις ένας βαθύς, σχεδόν αταβιστικός, φόβος μας καταλαμβάνει όταν βρισκόμαστε εμπρός σε μιαν εντυπωσιακά φταγμένη εικόνα, ένα γκράφιτι, μια υπερμεγέθη φωτογραφία ένα γλυπτό με νέον ή με κινητικά στοιχεία σε κάποιο δημόσιο χώρο. Αντίθετα οι χύδην τηλεοπτικές εικόνες που εκπέμπονται στον ιδιωτικό μας χώρο ασταμάτητα, ακόμη κι αν δεν μας ευχαριστούν πλήρως πάντως μας χαλαρώνουν, λειτουργούν κατευναστικά και τις θεωρούμε οικείες. Η οθόνη της τηλεόρασης έχει πάρει στα σύγχρονα σπίτια τη θέση που είχε ήδη από τον 17ο αιώνα στα μικροαστικά νοικοκυριά, φερ' ειπείν της Ολλανδίας, ο πίνακας ζωγραφικής, το ταμπλώ κάποιου μικρού μαιτρ με θέμα συνήθως μιαν ηθογραφία ή ένα πορτρέτο.
Η ζωγραφική τότε, μπορούσε -ακόμη- να λειτουργεί κατευναστικά-παρηγορητικά, να ταξιδεύει με την ψευδαισθητική της ικανότητα τον θεατή. Να υπερασπίζεται δηλαδή έναν άλλο κόσμο πιο γοητευτικό από τον ισχύοντα και άρα, έστω και sotto voce, να διαμορφώνει μια συνθήκη επαναστατική. Ήδη στις δύο αυτές μικρές παραγράφους που διαβάσατε χρησιμοποίησα για να μιλήσω για τη τέχνη τις μαγικές λέξεις “ελευθερία” και “επανάσταση”. Άρα έχετε το τρίπτυχο διαμορφωμένο: χωρίς τις υπόλοιπες δύο, καμιά δεν μπορεί να ισχύσει πραγματικά ενώ αντίθετα και ο τρεις αλληλοσυμπληρώνονται. Πολύ απλά μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η τέχνη (οφείλει να) ανανεώνει ή και να καταργεί παλιότερες μορφές έκφρασης που έχουν εξαντλήσει το περιεχόμενό τους, να εφευρίσκει καινούριες και να ονειρεύεται το μέλλον της. Αυτό κι αν είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη.
Προσωπικά μου αρέσουν οι ζωγράφοι που έχουν εμμονές. Που επιστρέφουν ξανά και ξανά στο ίδιο θέμα, όχι τόσο για να το τελειοποιήσουν -αυτό θα ήταν αφέλεια- αλλά για να τελειοποιήσουν, όσο γίνεται, τον εαυτό τους· αυτό σημαίνει αγιοσύνη. Αφού η τέχνη αποτελεί μια μορφή αγιότητας (που όμως δεν φοβάται να αμαρτήσει). Κι αφού η αμαρτία, υπό όρους, δηλαδή όταν εμφορείται από αναπαλλοτρίωτο πάθος, είναι κι αυτή, μορφή αγιότητας. Άρα, με τη σειρά της, διεκδικεί το πρόσωπο (και το προσωπείο) της τέχνης. Αυτές τις σκέψεις μου προκάλεσε η τελευταία ενότητα πινάκων του Ηρακλή Παρχαρίδη, επειδή πρωτίστως επαναδιαπραγματεύεται παλιότερα θέματα με ανανεωμένη πίστη και ξαναδοκιμασμένη υπομονή. Επιχειρώντας να καταστήσει ζωντανό, όχι το πραγματικό, αλλά το ονειρικό. Δηλαδή, το αόρατο. Σαν τους βυζαντινούς μαΐστορες ή τους παλαιούς αγιογράφους. Που ζούσαν και δούλευαν στην προ ευκολίας εποχή. Σαν ένα αντίδοτο στην κυρίαρχη χαμέρπεια της εποχής, στη αισθητική της ισοπέδωσης. Εφόσον κι η εποχή μας μοιάζει με τις ντομάτες που τρώμε. Έχουν μεν χρώμα αλλά είναι άνοστες. Ο Πασκάλ έγραφε πως ατενίζοντας το σύμπαν έψαχνε το σχέδιο του θεού. Αντίθετα, εμείς αντιμετωπίζουμε αυτό το σχέδιο σα μουτζούρα. Εμείς, οι εραστές των μαζικών, των βιομηχανοποιημένων και ομοειδών αντικειμένων. Που τα καταναλώνεις και τα πετάς, μιας και αντικαθίστανται τόσο εύκολα. Έτσι όμως, απόλλυται η μονοείδεια των πραγμάτων. Δηλαδή, η ψυχή τους. Σε τρόπον ώστε σήμερα δεν θα μπορούσε ο Vermeer να ζωγραφίσει μια «νεκρή φύση». Επειδή θα αδυνατούσε να βρει αληθινά αντικείμενα και όχι ομοιώματα πραγμάτων, ώστε να οργανώσει τη σύνθεσή του. Αφήστε που θα δυσκολευόταν και σε ανθρώπινα μοντέλα. Επειδή κι οι άνθρωποι όλο και λιγότερο σε κοιτούν στα μάτια. Ειδικά, αν δεν διεκδικούν κάτι από σένα. Και πάλι, τα βλέμματα γίνονται όλο και πιο ανέκφραστα, σαν τις προειρημμένες ντομάτες. Χωρίς το βλέμμα, όμως, δεν υπάρχει επικοινωνία όπως και δεν υπάρχει ζωγραφική. Κι αν σήμερα αντιμετωπίζουμε κρίση της ζωγραφικής είναι, μάλλον, επειδή υφίσταται κρίση στα όρια της απουσίας βλέμματος.
Για τον Ηρακλή Παρχαρίδη, ζωγραφική πρωτίστως σημαίνει στοχαστικό βλέμμα, ιερότητα της ματιάς. Ο πίνακας δεν είναι απλώς μια αφηγηματική φαντασμαγορία, αλλά κάτι το ιερό και το μυστικό. Τα αχανή τοπία με τους φράχτες, τα τείχη των παλαιών πόλεων, τα σπίτια που μισοβυθίζονται στο σκοτάδι και το χιόνι, δεν είναι τόσο αναπαραστάσεις όσο σχόλια για μια μεταφυσική του χώρου. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ανθρώπινες φιγούρες. Πρόκειται για αρχέτυπα μοναξιάς ή μελαγχολίας μάλλον, παρά για ρεαλιστικές προσεγγίσεις του θέματος. Και το κυριότερο: Άτομα και τοπία αποδίδονται από τον ζωγράφο με μέσα αμιγώς μορφοπλαστικά και με συνεχή την αγονία της ανανέωσης της φόρμας, σε βαθμό ώστε το κλασικό και το πειραματικό να εξισορροπούν.

Επειδή συχνά επαναπαυόμαστε ως θεατές σε παλαιότερες -μουσειακές καλλιτεχνικές εκφράσεις, ας πούμε στην pompier ζωγραφική του 19ου αιώνα- αδυνατώντας από συναισθηματική οκνηρία να αντιληφθούμε το τώρα και να δούμε τις ανάγκες του σήμερα. Η τέχνη και ιδιαίτερα η ζωγραφική με την εξεικονιστική της γοητεία ανέκαθεν εξέφραζε και αντανακλούσε τις κοινωνικοϊδεολογικές συνθήκες της κάθε εποχής. Άλλοτε οπτικοποιούσε την αντιμεταρρυθμιστική διδασκαλία του Παπισμού κι άλλοτε περιέγραφε με ζωντανά χρώματα την ευμάρεια της Γαλλίας κατά τη περίοδο της Β’ Αυτοκρατορίας (γύρω στο 1860).
Σήμερα όμως; Σήμερα, η εικόνα, η εξεικόνιση αντιμετωπίζουν κρίση λόγω υπερπληθωρισμού της ζήτησης και της προσφοράς οπτικού υλικού, υπερκορεσμού της αγοράς και αποπροσανατολισμού του μεγάλου κοινού.

Λέει η Μάσα στις “Τρεις Αδελφές”: εγώ νομίζω ότι ο άνθρωπος έχει χρέος να πιστεύει σε κάτι ή τουλάχιστον να ψάχνει για κάτι που θα πιστέψει αλλιώς η ζωή του είναι άδεια, πολύ άδεια...”
Ζούμε σε μιαν θλιβερή περίοδο κρίσης και παρακμής. Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, σου απαγορεύεται ακόμη και να πενθήσεις. Αφού δεν υπάρχει νεκρός. Υπάρχουν μόνο κάποια εκατομμύρια ζόμπι, φαντάσματα, ζωντανόνεκροι που καμώνονται τις ατομικές περιπτώσεις, υποστηρίζουν σπασμωδικά την ανθρώπινη τους υπόσταση αλλά κατ' ουσίαν είναι από καιρό νεκρωμένοι. Προσέξτε, όχι νεκροί...Νε-κρω-μέ-νοι, φυλακισμένοι, σε μιαν μικροαστική απάθεια, σε μιαν ατομική ιδιωτεία. Η τέχνη, πάλι, μπορεί να κάνει, όχι χωρίς κόπο, 'εμείς” τα χιλιάδες αδιέξοδα “εγώ”. Μπορούμε με εικόνες ν΄ αλλάξουμε τον κόσμο; Μπορούμε;

Επειδή η ζωγραφική διαθέτει τη σχεδόν μαγική δυνατότητα, παρά τη μαζική της υπερπαραγωγή σ’ όλους τους αιώνες του αστικού πολιτισμού, να κερδίζει απ’ τα λάθη της, να τ’ αφομοιώνει και να επηρεάζει δραματικά τις νεότερες τέχνες της εικόνας που έχουν εν τω μεταξύ εμφανιστεί. Μυστήριο! Αβάσταχτα ταυτολογική πολλές φορές, εμμανώς ανθρωποκεντρική, απαρασάλευτα στατική –τουλάχιστον εξωτερικά– σαφώς αγκυλωμένη από φόρμες που τις σημάδεψε ο χρόνος, δύναται (η ζωγραφική) ακόμη να φθέγγεται με κύρος ερμηνεύοντας την εποχή, σηματοδοτώντας το άγνωστο, δανείζοντας μορφές στο αόρατο. Επιβάλλοντας εντέλει το δικό της μεγαλειώδες όσο και περίκομψο, οπτικό πένθος απέναντι στην ανθρώπινη μοίρα.
H ζωγραφική, βλέπετε, κινείται σε δρόμους παράλληλους με την ιστορία. Απόλυτα ταυτισμένη με το χρόνο και την εντελέχειά του, το θαύμα του ανθρώπινου πολιτισμού αλλά και μ’ επίγνωση των αιτιών της καταρράκωσής του, η ζωγραφική στέκει σαν προκατακλυσμιαία θεότητα-μήτρα, εκκολάπτει και καθοδηγεί τα τέκνα της, τη φωτογραφία, τον κινηματογράφο, την ηλεκτρονική εικονογραφία έστω κι αν η ίδια μυρίζει τερεβυνθίνη ή κάρβουνο. O τρόμος ή η έκσταση δεν είναι αποκλειστικά προϊόντα του προηγούμενου αιώνα. Αντιθέτως. Ούτε πάλι τα ανθρώπινα σώματα μπορούν να αντικατασταθούν από ρομπότ και η σάρκα των πραγμάτων, η σάρκα των εικόνων να εξισωθούν με τις προσομοιώσεις τους (simulacres, που έλεγε ο Baudrillard)
Στην εποχή που οι εικόνες κατακυριεύουν τα πράγματα επειδή η ορατότητα κατάντησε δυνάστης και που υπάρχει μόνο ό, τι φαίνεται, η ζωγραφική ζητεί εκ νέου να εκπληρώσει την παλιά της αποστολή: Να μεσιτεύσει δια του ορατού στο αόρατο και να ξαναδιεκδικήσει τη ψυχή των πραγμάτων κατοχυρώνοντας όμως πάνω απ’ όλα το σώμα τους. Αν ο Duchamp μέσα από μία ντανταϊστική άρνηση καταδίκαζε τη ζωγραφική του αμφιβληστροειδούς ως χυδαία, σήμερα η ζωγραφική, υπό προϋποθέσεις, αναλαμβάνει μία σταυροφορία εναντίον της χυδαιότητας του ορατού και διεκδικεί την επιφάνεια-θεοφάνεια εκείνου που κρύβεται πίσω από την όραση. Του σώματος που αναζητεί την αθανασία του. Των σωμάτων-απέραντων τοπίων με το διάφανο φως του Παρχαρίδη που ονειρεύονται μέσα από την “κόλαση” μιας χειρονομιακής παραφοράς την οπτική γαλήνη εκείνου του παραδείσου που κρύβει ο καθένας από μας μέσα του...

ΥΓ. Γι’ αυτούς τους λόγους συνοπτικά καταδικάζουμε τη ζωγραφική της διακόσμησης, γι’ αυτούς τους λόγους αποκηρύσσουμε και τη ζωγραφική που ντρέπεται για το σώμα της κρυμμένη πίσω από αφηρημένες έννοιες και εξυπνακίστικα τρικ. Γι’ αυτό ζητάμε μία ζωγραφική της αποκάλυψης, το πιο δύσκολο!


Μάνος Στεφανίδης
18/9/2012

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΣΚΥΛΟΙ



Μοιάζει το Σύστημα σαν θηρίο που σφαδάζει από τα επανωτά χτυπήματα αλλά δεν αποφασίζει να πεθάνει. Όμως τα πράγματα όλο και περισσότερο έρχονται στο φως και τα παίγνια μικρών και μεγάλων παιχτών αποκαλύπτονται με ραγδαίους ρυθμούς.
Ο ρόλος του ενός, ο ρόλος του άλλου μαζί με τις απέλπιδες προσπάθειες για τη συγκάλυψη ρόλων, σκηνοθετών και υποβολέων. Τα μίντια τρώνε τα παιδιά τους όταν αυτά δεν τους χρησιμεύουν πια, όταν δεν μπορούν πλέον να βρουν άλλοθι στ' αφεντικά τους. Επί δεκαετίες οι καθεστωτικοί δημοσιογράφοι, προβεβλημένοι και αφανείς, δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να διαστρεβλώνουν, να συσκοτίζουν την αλήθεια σε όφελος της εργοδοσίας (τους) αλλά και των ίδιων ως (μελλοντικών) επιχειρηματιών. Δείτε πόσοι δημοσιογράφοι του συστήματος, κανονικοί δημόσοι υπάλληλοι όπως θα 'λεγε ο Γιώργος Αναδρανιστάκης, έγιναν εκδότες, τηλεοπτικοί παραγωγοί, για να καταλήξουν βουλευτές και υπουργοί.
Αυτοί λοιπόν οι θεράποντες της “ανεξάρτητης” δημοσιογραφίας και ελευθεροτυπίας θα ήλεγχαν πρωθυπουργούς και πολιτικά πρόσωπα, θα ερευνούσαν σε βάθος υποθέσεις που πυορρούσαν και θα απέδιδαν ευθύνες σε όσους οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία και την κοινωνία στον εξευτελισμό και την ταπείνωση; Για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια όπως θα 'λεγε ο Πρετεντέρης και η παλαβή αριστερά που παίζει εν ου παικτοίς που θα 'γραφε ο Μανδραβέλης. Τι κι αν σήμερα όλη η σώφρων -δηλαδή η μην παλαβή- Ευρώπη διαπιστώνει πως το μνημόνιο δεν βγαίνει και πως οι δανειστές δεν στραγγαλίζουν μόνο την Ελλάδα αλλά κι σούμπιτη την Ευρωζώνη; Για όλα φταίει ο Τσίπρας! Έστω κι αν την πολιτική του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ οικειοποιήθηκαν προεκλογικά από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ για να υφαρπάξουν τη ψήφο του Ελληνικού λαού, ενώ τώρα χορεύουν κατά τα κέφια του κ. Τόμσεν και του άλλου του Μαζόχα. Οι μάσκες όμως πέφτουν: Ο Βενιζέλος έκρινε πως η λίστα Λαγκάρντ είναι προϊόν υποκλοπής και ο Διώτης συμφώνησε! Αυτός ήταν κι αυτός είναι ο ΣΔΟΕ που υπολειτουργεί, επειδή αυτό συμφέρει στο σύστημα, και που παρεμβαίνει επιλεκτικά επειδή έτσι θέλει η πολιτική του ηγεσία. Ο τιμητής Ρουμελιώτης, φίλος του Στρως-Καν που ήταν φίλος του Γιωργάκη που από κοινού και μυστικά μεθόδευσαν την είσοδο της Ελλάδας στο ΔΝΤ, ήξερε τους απεχθείς, τους προδοτικούς όρους του μνημονίου αλλά δεν τους κατήγγειλε. Ούτε βέβαια παραιτήθηκε, αλλά έπαιρνε τον παχυλό του μισθό στις ΗΠΑ υποδεχόμενος και ξεναγώντας εκεί τον φίλο και προϊστάμενο του Βενιζέλο συγγράφοντας από κοινού το μνημόνιο. Για να επιστρέψει πια στην Ελλάδα όταν δεν τον χρειάζονταν πουθενά να γίνει αντιπρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς και του Σάλα -οι Πασόκοι ανέκαθεν αλληλοβοηθούνταν- και να συγγράψει τις “αποκαλύψεις” του ώστε να δοθεί το τελειωτικό χτύπημα στον Γιωργάκη υπέρ του “αδιάφθορου” Βαγγέλα. Ξέρετε, αυτού που πήρε την λίστα Λαγκάρντ σπίτι του. Τι ωραία που έχει δέσει πλέον το γλυκό! Πως το έλεγε ο Αλέκος Σακελλάριος; Η ευγνωμοσύνη είναι μια ανθρώπινη αρετή που την διαθέτουν αποκλειστικά οι σκύλοι...

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Φιλάκια!

Πίνακας του φίλου μου Γκάγκικ Αλτουνιάν



Ου φίλημα σοι δώσω καθάπερ ο Ιούδας
(Λειτουργία Ιω. Χρυσοστόμου)

Πολιτισμός είναι η κρέμα που μένει όταν βράζουν, χρόνια και αιώνες, στο ζουμί τους τ' ανθρώπινα σύνολα. Κάθε κοινωνική δράση, θετική ή αρνητική, παράγει ένα πολιτισμικό υπερπροϊόν δημιουργεί εκείνη την άλω που αργότερα ανθρωπολόγοι και κοινωνιολόγοι θα μελετούν ως τον βασικό συγκολλητικό ιστό της πορείας από τη ζωή του Homo Sapiens στα παιχνίδια του Homo Ludens. Ενώ όμως ο πολιτισμός αφορά τη συντονισμένη ζωή των ομάδων, τους θεσμούς, τις αισθητικές τους επιλογές, τις εκφραστικές εμμονές τους ή το πώς πολεμάνε, αγαπιούνται ή και πεθαίνουν, η τέχνη ακολουθεί έναν πολύ πιο μοναχικό δρόμο. Η τέχνη είναι απότοκος της μοναχικής επιλογής, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο το άτομο αποφασίζει να μιλήσει στον εαυτό του -πρωτίστως- για την αγάπη, τον θάνατο, την τρέλα ή την επιθυμία που κατακλύζουν τα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα.

Βέβαια, εν αρχή ην ο πολιτισμός, δηλαδή η συνείδηση του ανθρώπου ως προς το ανήκειν σε μια ομάδα. Ήταν τότε που τα πάντα, το κυνήγι, η μάχη, η ταφή των προσφιλών, ο γάμος, η γέννηση, η συλλογή των καρπών, η μετακίνηση των φυλών συνιστούσαν ιεροτελεστίες, εκφράσεις του μεταφυσικού δέους: της χαράς για το υπάρχειν -αρχαϊκό, δηλαδή μειδίαμα- και του ιερού φόβου για το επέκεινα. Ενός φόβου που δεν είχε καθόλου να κάνει με τη σημερινή απόκρυψη του θανάτου, την οφθαλμαπάτη του μη τέλους με την οποία εκπαιδεύονται οι σημερινές κοινωνίες· αυτές που, όπως λέγαμε τις προάλλες, εξορίζουν το πένθος υπέρ μιας διαρκούς, στανικής διασκέδασης μέχρις εσχάτων. Κάτι τέτοιο όμως δεν εξοστρακίζει τον θάνατο. Αντιθέτως... Στις αρχαϊκές κοινωνίες ο θάνατος είναι η φυσική συνέχεια της ζωής. Η Πενθεσίλεια θλίβεται όχι επειδή πεθαίνει αλλά επειδή τη στιγμή του θανάτου της δέχεται κατάστηθα το βλέμμα του έρωτα μέσα από τα μάτια του εκτελεστή της. Πρόκειται για το ανάλογο του «Για δες καιρό που διάλεξε κ.λπ.» της θυσίας στην Αλαμάνα.

- Γιατί δεν μοιρολογούνε πια τους νεκρούς τους οι άνθρωποι; Γιατί δεν τους ξενυχτάνε όπως άλλοτε στα κατάφωτα σαλόνια των σπιτιών τους; Ποιος πολιτισμός τους επιβάλλει να κλείνουν το αγαπημένο σώμα σ' ένα ψυγείο εκείνη την κρίσιμη νύχτα προ της ταφής και οι ίδιοι να καταφεύγουν στα Lexotanil ή τα Ladose μήπως και ξεχάσουν, μήπως και κοιμηθούν, μήπως και δεν νιώσουν πόσο δίπλα τους είναι ο θάνατος; Αλίμονο αν θρηνούσε έτσι τον νεκρό Πάτροκλο ο Αχιλλέας ή την κυρά της την Ηγησώ η θλιμμένη θεραπαινίδα, η κόρη του σπαρακτικά συγκρατημένου επιτύμβιου στο Εθνικό Μουσείο (τέλος του Ε' αι.).

Κατά τ' άλλα, σαχλές ευχές που μόνο σαν αποτροπαϊκές καρικατούρες μπορούν ν' ακουστούν του τύπου «να 'στε καλά», «να 'στε πάντα καλά» και... «φιλάκια». Οι πάντες στέλνουν νοερά «φιλάκια» -με γονατίζουν τα συνεχή υποκοριστικά, αφού ούτε καν την ευθύνη ενός πραγματικού φιλιού δεν αναλαμβάνουν οι άνθρωποι-, στο τραμ, στο μετρό, στους δρόμους. Αναρίθμητα κινητά «φιλάκια» βγάζουν τους βιαστικούς «φιλόφρονες» από την ευθύνη ενός αληθινού ασπασμού. Το φιλί λ.χ. στα χείλη του νεκρού συντρόφου, αυτό που έδωσε ο Ιμπραήμ στον Παπαφλέσσα αλλά δεν είδε η κ. Ρεπούση στο πλαίσιο της πολιτικής του συμψηφισμού των συναισθημάτων και της εξίσωσης των φιλιών. Εφόσον λοιπόν η ιστορία γράφεται με αμοιβαίους (;) συμβιβασμούς και προαποφασισμένες υποχωρήσεις, τότε και οι νέες γενιές ακριβοδίκαια διδάσκονται ότι φιλάμε τους ανθρώπους μόνο μέσα από τα κινητά και τους δίνουμε, αποκλειστικά, φιλάκια. Για να 'ναι πάντα καλά!

Ο πολιτισμός (μας) λοιπόν αφορά συλλογικότητες, ενώ η τέχνη ατομικές περιπτώσεις. Αμφότερες βέβαια οι έννοιες συγκροτούν συγκοινωνούντα δοχεία αφού η τέχνη του ενός, υπό περιπτώσεις, επηρεάζει τον πολιτισμό των πολλών και αντίστροφα η ατομική έκφραση διαποτίζεται από την περιρρέουσαν ατμοσφαίραν. Όταν μάλιστα αυτή η ατμόσφαιρα φενακίζεται ή ανατρέπεται, τότε έχουμε avant-garde. Μόνο που για να υπάρξει πρωτοπορία απαιτείται οι άνθρωποι ν' ανταλλάσσουν γροθιές και χαστούκια κι όχι... φιλάκια. Όταν επέστρεψε ο Γιάννης Ψυχάρης στην Ελλάδα, δήλωσε: Θέλω δόξα και γροθιές! Α propos το «Ταξίδι μου» κυκλοφόρησε το 1888, τη χρονιά που ο Νίτσε και ο Χαλεπάς έπαιρναν το δρόμο για το Ψυχιατρείο. Κι ο Βαν Γκογκ καλλιεργούσε τα πιο ομιλητικά και δακρυρροούντα ηλιοτρόπια στην ιστορία της κηπουρικής. Σκεφθείτε: Ο Καντ θεωρούσε την αρχιτεκτονική των κήπων -ένα είδος κηπουρικής χώρων δηλαδή- ανώτερη από τη ζωγραφική! Επειδή βρισκόταν, έλεγε, πολύ κοντά στη δράση της φύσης. Της Natura Naturans. Τι σας λέω τώρα... Και για όποιον δεν κατάλαβε... φιλάκια!

ΥΓ1: Με τρελαίνουν επίσης οι τύποι που στέλνουν φιλάκια στο πουθενά φλυαρώντας από ένα μανταλάκι που έχουν στ' αφτί.

ΥΓ2: Κύριε πρωθυπουργέ, πάμε καλά! Εξαποδώ!

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012