Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Τι είναι τέχνη; Ξανά!


Μερικά χιλιοειπωμένα ερωτήματα, μερικές χιλιοειπωμένες απαντήσεις.



Με αφορμή την έκθεση του Θόδωρου Παπαγιάννη τα Φαντάσματά μου στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς.



Τι είναι τέχνη; Το μέσα μας ρούχο. Το άλλοθι στη γυμνότητά μας. Ίσως και η ύστατη δυνατότητά μας για μιαν επανάσταση χωρίς μεσσιανικά πρόσημα· σαν θρησκεία χωρίς μεταφυσική -αλλά με τον τρόμο παρόντα- και σαν φιλοσοφία ενσαρκωμένη σε εικόνες και λέξεις. Η τέχνη είναι ένα ψέμα πιο πολύτιμο από την οποιαδήποτε χρησιμοθηρική αλήθεια και μια εμπειρία τόσο αποκλειστική όσο και ο θάνατος, που βιώνεται μεν κατά μόνας αλλά και που εξορκίζει τη μοναξιά. Τέχνη είναι επίσης εκείνη η διαδικασία που μεταμορφώνει θαυμαστά την πρόσθεση σε πολλαπλασιασμό για να χορτάσει με λίγα ψάρια τούς πεντακισχιλίους. Μόνο που εδώ το χόρτασμα δεν έχει να κάνει με την πλησμονή, τη συσσώρευση ή την τρέχουσα υπερεπάρκεια «αγαθών». Η δυστυχία καραδοκεί όταν το ατομικό αδυνατεί να καταστεί συλλογικό όσο κι αν στριγγλίζουν διαφημιστικά οι επικοινωνιακές σειρήνες. Η τέχνη μιας άμεσης κατανάλωσης, που επηρεάζεται από τις στρατηγικές τής αγοράς και τη λογική του lifestyle, είναι ό, τι σήμερα δεσπόζει σε παγκόσμιο επίπεδο και αυτό που αποκαλώ Coca Cola art. Τέχνη που πάει με όλα και επιδιώκει τη «φαντασμαγορία» αντί της μέθεξης. Ας μην ξεχνάμε ότι η Phantasmagorie είναι κεντρική έννοια της κριτικής του πολιτισμού που επιχειρεί ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ακολουθώντας τον Μαρξ όταν αυτός μιλά για τον φετιχισμό του εμπορεύματος, δηλαδή μιαν ψευδαίσθηση κι ένα υποκατάστατο σχέσης. Εν προκειμένω, ο Μποντλέρ υποστηρίζει ως τέχνη το ονειροπόλημα που γίνεται έργο, ταυτίζοντας τον καλλιτέχνη με τον ήρωα της νέας εποχής κι εκείνον που θ' απαλλάξει την αστική τάξη από την υστερία της. Σήμερα πάλι περισσεύει η μελαγχολία τής ματαίωσης, καθώς η καλλιτεχνική ιδιαιτερότητα καταπνίγεται ή εξαντλείται άδοξα στο κυρίαρχο περιβάλλον της αισθητικής ταχυφαγίας και της «διασκέδασης» με κάθε τίμημα. Έως την απόλυτη έκλειψη της ύπαρξης εμπρός στη δεσποτεία του θεάματος. Άρα, αντιλαμβάνεστε πως αυτή η τέχνη για την οποία σας μιλώ, μπορεί να λειτουργεί ως μορφή αντίστασης στην επερχόμενη αλλοτρίωση και την επιβεβλημένη άνωθεν ομοιομορφία. Στην ευτυχία της πλήξης, δηλαδή.

Εμείς πάλι ομνύουμε σε μιαν έκφραση που δεν αναγνωρίζει αυθεντίες, κατεστημένα ή δυνάστες και θεωρεί όλες τις επιλογές ανοιχτές και νόμιμες· που είναι πολιτική αλλά όχι στρατευμένη, σύγχρονη αλλά όχι εκβιαστικά «μοντέρνα», με συνείδηση εντοπιότητας αλλά όχι τοπική. Μιαν έκφραση τέλος που βούλεται να υπάρχει εντός Ιστορίας όταν η Ιστορία, παραμερίζοντας τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και τους πυροτεχνουργούς, αρχίσει να επιτελεί το έργο της. Κι έχει πολύ καιρό να γίνει ένα θαύμα σ' αυτόν τον τόπο.


Τέχνη θα πει να ψιθυρίσουμε την προσωπική μας ιστορία στο αφτί της Αιωνιότητας.


Ας είμαστε καχύποπτοι για την τέχνη εκείνη που απευθύνεται στο συναίσθημα και όχι στη νόηση. Που επιδιώκει περισσότερο να συγκινήσει παρά να μας διαφοροποιήσει την άποψη που έχουμε για τον κόσμο. Το προοπτικό σύστημα της Αναγέννησης είναι τόσο ψευδές στην αληθοφάνειά του όσο το να βλέπεις ποδοσφαιρικό αγώνα από την τηλεόραση και να νομίζεις ότι έχεις τρισδιάστατη εποπτεία του χώρου.

Η υπερβολική επεξεργασία της φόρμας καταλήγει στην επιτήδευση και τη διακοσμητικότητα.

Τέχνη είναι το σκοτεινό κι άγριο πράγμα που έχει ελάχιστη ή μηδαμινή σχέση με την «καλαισθησία». Η καλαισθησία διευθετεί, η τέχνη ανατρέπει. Τέχνη είναι οτιδήποτε ορίζει τον εαυτό του σαν τέχνη. Τ' αξιολογικά κριτήρια έπονται. Και βέβαια η ζυγαριά του χρόνου.

Η τέχνη είναι κοινωνία, επικοινωνία, αλλά όχι δημοσιότητα. Αφήστε που θα 'ρθει μια εποχή στην οποία η δημοσιότητα θα είναι το άκρον άωτον της banalité. Η τέχνη επίσης δεν επιτρέπει ελεημοσύνες και σιχαίνεται τη φιλανθρωπία.

Το έργο τέχνης είναι δημόσιο αγαθό και κατά παράβαση ή συγκυριακά «ιδιωτικό». Μ' ενοχλεί η προβολή ιδιοκτησίας πάνω σ' ένα έργο τέχνης. Μοιάζει σαν να δηλώνει κάποιος κάτοχος του Πολικού Αστέρα. Η καλύτερη θέση για ένα έργο τέχνης βρίσκεται στο μυαλό μας. Η κοινωνία του θεάματος επείγει να καταστεί κοινωνία του βλέμματος. Διαφορετικά, οι νεοβάρβαροι της εικόνας παραμονεύουν.

Η τέχνη δεν συνιστά έκπληξη αλλά αποκάλυψη. Η τέχνη είναι σαν τους έρωτες. Πρέπει κάποτε κάποτε να πεθαίνει, γιατί μόνο έτσι δεν νεκρώνεται. Κι όταν ανασταίνεται, τότε ισοδυναμεί με επανάσταση. Περισσότερο από το ριζοσπαστικό περιεχόμενο ενδιαφέρει η ριζοσπαστική φόρμα, γιατί αυτή αντανακλά απευθείας τη ριζοσπαστική σκέψη. Και η ριζοσπαστική σκέψη είναι η μόνη που μπορεί να «ριζοσπαστικοποιήσει» την κοινωνία. Οι άνθρωποι, στην αθωότητα ή την πονηριά τους, ζητούν συχνά από τις πολιτικές πράγματα που μόνο η τέχνη μπορεί να δώσει. Εξ ου και η συχνή δυστυχία τους.

Ανάμεσα στα διεθνή και τα εγχώρια σκουπίδια είναι λογικό να προτιμάμε τα δικά μας. Εκτός κι αν κάποιος μας εμπνεύσει έτσι ώστε να περιφρονούμε τα σκουπίδια συλλήβδην.

Έλεγε ο Στανισλάβσκι: «Ν' αγαπάτε την τέχνη μέσα σας. Κι όχι τον εαυτό σας μέσα από την τέχνη...». Ζωγραφίζοντας, τρόπος του λέγειν, ο Andy Warhol ένα κονσερβοκούτι Campbell's, δημιουργεί οπτικό σοκ σύμφωνα με τις dada μεθόδους του προπάππου του Duchamp κυρίως γιατί εντάσσει ένα αντιηρωικό αντικείμενο σ' έναν μηχανισμό κατ' εξοχήν μυθοποιητικό όπως είναι η ζωγραφική. Η Coca Cola εκφράζει απόλυτα το πνεύμα της νέας ηπείρου και την πουριτανική της ιδεολογία επειδή προσφέρει ευχαρίστηση χωρίς να διαπραχθεί «αμαρτία» όπως συμβαίνει με την κατανάλωση του αλκοόλ. Η αληθινή τέχνη, πάλι, αποστρέφεται τους πουριτανούς και έλκεται από τους αμαρτωλούς. Ο Mondrian υπήρξε μια εύγλωττη εξαίρεση.

Το να ζεις συνειδητά την καθημερινότητά σου συνιστά μια μορφή τέχνης. Όταν πάλι η ομορφιά είναι αγοραία, γίνεται τότε ευλογημένη η συνείδηση της τυφλότητας.

Η μεγαλύτερη επικοινωνιακή δύναμη της τέχνης είναι ότι μεταφέρει τις παράλληλες συγκινήσεις που ένιωσαν άνθρωποι διαφορετικών εποχών, σε σχέση με τον ίδιο στίχο, την ίδια μουσική, την ίδια εικόνα, στον παρόντα χρόνο.

Τέχνη είναι ο τρόπος για να ζήσουμε κάπως ευτυχισμένοι τη μελαγχολία μας...

Η τέχνη μοιάζει με το αβγό. Πολλοί εξαντλούνται στην επιφάνειά της, αλλά η ουσία κρύβεται στο βάθος. Το αβγό, όπως επίσης και η τέχνη, περιέχει μέσα του το παρελθόν αλλά και το μέλλον του. Απλά, αβίαστα, νομοτελειακά.

Έργο τέχνης είναι ένας θεσμός έξω από τους θεσμούς. Το έργο τέχνης, πάνω απ' όλα, είναι εκείνος ο αιφνιδιασμός που εισβάλλει στη συζήτηση ανάμεσα σε μένα και τον εαυτό μου. Είναι το ξάφνιασμα που κεντρίζει τη γλώσσα ώστε να υπερβεί την απλή, επικοινωνιακή της λειτουργία και να καταστεί ποίηση που αναγκάζει την εικόνα να σημάνει πολλά περισσότερα από όσα αναπαριστά. Μοντερνισμός πάλι είναι η επανανάγνωση των στερεότυπων της παράδοσης -όμως με μια ματιά ριζοσπαστικά καινούρια- ενώ το μοντερνιστικό έργο πάλι, έχοντας το δύσκολο στόχο να υποκαταστήσει τη θρησκεία και να διεκδικήσει την αλήθεια με κύρος αντάξιο της επιστήμης, μοιραία ανάγεται σε ένα βάθρο σχεδόν μεταφυσικό και η δύναμή του καθίσταται, τρόπον τινά, ολοκληρωτική. Εδώ ακριβώς βρίσκονται και οι ερμηνείες για τις τυχόν υπερβολές της avantgarde που συχνά άγγιξαν τα όρια της φασιστικής αυθαιρεσίας. Και τούτο γιατί οι μοντερνιστικές ιδέες διακινούνταν από μικρές ομάδες «φανατικών» -θυμηθείτε τον κύκλο του Dada, τους διδάσκοντες στο Bauhaus ή τους σουρεαλιστές- που ευαγγελίζονταν τη μία και μόνη αισθητική αλήθεια. Kαι που υιοθετούσαν το ρόλο του διαφωτιστή ή του μύστη για τις ευρύτερες, ανεξοικείωτες μάζες μέσω μιας φόρμας που χλευάζει, ανατρέπει και διαβουκολεί την όποια παράδοση.

Κάθε παράδοση; Μόνον εκείνες τις μορφές που ταυτίζονται με τον ακαδημαϊσμό, δηλαδή την πεπερασμένη και μηχανική περί τέχνης αντίληψη που βιάστηκε να κλείσει το έργο τέχνης σε ένα αυστηρό παιδαγωγικό σύστημα και σε εξαντλητικούς ορισμούς γραφειοκρατικής, το μάλλον ή ήττον, νοοτροπίας.

Το μοντέρνο και στις πλέον αισιόδοξες στιγμές του εξέφραζε ένα δράμα γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το μεταφυσικό κακό: δηλαδή πως ό,τι κερδίζεται με τον χρόνο, χάνεται με τη στιγμή. Αντίθετα, το μεταμοντέρνο διαστέλλει το παρόν με αφέλεια σαν κάτι που δεν υφίσταται και το εκλαμβάνει ως ιστορικό χρόνο. Ετσι εκσυγχρονίζει, νομίζει, το curricculum vitae των ανθρώπων παραχωρώντας πιστοποιητικά ευτυχίας -κάτι μάθαμε και εμείς ως έθνος πρόσφατα από αυτό- αλλά όμως δεν εξορκίζει τη μοίρα του θανάτου τους. Το μοντέρνο έχει επίγνωση θανάτου και γι' αυτό μπορεί να αναφωνεί σαν τον Νίκο Εγγονόπουλο, το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου, πως «κατ' εμέ θάνατος δεν υπάρχει».

Ο δημιουργός καλείται, αντί να είναι μοναδικός θεατής στο αλωνάκι του εαυτού του, να γίνεται ο πρωταγωνιστής στο θέατρο του κόσμου· και η τέχνη του να είναι ταξική, δηλαδή εναντίον της ομοιομορφίας, της προβλέψιμης τάξης και ασφάλειας που «εγγυάται» η όποια εξουσία. Ας κρατήσουν αυτοί τη διακόσμηση, τη «συγκίνηση», την αναπαράσταση και το μελό για τον εαυτό τους. Εμείς θέλουμε το μέλι της στάσης και την κίνηση της ανατροπής, Και αυτή η κοινωνία έχει ανάγκη θεμελιωδών ανατροπών τώρα. Αλλιώς θα βουλιάξει στην πιο καταναλωτική απάθεια και στο πιο φαντασιακό τίποτε· σαν το αμερικανικό σινεμά και την ονείρωξή του, που τα ξεχνάς μόλις εγκαταλείψεις την αίθουσα.

Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο. Κάνει όμως τα υποκείμενά του πιο συνειδητοποιημένα, πιο γενναία στην απελπισία τους. Και τι είναι τέχνη; Ο ανθρώπινος δρόμος προς μιαν ιδιοτελή αθανασία. Ένα αστείο που μπορεί όμως να οργανώσει το χάος. Το έπαθλο της μελαγχολίας! Η εξεικόνιση μιας συνειδητοποιημένης στιγμής. Όταν, δηλαδή, χρωματίζεται ο χρόνος, ο οποίος είναι, κατά βάθος, τόσο στατικός και ακίνητος σαν τον χώρο. Μετά; Μετά μένει η ανάμνηση αυτής της στιγμής καταγεγραμμένη στη συνείδηση σαν ένα φωτεινό δάκρυ· ένα βαθύ κόκκινο πάνω στο μαύρο χάος που σιγά σιγά γίνεται μενεξεδί. Η ελπίδα μας...


Ο γλύπτης και το μοντέλο του

Κοιτάξτε τον χάρτη της Ελλάδας. Είναι ο τόπος μας. Έχει σώμα, αίμα, δάκρυα, μνήμη, ελπίδα. Κάποιοι θέλουν να τον αλλάξουν γιατί στο βάθος της μίζερης συνείδησής τους ντρέπονται γι' αυτόν. Θα τον ήθελαν «εφάμιλλον των ευρωπαϊκών» ή έστω των αμερικάνικων. Πολλά από τα υπερφυσικά γλυπτά του Θόδωρου Παπαγιάννη μοιάζουν σαν τη Νίκη της Σαμοθράκης που με τα χέρια ανοιχτά, όχι για να πετάξει αλλά για να θρηνήσει, ήρθε από το μακρινό χτες στο επώδυνο σήμερα. Επίσης ένα ακόμα γλυπτό του Παπαγιάννη, μια τοτεμική φιγούρα από τη δεκαετία του ογδόντα φτιαγμένη από ξύλο και μέταλλο, μου θυμίζει έναν Άγγελο που διστάζει να πετάξει. Τον Novus Angelus ίσως του Walter Benjamin, του στοχαστή που αυτοκτόνησε στα γαλλοϊσπανικά σύνορα για να μην πέσει στα χέρια των Ναζί. Κι έγραψε μια από τις πλέον φρικτές, πλέον λαμπρές σελίδες της πρόσφατης ευρωπαϊκής μας ιστορίας. Ο Καρυωτάκης στην ακτή της Πρέβεζας σημάδεψε ψηλαφητά τα μηνίγγια του πριν πατήσει τη σκανδάλη. Το επόμενο λεπτό έγινε άγγελος και έκτοτε σκέπει τη χώρα μας. Έστω και, συχνά, ερήμην της. Ερήμην μας. Τόση ερημιά εξάλλου και στα λόγια ή τις άψυχες εικόνες των εμπόρων της πολιτικής ελπίδας, όλων αυτών των ανονείρευτων που όμως έχουν το θράσος να διεκδικούν τα όνειρά μας.


Ο τόπος μας ένας άγγελος, με τα φτερά του όμως στα νύχια των εργολάβων, των καταπατητών, των εμπρηστών, των cultural managers που μιλάνε μόνο αγγλικά αλλά δηλώνουν Έλληνες. Δεν αξίζει να δώσουμε σ' αυτόν τον Άγγελο τα φτερά του; Τα φτερά που δικαιούμαστε και μας τα 'χουν στερήσει ανάλγητες πολιτικές, τα 'χουν ψαλιδίσει προγλωσσικοί λόγοι και ασώματες κεφαλές, φυλακισμένες σε γυάλινες οθόνες;

Γενικότερα, στην έρευνα του συγκεκριμένου γλύπτη, από την εποχή της “Ώρας” ως τα πρόσφατα δημόσια συμπλέγματά του, κυριαρχεί η προσπάθεια να συμφιλιωθούν η μακραίωνη πλαστική παράδοση του τόπου μας με τα κεντρικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής αβανγκάρντ, να συνυπάρξουν το έπος με την ελεγεία, να συνομιλήσουν η επιτηδευμένα δουλεμένη λεπτομέρεια με το μνημειακό μέγεθος. Και κάτι ακόμα: Σε κάθε ενότητα της γλυπτικής του πρότασης κυριαρχεί ένα στοιχείο που δύσκολα εντοπίζεται σε άλλους καλλιτέχνες, η θεατρικότητα. Λέγοντας θεατρικότητα εννοώ πως ο Παπαγιάννης αξιοποιεί θεατρικά, σκηνογραφεί κατά κάποιο τρόπο, τόσο το φυσικό περιβάλλον που θα υποδεχτεί τη γλυπτική του, όσο και τον αισθητικό χώρο που εξ ορισμού αυτή η γλυπτική δημιουργεί. Ανθρωποκεντρικός σε κάθε περίοδο της δουλειάς του, ακόμη και στις πλέον εύφορες ή επινίκιες συνθέσεις του, υπαινίσσεται πάντα ένα δράμα που ελλοχεύει.


Πατρίδα σαν άγγελος

Τι είναι όμως φιλοπατρία σήμερα; Μια δύναμη που μας προτρέπει να ζήσουμε την καθημερινότητά μας ποιητικά γιατί αυτό πρωτίστως μας λείπει. Δεν τελειώνουν οι ανάγκες και η anorexia nervosa των απελπισμένων της υπερκατανάλωσης. Στομώνουν όμως οι επιθυμίες και αιμορραγούν οι έρωτες όταν τα φιλήματα μαραίνονται στα χείλη, όταν οι άνθρωποι ξεχνάνε πως τα σώματα είναι οι ψυχές τους κι όχι το αντίθετο.


Ως πότε θα μας ξελασπώνουν οι αρχαίοι; κουβαλάμε τον Παρθενώνα όχι σαν κληρονόμοι αλλά σαν αχθοφόροι; Ένα υπαρξιακό λάθος της σύγχρονης Ελλάδας είναι ότι χάνει το πρόσωπό της κοιτώντας ανέμπνευστα τον καθρέφτη της αρχαιότητας. Από την άλλη το φολκλόρ και οι -έστω καλοπροαίρετοι- λαϊκισμοί παραμονεύουν. Γιατί δεν μένουν ατιμώρητοι όσοι καταπιάνονται απαράσκευοι με την αρχαία κληρονομιά. Η Ελλάδα έχει και σύγχρονους δημιουργούς και σύγχρονη τέχνη αξιόμαχη, διεισδυτική, ενδιαφέρουσα. Μόνο που την υπερασπίζονται λάθος άνθρωποι. Κι ενώ ο τόπος μας είναι θάλασσα, εμείς τον εγκιβωτίζουμε, καλά και σώνει, σε μια γυάλα για χρυσόψαρα. Για να μην τρομάζει η κυρίαρχη μετριότητα.

Ποιος αγαπάει αληθινό αυτόν τον τόπο; ποιος πονάει πραγματικά αυτή την πατρίδα -βραχόκηπο στη μέση της θάλασσας; Οι έμποροι, οι τελάληδες, οι διαφημιστές, οι διασκεδαστές, οι γελωτοποιοί, ή οι πονεμένοι, οι μελαγχολικοί, οι απροσκύνητοι; Μια πατρίδα σαν γλυπτό, σαν άγγελος, σαν νίκη με ψαλιδισμένα όμως φτερά. Κανείς δεν φταίει γι' αυτή την προσβολή, κανείς δεν θα πληρώσει; Συνέλθετε! Βρείτε πάλι τον Άγγελο και διεκδικήστε τον. Η πατρίδα μας είναι λουσμένη στο φως και στα γαλανά νερά της φτερουγίζουν άγγελοι. Με τόσο φως και τόσο γαλάζιο δεν μπορεί, ο ονειρευτής που δικαιούμαστε, έστω και δύσκολα, θα βρει το δρόμο του. Τον δρόμο μας...


Το πένθος της τέχνης

Στις 17 Νοέμβρη του 1993, γνωστοί-άγνωστοι εισβάλλουν στο Πολυτεχνείο και καίνε μεταξύ των άλλων περί τους διακόσιους πίνακες της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Ήταν τότε που στο όνομα μιας τυφλής (;), επαναστατικής (;) βίας καταστράφηκαν σεπτοί χώροι και μοναδικά έργα τέχνης αυτού του ιστορικού ιδρύματος. Και παλαιότερα αλλά και σήμερα, τέτοιου είδους σκοτεινοί όσο και ηλίθιοι βανδαλισμοί επαναλαμβάνονται κάθε τόσο στο πλαίσιο μιας “επαναστατικής γυμναστικής”. Και αυτό το διαρκές έγκλημα εναντίον της ιστορικής μνήμης και του πολιτισμού μας οι περισσότεροι διστάζουν, λόγω σκοπιμοτήτων, να το καταγγείλουν. Ο Παπαγιάννης είναι μια εξαίρεση. Έχοντας μαζέψει τα αποκαΐδια εκείνης της αποφράδας ημέρας, χρόνια τώρα προσπαθεί να τα μεταμορφώσει σε έργα τέχνης, σαν ξόανα ικεσίας, σαν μια πράξη εξιλέωσης. Αυτή τη τέχνη που προέκυψε από την καταστροφή της τέχνης προτείνουμε σήμερα. Επειδή τέχνη είναι ο τρόπος για να ζήσουμε κάπως ευτυχισμένοι τη μελαγχολία μας...



Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΠΛΟΥΣΙΟΙ, ΒΡΟΜΙΚΟΙ ΚΑΙ ΚΑΚΟΙ


Δημοσιεύθηκε στο ON OFF της Ελευθεροτυπίας - 27/08/2006




"Τα φαντάσματά μου" Θόδωρος Παπαγιάννης
Έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς
30/3 - 6/5 2012

Θεέ! Ο καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξει τέτοιο φως!

Α. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


ΣΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ του χειμώνα οι ευφυείς και φίλεργοι συμπατριώται μας -όπως θα 'λεγε και ο τέως Κωνσταντίνος- καταπατούν, στη θερινή φωταψία χτίζουν τα αυθαίρετά τους εκμεταλλευόμενοι το λυκαυγές των ημι-νόμων. Η Ελλάς απ' άκρου εις άκρον κατα-ανα-παρα-οικοδομείται κάθε καλοκαίρι προς δόξαν των εργολάβων και προς αγαλλίασιν των τοπικών κοινωνιών που επιτέλους αξιοποιούνται. Οσονούπω θα καταφτάσουν και οι μικροαστοί για επενδύσεις μαύρου χρήματος και οι πρώην φυσικοί παράδεισοι και οι ανέγγιχτοι τόποι θα μεταμορφωθούν σε κρανίου τόπους με φιλιππινέζες οικιακές βοηθούς και ουκρανές μετρέσες διατιμημένες με τον πόντο. Ο κήπος του Θεού και τα περιβόλια των Αγγέλων θα μετρηθούν, θα χαραχτούν, θα κοπούν και θα πωληθούν ως παράδεισοι Ι.Χ. και με το μέτρο. Εδώ οι αμαρτωλοί των πόλεων θα διεκδικήσουν μιαν σύντομη, αυγουστιάτικη αθωότητα βαφτισμένη σε τσίπουρα και σε ούζα. Ηδη η κατάληψη του πληγωμένου τοπίου είναι προφανής. Τσιμέντα, μπετά, αναμονές, βαν και τσιπ που τσακίζουν αρχαία πλακόστρωτα, δηωμένες παραλίες από ταχύπλοα και αργά επιπλέουσες σακούλες. Ρύποι από μαζούτ, αντηλιακά αλλά και ρακέτες και ενοχλητικά γεροντοπαλίκαρα που δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν την υποβολή της ησυχίας, τον ακίνητο χρόνο, τον αέρα και την χιλιάκριβη τη λευτεριά. Από το ασκηταριό του Αγίου Ρωμανού αγναντεύω όλην αυτή τη νεόπλουτη γλίτσα και την ακατασίγαστη υστερία των παραθεριστών που δεν μπορούν ούτε στιγμή να διακόψουν. Νεαρές ψήνονται στον ήλιο αλλά δεν φωτίζονται, καθώς έχουν γίνει ένα με το κινητό τους και αρσενικά γραΐδια, όπως θα 'λεγε και ο Κοραής, τις μελετάνε με πεινασμένο βλέμμα και με αγχωμένη επιθυμία. Κι έπειτα έρχεται το παντοδύναμο μελτέμι, τους παίρνει και τους σηκώνει, τους ραπίζει με άμμο σαν να τους τιμωρεί και στέλνει τα παιδιά ή τα σκυλιά τους να κάνουν εμετό. Το τέλος της ύβρεως γράφεται με την επέλαση επί των ταβερνών. Εύσαρκες κυρίες, προγάστορες κύριοι των κυριών, παιδάκια - παϊδάκια ψητά πρησμένα από τα delivery έρχονται με τροπαιοφόρα διάθεση να τσακίσουν ό,τι πετάει, ό,τι κολυμπάει κι ό,τι βόσκει πλάι σε αναθρώσκουσες χωματερές ή σε βομβαρδισμένα από εντομοκτόνο λιβάδια. Η πείνα εδώ αισθητικοποιείται και οι παραθεριστές τρώνε εις ανάμνησιν των εγκλείστων του Μεσολογγίου όπως θα 'λεγε ο Τσαρούχης. Για ποια οικονομική στενότητα, για ποιο όριο φτώχειας, για ποια πατροπαράδοτη εγκράτεια, για ποια ζωή κατά φύση μου μιλάτε. Εδώ θα γίνει της βομβαρδισμένης Βηρυτού, με τα πιάτα ξέχειλα και τις πιατέλες να κυοφορούν τους αμνούς της απληστίας. Α, ο Ελλην όταν παραγγέλνει, αισθάνεται σαν μπέης επί τουρκοκρατίας που πρέπει να αποδείξει κάτι στην Υψηλή Πύλη. Κι έπειτα εκείνα τα ρεψίματα, τα χτυπήματα στην πλάτη, τα χαμόγελα της ηλίθιας ικανοποίησης που αντιγράφουν τις μούτες του Ετόρε Σκόλα από τη γνωστή ταινία και, βέβαια, η σιχαμένα χαριτωμένη ευχή: «Μόσχος»!

ΟΙ ΨΗΦΟΦΟΡΟΙ της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει πια να έχουν κανένα παράπονο. Το κοινό τους όραμα για τον τόπο έχει λάβει σάρκα και οστά (που τρίζουν): Ανάπτυξη, πρόοδος, ευμάρεια, εκσυγχρονισμός, ανταγωνιστικότητα, ποιότητα ζωής, αξιοποίηση, επανίδρυση του ίδιου και απαράλλαχτου κράτους, προοπτική, νέο ξεκίνημα, βήμα προς το μέλλον, υλοποίηση του ονείρου, εφιάλτης της υλοποίησης, επένδυση στο αύριο ώστε να καταντήσει τ' αύριο σαν αύριο να μην μοιάζει κ.λπ. Οι νέοι άρχοντες προέταξαν το πνεύμα και την θεάρεστο ηθική αντί της στυγνής πολιτικής και της δυσάρεστης διαχείρισης των προβλημάτων των προηγούμενων και κατάφεραν σε χρόνο συντομότερο των προκατόχων τους να διαπλακούν, να αφομοιωθούν, να αφομοιώσουν τους όρους του παιχνιδιού, ν' αποχτήσουν παλάτια με ιδιωτικά γήπεδα και την επίδειξη του νεόπλουτου, να εξορίσουν το αισθητικό υπέρ της διακόσμησης και να παρουσιαστούν το ίδιο αχόρταγοι, βρόμικοι, αγράμματοι και -πάνω απ' όλα- αναξιοπρεπείς και πεινασμένοι. Αρα έχουν όλα τα φόντα να ξανακερδίσουν τις εκλογές αφού η Ειμαρμένη τους προέκρινε ως χειρότερους, άρα ως ακαταμάχητους. Ο λόγος τους είναι το ίδιο τηλεοπτικός όπως και η παιδεία τους και έτσι διαχέεται κατευναστικά στο ναρκωμένο από τη ζέστη και την ηλιοφάνεια εκλογικό σώμα. Η ψήφος για την τοπική αυτοδιοίκηση επίκειται και οι δημοκρατικοί θεσμοί για μιαν εισέτι φορά θα λάμψουν ως φαρσοκωμωδία χαρίζοντας στους πάντες ένα βαθύ αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης. Το δίλημμα είναι κρίσιμο και γι' αυτό θα επιστρατευθούν τα πλέον οξύνοα επιχειρήματα, οι πλέον προηγμένες τακτικές, η πιο σαρκοβόρα διαλεκτική: Πιπιλή ή Φασούλας; Φώφη ή Κουίκ, Σεργουλόπουλος ή «Καφές της Χαράς», Αρβανιτάκη στη μικρή Επίδαυρο ή Ρώμας στη Μεγάλη; Το ΚΑΣ έβαλε το ιοβόλο χέρι του και λειτούργησε ο πολιτισμός και τον Αύγουστο στην Αργολίδα. Να δούμε τι θα κάνει ο Οκκάς τώρα που επέρχεται δύσκολος Σεπτέμβριος στο Νέο Φάληρο. Ιτε παίδες Ελλήνων! Νέοι αγώνες σάς περιμένουν. Επιστρέψτε γρήγορα στο κλεινόν άστυ. Εδώ που η νεύρωσή σας μεγαλουργεί. Εξάλλου απολείπειν ο Θεός ταβέρνες στην πρωτεύουσα; Κατά περίεργη σύμπτωση τα λίπη ομοηχούν στη γλώσσα μας με τη λύπη.

Ζήτωσαν λοιπόν αι λιπαραί Αθήναι. Ολε, βρε!

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ Οδυσσέα Χατζόπουλο λάβαμε επιστολή διαμαρτυρίας, με την οποία ζητεί να συμμετάσχει στην «Αδερφότητα Αηδίας» και μάλιστα στη θέση του προέδρου. Ο,τι πεις αδελφέ, αρκεί να μη σε ξαναδούμε στους Κιμάκι. Δύσκολο πράγμα, βλέπετε, η αηδία.






Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΚΑΡΤΕΛ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ




ΤΟ ΚΑΡΤΕΛ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ


Σκεφθείτε τη θέση της κυβερνήσεως/ μετά τη δολοφονία των ποιητών [...] Σκεφθείτε τη θέση των ποιητών/μετά την εγκαθίδρυση των κυβερνήσεων,/ μετά την διαταγή «παύσατε πυρ,/υμνήσατε τους άρχοντας»


Μιχάλης Κατσαρός, Μέρες 1953


ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής του Κατσαρού «Κατά Σαδδουκαίων», με εξώφυλλο Νίκου Κούνδουρου. Εκεί δημοσιεύτηκε ολοκληρωμένο το ποίημα «Η διαθήκη μου», το οποίο και είχε λογοκριθεί κατά την αρχική του δημοσίευση στην εφημερίδα «Δημοκρατικός Τύπος», τον Οκτώβριο του 1950, ένα μοναδικό κείμενο εθνικής αυτοσυνειδησίας:


Αντισταθείτε/σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι/ και λέει: καλά είμαι εδώ./Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι/και λέει: Δόξα σοι ο θεός.


Αντισταθείτε/σ' αυτόν που χαιρετάει από την εξέδρα ώρες ατελείωτες τις παρελάσεις/σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει/έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν/σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.


ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ, ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ έχουν μνήμη και κρίση, αυτή η επέτειος είναι σημαντικότερη από την εορτή της 24ης Ιουλίου στο προεδρικό μέγαρο (ημέρα των γενεθλίων μου άλλωστε). Οπως και η επικείμενη 21η Ιουλίου κατά την οποία συμπληρώνονται 75 χρόνια από την αυτοχειρία του Κώστα Καρυωτάκη. Εχουμε, άραγε, πολλούς τέτοιους ιδανικούς αυτόχειρες της τέχνης και της ζωής στον νεοελληνικό μας βίο; Τέτοια υψηλά παραδείγματα αηδίας και αξιοπρέπειας;


ΘΑ ΤΟ ΠΩ ΑΠΛΑ: Ο τόπος αυτός χρειάζεται ένα συνθέμελο ταρακούνημα για να ξυπνήσει από την εφησυχασμένη ακινησία του που θυμίζει, εν πολλοίς, την «ψυχωσική» Βιέννη του 1900, που απολάμβανε τη ράθυμη μικροαστική νοσηρότητά της.


Ποιος, λοιπόν, μπορεί ν' αλλάξει τη εμμονή και την πίστη μας στο ασήμαντο επαρκέστερα; Ο κ. Μπίστης απ' τον νέο του θώκο ή ο Καρυωτάκης απ' το νεκροκρέβατό του; Ποιος αγαπάει περισσότερο τη ζωή; Αυτός που την θυσιάζει εθελούσια, ματώνοντας από απελπισία, ή αυτός που βυζαίνει με υστερική εγωπάθεια την επιφάνειά της;


Και τι δεν είδαμε πάλι αυτές τις μέρες! Την πολιτική να λειτουργεί σαν τηλεπαιχνίδι ή ριάλιτι, αποφασίζοντας για τον πιο αδύναμο κρίκο, και τους τρέχοντες εκπροσώπους της -όποιας- εξουσίας ν' αγωνίζονται για την διατήρηση των κεκτημένων τους. Κι όλα αυτά ανεπαισθήτως και πίσω απ' τις κάμερες ή τα παράθυρα κι ενώ τα δελτία ειδήσεων αγωνιούσαν επαναληπτικά για το διαζύγιο Καρβέλα-Βίσση ή την επιτυχία της πρεμιέρας του Τσαλίκη. Βλέπετε, εκείνοι που κατάντησαν τον τόπο σκυλάδικο υποκριτικά ενοχλούνται επειδή δεν είναι αυτοί πλέον η είδηση αλλά οι σκυλάδες και η εικόνα τους.


ΠΑΝΤΩΣ, ΤΗ ΣΟΒΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΕΤΑΙ το εγχώριο καρτέλ της εικόνας όπως αυτό κρίνει καλύτερα ως προς τα φανερά και άδηλα συμφέροντά του. Ετσι, ο κ. Πρετεντέρης, εν μέσω κ.κ. Ευθυμίου και Πολύδωρα, ανακοινώνει πριν τον ανασχηματισμό στον κ. Κουλούρη την βέβαιη υπουργοποίησή του, για να μην έχουμε, εμείς οι αποδέλοιποι, καμία αμφιβολία για το ποιος κυβερνά πραγματικά αυτόν τον τόπο. Ο κ. Ευθυμίου, πάλι, με συγκίνηση αναγνώρισε το μεγαλείο και του κ. Σημίτη και του κ. Λαλιώτη, έτσι ώστε να σχολιάσει ο οικοδεσπότης ντερμπεντέρικα: «Είστε και με τον αστυφύλαξ, δηλαδή, και με τον χωροφύλαξ;». Απ' την άλλη, κι ας υπεραμύνεται όσο θέλει της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων της κρατικής τηλεόρασης ο κ. Ρουμπάτης, μετά το διάγγελμα του πρωθυπουργού από το «Κάραβελ», εις μάτην περιμέναμε την απάντηση Λαλιώτη, του απερχόμενου, αδύναμου (;) κρίκου.


ΚΙ ΟΜΩΣ, ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΙΡΟ συνέβησαν τόσα πολλά γεγονότα που θα επέτρεπαν στην τηλεόραση να δικαιώσει τον ρόλο της ως προς την ορθή διαχείριση και ερμηνεία της εικόνας: ελληνική προεδρία, σύνοδος της Χαλκιδικής, διαδηλώσεις και βία εναντίον της παγκοσμιοποίησης (;), εσωτερικές εξελίξεις στο ΠΑΣΟΚ, ανασχηματισμός κ.λπ. Απ' όλα αυτά, εμείς είδαμε έναν καταιγισμό εικόνων αλλά όχι και ερμηνειών, ένα σύννεφο σκοπιμοτήτων αλλά όχι την ξαστεριά των πολυφωνικών προσεγγίσεων. Η τηλεόραση επιμένει, λοιπόν, να διαβουκολεί, λειτουργώντας σαν ένα καρτέλ της εικόνας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε ρωγμές μόνο της πραγματικότητας στον κόσμο ν' ανακαλύπτει κανείς, π.χ. στις ειδήσεις του ΠΟΛΙΣ ή στην αναρχικά παλαιομοδίτικη ΕΤ3. Η αναχώρηση, πάντως, του Μάριου Μαρκίδη δεν ευαισθητοποίησε κανέναν, αντίθετα με τις παραστάσεις στο μικρό θέατρο του Ληγουριού και τους πλατινένιους δίσκους της σκυλοκαλλιτεχνίας. Η τηλοψία, εκούσα-άκουσα, δείχνει ξεκάθαρα την οδυνηρή αλήθεια: πολιτισμός αλλά και πολιτική παράγονται πλέον από τους επιτήδειους και φιλόπονους επιχειρηματίες και όχι από τους έρημους πολιτικούς ή τους εγκαταλελειμμένους δημιουργούς. Οι τελευταίοι απλώς νομιμοποιούν, με τη δράση ή την αδράνειά τους, τις επιλογές των πρώτων. Γιατί, στην κυριαρχία της αγοράς και του αγοραίου, η πολιτική μοιάζει με την τέχνη του ανέφικτου και τα ριάλιτι με την μόνη εφικτή οδό προς την ευτυχία.


Από το βιβλίο του Γ. Δεπόλλα «Στην παραλία/On the beach», Fotorama, 2003.




ON OFF - 13/07/2003



«Οι Δάσκαλοι της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών συνομιλούν με τους μαθητές»


Παύλος Σάμιος, Νεκρή Φύση στην Ακρογιαλιά


Αγαπητοί συναπόφοιτοι και φίλοι του Συνδέσμου. Σας προωθούμε το δελτίο τύπου και την πρόσκληση της εξαιρετικής εκδήλωσης –έκθεσης ζωγραφικής που οργανώνει το Πειραματικό –Πρότυπο Γυμνάσιο της Ιωνιδείου Σχολής με την επιμέλεια του συναπόφοιτου Επίκουρου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάνου Στεφανίδη και σηματοδοτεί την έναρξη της συνεργασίας του σχολείου μας με την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών

Έκθεση Εικαστικών Τεχνών

«Οι Δάσκαλοι της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών

συνομιλούν με τους μαθητές»

Εγκαίνια: Παρασκευή 30 Μαρτίου, ώρα 19.30

Διάρκεια: Από 30 Μαρτίου έως 8 Απριλίου 2012

«Οι Δάσκαλοι της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών συνομιλούν με τους μαθητές» στο πλαίσιο της έκθεσης εικαστικών τεχνών που οργανώνεται στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά (Σωτήρος Διός 17, Πειραιάς, τηλ: 210-4122.260), με συμμετοχή 36 Καθηγητών της ΑΣΚΤ Αθήνας και Θεσσαλονίκης, σε επιμέλεια του συναπόφοιτου Επίκουρου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάνου Στεφανίδη (αποφ.72).

Τα εγκαίνια της Έκθεσης πραγματοποιούνται την Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012 και ώρα 19.30 με ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟ.

Στα εγκαίνια θα παρευρίσκονται, μεταξύ άλλων, Καθηγητές της ΑΣΚΤ Αθήνας & Θεσσαλονίκης. Ο Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών και επιμελητής της Έκθεσης κ. Μάνος Στεφανίδης θα μιλήσει για τη «συνάντηση της μαχόμενης καλλιτεχνικής δημιουργίας με τη μαχόμενη εκπαίδευση» («ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝ ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΤΕ» ο τίτλος της ομιλίας), η Αν. Καθηγήτρια Διδακτικής της Τέχνης στην ΑΣΚΤ Αθήνας κ. Τιτίκα Σάλλα θα αναπτύξει το θέμα της Αναγκαιότητας της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης σαν στοιχείο ολοκλήρωσης της μορφωτικής διαδικασίας, ενώ ο Διευθυντής του Πρότυπου Πειραματικού Γυμνασίου της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά κ. Μιχάλης Κ. Άνθης θα μιλήσει για τις «ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ».

Στην Έκθεση συμμετέχουν με έργα τους 36 Καθηγητές της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθήνας και Θεσσαλονίκης (αλφαβητικά):

Αλαβέρας Χρήστος, Αντωνόπουλος Άγγελος, Αρφαράς Μιχάλης, Βλασταράς Βασίλης, Γεωργιλάκης Μάρκος, Γουρζής Γιάννης, Δημητρέας Βαγγέλης, Ζουρούδης Δημήτρης, Καζάζης Γιώργος, Κατζουράκης Κυριάκος, Κούκος Δημήτρης, Κώτσιου Κωνσταντίνα, Μανουσάκης Μιχάλης, Μελανίτης Γιάννης, Μεραμπελιώτης Μανώλης, Μορταράκος Κυριάκος, Ξαγοράρης Ζάφος, Παπαγιάννης Θεόδωρος, Πατρασκίδης Τριαντάφυλλος, Πειρουνίδης Απόστολος, Σακελλίων Δημήτρης, Σάλλα Τιτίκα, Σάμιος Παύλος, Σαντοριναίος Ματθαίος, Σαχίνης Ξενής, Σιάμκουρη Μαγδαληνή, Σκαλτσάς Γιάννης, Σχοινά Μαίρη, Τζάκος Αριστοτέλης, Τρανός Νίκος, Τσαλαματά Βασιλική, Τσώλης Κώστας, Φωκάς Γιάννης, Χαραλάμπους Παναγιώτης, Χαρβαλιάς Γιώργος, Χατζησάββα Ερατώ.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ της ΕΚΘΕΣΗΣ

«Οι Δάσκαλοι της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών συνομιλούν με τους μαθητές»

Επιμέλεια: Μάνος Στεφανίδης

Εγκαίνια: Παρασκευή 30/3/2012 και ώρα 19.30

Χώρος:

Αίθουσα εκδηλώσεων της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά (http://lyk-peir-ionid.att.sch.gr)

Σωτήρος Διός 17, Πειραιάς, τηλ: 210-4122.260, email: iongymn@otenet.gr

Διάρκεια έκθεσης: 30 Μαρτίου έως 8 Απριλίου 2012

Ώρες λειτουργίας:

Δευτέρα – Παρασκευή: 17.30-21.30

Σάββατο: 10-1 μμ. και 17.30-21.30

Κυριακή: 10-1μμ.

Επισκέψεις σχολείων μετά από συνεννόηση.

Είσοδος ελεύθερη

Θα εκδοθεί Κατάλογος της Έκθεσης

Πληροφορίες: Τηλ: 210-4122.260, 6978-415.002.

«ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝ ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΤΕ» (απόσπασμα)

«…Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΕΙΤΑΙ σήμερα περισσότερο από ποτέ, αντί να είναι μοναδικός θεατής στο αλωνάκι του εαυτού του, να γίνεται ο πρωταγωνιστής στο θέατρο του κόσμου· και η τέχνη του να είναι ταξική, δηλαδή εναντίον της ομοιομορφίας ή της προβλέψιμης τάξης και ασφάλειας που «εγγυάται» η όποια εξουσία. Ας κρατήσουν αυτοί τη διακόσμηση, τη «συγκίνηση», την αναπαράσταση και το μελό για τον εαυτό τους. Εμείς θέλουμε το μέλι της επανάστασης και την κίνηση της ανατροπής […] Σήμερα, στη μεγάλη ένταση της κρίσης, η ανάγκη για ουσιαστική και βαθιά, πολυεπίπεδη παιδεία χωρίς εργαλειακές λογικές ή μηχανικές αποστηθίσεις είναι εθνική επιταγή. […] Αν βάλουμε την τέχνη στη ζωή μας -ουσιαστικά κι όχι καιροσκοπικά ή κοσμικά- τότε θα έχουμε εμπλουτίσει την καθημερινότητά μας με μιαν, απροσδόκητη, πηγή ευτυχίας. Μια ευτυχία που μπορεί να περνάει κι από τη χαρμολύπη αλλά που θα εδράζεται σε μια μεγάλη αλήθεια. Πως η έκφραση είναι σημαντικό δικαίωμα όλων και πως όλοι έχουμε δικαίωμα και στην έκφραση και στη δημιουργία… Αυτό είναι το βαθύτερο κέρδος κάθε, μα κάθε ουσιαστικής παιδείας… Μάνος Στεφανίδης.

«Η μόνη αμαρτία είναι η ασχήμια… Γι’ αυτό πιστεύω ότι η τέχνη είναι πολύ σημαντικότερη και από τα οικονομικά και από τη φιλοσοφία. Είναι το άμεσο μέτρο του πνευματικού οράματος του ανθρώπου» (Herbert Read, The Meaning of Art, 1931)

«Οι γιγάντιες καταστροφές που μας απειλούν δεν είναι στοιχειώδη συμβάντα φυσικού ή βιολογικού είδους, αλλά ψυχικά γεγονότα. Απειλούμαστε με έναν τρομακτικό τρόπο από πολέμους και επαναστάσεις που δεν είναι τίποτε άλλο από επιδημίες της ψυχής… Το μυστικό [όπλο] όλων των συλλογικών μας ασθενειών είναι ο καθορισμός της καταστολής της αυθόρμητης δημιουργικής ικανότητας του ατόμου… Η καταστροφικότητα είναι το αποτέλεσμα της ζωής που δεν έχει ζήσει!»

(Herbert Read, Education through art 1943)

«Ας είναι οι καλλιτέχνες μας αυτοί που έχουν το χάρισμα να διακρίνουν την αληθινή φύση της ομορφιάς και της χάρης.και τότε οι νέοι μας θα διαμένουν σε τόπο υγιή εν μέσω ωραίων εικόνων και ήχων και θα αισθάνονται το καλό στο κάθε τι» (Πλάτων, Πολιτεία Γ΄, 401d)

Βομβίδια πολιτιστικής αφασίας


Μνήμη Αντώνη Καρκαγιάννη



*Αρχίζουμε! (το πιο εύκολο αλλά και το πιο λαϊκιστικό.)

*Είναι δυνατόν η Αριστερά να επιμένει, και αυτή, στα ίδια ξεθυμασμένα, κουραστικά και προβλέψιμα πρόσωπα ; Είναι! Παράδειγμα ότι μας «τιμωρεί» συνεχώς με τον Δ. Στρατούλη και τον Θ. Μαργαρίτη. Τίποτα καινούριο παρά τα κλασικά αναμασήματα ώστε να μην αντιμετωπιστεί η πραγματικότητα κατάφατσα. Ψευδο-αντιμνημονιακοί αμφότεροι, - δυστυχώς και τα κόμματά τους-, βολεύονται από το status quo και ξαναπροβάρουν το μόνο ρόλο που ξέρουν: την καταγγελία. Καμία πρακτική πρόταση για το μέλλον. Αν ο Κουβέλης απευθύνεται στο εκλογικό σώμα με όρους και τρόπους των πάλαι ποτέ ανανεωτικών και με τη συνδρομή του... Πανταγιά, τότε έχει μηδαμινές ελπίδες για ουσιαστική τομή. Αν θέλουμε να γελάμε- ή να μελαγχολούμε, το ίδιο κάνει-, έχουμε τον Μίμη, το «σοφό» παιδί, και τις τελευταίες του κωλοτούμπες προς το γίγαντα Βενιζέλο. Εφόσον μια φορά σταλινικός, για πάντα σταλινικός. Για πάντα δηλαδή με τον «πρόεδρο». Όσον αφορά στο Βενιζέλο, πρόκειται για τον πολιτικό που άφησε ερείπια από όποιο υπουργείο πέρασε. Όσο για την περίφημη ευφράδεια του, είναι τόσο οιηματική και αυτοαναφορική που καταντάει ηλιθιότητα. Στο κάτω κάτω, από λόγια χορτάσαμε. Από την άλλη η ΔΗΜΑΡ κάνει υπέρβαση με τον Παν Παν, και τον Μπίστη και σαν αριστερός λόγος παρουσιάζεται ο διαφημιστικός «κακουλίδειος» ... δεν θα πάρουμε. Ας κρατήσει ο αγαπητός Φώτης την κ. Ρεπούση κι όλα τα ρετάλια του σημιτισμού, δηλαδή τις εκδοχές μιας συμπεφωνημένης, συμβιβαστικής, επιστημονικής αλήθειας. Δεν είναι τόσο ο «συνωστισμός» που ενοχλεί, όσο η πρόκληση πως το ψεύδος ή η ηλιθιότητα συνιστούν προοδευτισμό.

*Σοκ: ο Μπαμπινιώτης παρουσίασε βιβλίο του Σκανδαλίδη και επιπλέον το προτείνει για τα σχολεία! Τι κρίμα, γιατί ο δάσκαλος θα μπορούσε να κινηθεί εκτός της μικροπολιτικής πεπατημένης. Εκτός και αν χρειάζεται και η δεξιά την Ρεπούση της.

*Το να χαϊδεύουμε αυτιά είναι πολύ εύκολο σε αυτό τον τόπο. Το να τα τραβήξουμε είναι το δύσκολο!

*Άσχετο: Καλημέρα στον κ. Αυτιά και τους συνομιλητές του.

*Φαίνεται πως άμα είσαι σταρ, μιλάς για όλους, και πας για όλα. Έτσι και ο εξαιρετικός αστροφυσικός κ. Νανόπουλος. Μετά τον Μπαμπινιώτη πήγε και με την Δημουλά στο Ευγενίδειο. Το επόμενό του βήμα θα είναι ο Λαζόπουλος; Τα λέω αυτά, επειδή εκτιμώ και τον ίδιο και τους συνομιλητές του αλλά διαπιστώνω πως κάποιοι είναι ακόμη πολύ ευτυχισμένοι με τους εαυτούς τους κόντρα στη γενική κατάθλιψη.


*Ή μάλλον δεν αντέχουν το βάρος του μύθου τους και θέλουν, καλά και σώνει να τον εξαργυρώσουν μηντιακά. Το κιτς όμως παραμονεύει παντού…. Και τι σημαίνει κιτς; Το να μιλάς για πράγματα που δεν ξέρεις χρησιμοποιώντας λόγια που δεν πιστεύεις απλώς θεωρώντας πως θα τα πιστέψουν όλοι οι άλλοι.

*Τέλος το κιτς ελλοχεύει εκεί που κυριαρχούν η μαζικότητα και ο εκστασιασμός του πλήθους. Αναφέρομαι στη Κική Δημουλά που εκτός από μεγάλη ποιήτρια αποτελεί και φαινόμενο δεκτικό κοινωνιολογικής ανάλυσης. Πάντως το μεγαλύτερο της επίτευγμα παραμένει ότι έφερε τη μεγάλη ποίηση στο μεγάλο πλήθος.

*Και αυτό δεν είναι ούτε μικρό πράγμα, ούτε τυχαίο. Απλώς και η ίδια οφείλει να περιφρουρεί το περιτίμητο: Την εικόνα της.

*Τα καλύτερά μας: ο ποιητής Γ. Μαρκόπουλος να συνομιλεί με την Μπήλιω ή ο Χατζηνικολάου να διαφημίζει τυροκομικά προϊόντα από το ραδιόφωνο (εκτός διαφημιστικής ζώνης). Ο πρίγκιπας δηλαδή του εαυτού του να συμπεριφέρεται σαν Χατζηχρήστος (Χατζηχρηστονικολάου)!

* «Έναν παραμυθά έχει τώρα ανάγκη ο τόπος» είπε ο θυμόσοφος Νιόνιος και ξαναθύμωσα. Πρώτον γιατί ο καθένας πουλάει ό, τι έχει (εν προκειμένω ο Σαββόπουλος τον τελευταίο του ρόλο) και δεύτερον γιατί ο τόπος μπούκωσε τόσο από παραμυθάδες, ώστε τώρα ήρθε η ώρα να τους εξεμέσει.

*Παραμύθια τέλος ή παραμύθια του τέλους; Οι δυο Ελλάδες πάλι ξανασυγκρούονται...

*Επιστολή που στάλθηκε την Καθημερινή την επαύριο του τελευταίων εκλογών στις 8/10/2009:

Αγαπητέ κ. Καρκαγιάννη,

Την περασμένη Κυριακή ο κυρίαρχος Ελληνικός λαός αποφάσισε δημοκρατικά να καρατομήσει τον νωθρό και αναβλητικό Λουδοβίκο 16ο (Louis XVI) για να φέρει στην εξουσία τον χαριτωμένο και ζωηρό Λουδοβίκο 15ο (Louis XV). Τέτοιοι γοητευτικοί αναχρονισμοί είναι συνηθισμένοι στην πολιτική ιστορία του τόπου εφόσον κανείς κατά βάθος δεν επιθυμεί να προχωρήσει σε Επανάσταση. Ή, έστω σε κάποια μορφή ανατροπής. Σ’ αυτόν τον καρκινικό βηματισμό γαντζωμένοι οι Έλληνες εν έτει 2009 αδυνατούν να προχωρήσουν έστω κι λίγο εμπρός ενώ βέβαια το 1789 δεν συμπεριλαμβάνεται στο χρονολόγιο τους. Ακόμη. (Δεν ξέρω γιατί πάντως εμένα ο θαυμαστός κ. Ripley-Παπανδρέου μου φάνηκε πως βάδισε προς την εξουσία σαν υπνωτισμένος. Λέτε να φταίει πως διαβάζω πολύ Patricia Highsmith;)

Φιλικά.

Μάνος Στεφανίδης

*Εσχάτως ψάχνουμε τους φίλους μας για παραμυθία και διαπιστώνουμε το απουσιολόγιο γεμάτο: Μαυροΐδης, Μόραλης, Κανιάρης, Καρκαγιάννης, Καρούζος, Ε.Χ. Γονατάς, Βαρβέρης, Χιόνης, ... Τόσο πλούσια η δημοκρατία των νεκρών, τόσο επισφαλής και γελοία η δημοκρατία των, πρόσκαιρα, επιζώντων.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Σημαιοφόρος της ζωγραφικής

Αναδημοσίευση από το 7 της Ελευθεροτυπίας - 7 - 27/07/2003



Διονυσιακά χιουμορίστας αλλά και τρυφερά μελαγχολικός: ο Γιώργος Μαυροΐδης, συνεπής στη ζωή και το έργο του, έφυγε πλήρης ημερών.



Νεοτερικότητα η ελληνική κι ένας Κινέζος!


... Σε λίγο λόγια πνιχτά, μισόγελα, υπονοούμενα, ότι σ' αυτήνα την εκτέλεση τάχα αντί χαριστική βολή ο αποσπασματάρχης έκοψε και χάρισε στη γυναίκα τα κεφάλια των σκοτωμένων... Γ. Μαυροΐδης, Σημεία φυγής, περ. Τετράδιο 2, 1945.
Η αληθινή ζωγραφική δεν παραδίδεται εύκολα κι ούτε εύκολα γίνεται διακόσμηση στα νεόπλουτα παλάτσα των παλιάτσων ή των εμπόρων. Η αληθινή ζωγραφική είναι μια τέχνη που απευθύνεται από καλλιτέχνες σε καλλιτέχνες, νιτσεϊκώ τω τρόπω, ασχέτως του επιτηδεύματος που αναγράφεται στο δελτίο ταυτότητάς τους. Η αληθινή ζωγραφική μυσταγωγεί το αίνιγμα και όχι την προφάνεια των πραγμάτων και υπερασπίζεται υπερφυώς με φως το σκοτεινό μέρος της όρασης. Η αληθινή ζωγραφική επιμένει στην ιερότητα της εικόνας και ως εκ τούτου είναι ριζικά αντίθετη προς κάθε επικοινωνιακό τερτίπι που καθιστά τη γνώση της εικόνας πληροφορία και το ρίγος «συγκίνηση». Η αληθινή ζωγραφική υπερασπίζεται παλαιές αλλά όχι παλιωμένες αξίες, μόνο που δεν βρίσκει αρκετούς σημαιοφόρους για να κυματίσουν σήμερα την αλήθεια της. Κι εδώ ακριβώς έγκειται και η κρίση της για την οποία χαιρέκακα μιλάνε οι Κασσάνδρες της ιστορίας και οι θείτσες της κριτικής. Οψονται, όμως, εις ην εξεκέντησαν...
Την περασμένη εβδομάδα αναχώρησε ένας σημαιοφόρος της ζωγραφικής κι ένας παθιασμένος αυτοδίδακτος της ζωής, ένας δύσκολος, απόλυτος και γι' αυτό πολύτιμος άνθρωπος: ο Γιώργος Μαυροΐδης (1913-2003). Ενας αληθινός ευπατρίδης που δεν είχε -και δεν ήθελε πεισματικά να έχει- ουδεμία σχέση με τους νεόκοπους «αριστοκράτες» της πολιτισμικής ευτέλειας και τις αριστόγατες της πνευματικής λούφας ή παραλλαγής. Το γαλάζιο του βλέμμα στυλωνόταν έντονα σε όποιον του απηύθυνε τον λόγο και κατά περίσταση τον χάιδευε, τον επαινούσε ή τον μπάτσιζε... Με τα μάτια και τα λόγια.
Οχι λοιπόν κούφια λόγια και μεγαλοστομίες για τον Γ. Μαυροΐδη, του οποίου η δύσκολη και ασυμβίβαστη ζωγραφική δεν έχει επαρκώς εκτιμηθεί και αναλυθεί· μια ζωγραφική που δεν έγινε για να αρέσει, αλλά για να ενοχλεί ή να προβληματίζει ή ν' ανησυχεί, όπως εξάλλου κάνουν όλα, συλλήβδην, τα κορυφαία ζωγραφικά έργα του 20ού αιώνα: από τις «Demoiselles d' Avignon» (1907) του Picasso ώς την «Nacht» του Beckmann (1919) και από την «Κόλαση» του Munch (1905) ώς τις παραλλαγές του πάπα Ινοκέντιου Χ του Bacon στη δεκαετία του '50. Κι αυτό το μέγα πλεονέκτημα μας προσφέρει αιφνιδίως η ζωγραφική του Γ. Μαυροΐδη: Δηλαδή να εντάξουμε, επιτέλους, αξιολογικά και με όρους ιστορίας της τέχνης την ελληνική περίπτωση μέσα στο ευρύτερο, ευρωπαϊκό context της μοντέρνας και της σύγχρονης δημιουργίας.
Ο Μαυροΐδης, αντιμέτωπος μ' ένα καχύποπτο και επαρχιώτικο κοινό, που το συγκινούσαν οι «Ιακωβίδηδες» -κατά την καυστική έκφραση του Κόντογλου- δεν κατάφερε να το παρασύρει εκτός της πεπατημένης, όπως εξάλλου συνέβη και με άλλους αφανείς πρωτοπόρους, όπως ήταν ο Δ. Διαμαντόπουλος, ο Ν. Νικολάου ή ο Κ. Ξενάκης. Όλοι τους επιχείρησαν να συμφιλιώσουν επί ίσοις όροις το ιθαγενές με το αλλότριο, θεωρώντας αδιάκριτα παράδοσή τους τόσο τον Matisse και τη μελωδική γραμμή του όσο και τον Χαλεπά με τα εωσφορικά του σχέδια, τον Μπουζιάνη με το υπαρξιακό δράμα των μορφών και τον Picasso με τη δυναμική ανατροπή όλων των συμβάσεων. Και ο Μαυροΐδης ελκόταν ιδιαίτερα από το έργο και τον ψυχισμό του δαιμόνιου Ισπανού. Μόνο που ο ημέτερος υπήρξε πιο νηφάλιος και πιο μετρημένος στις επιλογές του, συμφωνώντας πάντως πως το αληθινά κλασικό περιφρονεί κάθε λογής κλασικισμούς.
Το σώμα τώρα και η ενδιάθετη ποιητική του αλλά και το πρόσωπο σαν μια γεωγραφία της τρυφερότητας αποτελούσαν εμμονές της πλαστικής του έρευνας. Ο ίδιος πίστευε πως μέσω της ανθρώπινης μορφής, του καλλίστου ζωγραφικού θέματος, μπορούν να ειπωθούν τα πάντα. Το ζήτημα είναι πώς ζωγραφίζεται μια φιγούρα. Απ' την άλλη, ο ζωγράφος και το μοντέλο του αποτελούν ένα ζεύγος υπαρξιακό, μια σχέση σχεδόν σύμφυτη με την ίδια την λειτουργία της εικόνας. Ο ζωγράφος μέσα από το μοντέλο του παραδίδεται, ανακαλύπτει τον έρωτα που έχει διάρκεια. Ο ζωγράφος είναι ένας νάρκισσος που αποκαλύπτει τον εαυτό του πάνω στο λευκό καμβά -σαν σε λίμνη- και την επιθυμία του εμπρός στο γυμνωμένο σώμα.

Ο Μαυροΐδης ανήκε σ' εκείνη την τρομερή γενιά που έδωσε τις ελάχιστες, ηρωικές μονάδες του ιθαγενούς μοντερνισμού λίγο μετά τον πόλεμο. Μαζί με τον Εμπειρίκο, τον Παπατζώνη, τον Εγγονόπουλο, τον Βακαλό ή τον Μόραλη, ανήκε στους συνεργάτες του πρωτοποριακού περιοδικού «Τετράδιο» (1945-47) που εξέδιδε συντακτική ομάδα από τους Ανδρέα Καμπά, Αντώνη Βουσβούνη, Μάτση Χατζηλαζάρου, Αλέκο Ξύδη και Αλέξη Σολομό. Εκεί πρωτοπαρουσιάστηκε ο Picasso στο ελληνικό κοινό, το «Άσμα Ηρωικό και πένθιμο» του Ελύτη, τα «Ματωμένα Στέφανα» (sic) του Λόρκα σε μετάφραση Γ. Σεβαστίκογλου, η (κατοχική) διάλεξη του Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη, ο «Μαθητευόμενος της Οδύνης» του Εγγονόπουλου, ο «Ντοστογιέβσκι», του Δημήτρη Καπετανάκη, το «Κεκλεισμένων των θυρών» του Sartre σε μετάφραση Σολομού (!), ο «Ιππότης και ο θάνατος» του Σαχτούρη και τα πεζά του Μαυροΐδη «Μυριάθθη», «Ελπίδα» και «Σημεία φυγής».
 


Ο Μαυροΐδης υπήρξε οργανικό μέλος αυτής της avantgarde και ως συγγραφέας και ως θεωρητικός τέχνης και ως ζωγράφος. Το ύφος μάλιστα και η αισθητική του ταίριαζαν περισσότερο με τον Εμπειρίκο παρά με τον Σεφέρη, καθώς ο ίδιος δεν δίσταζε να ξιφουλκήσει εναντίον όποιου αδαούς θεωρούσε την μοντέρνα τέχνη, φερ' ειπείν, ή τον Picasso «κινέζικα». Και εδώ εκρήγνυται το χιούμορ του. Ως... Κινέζος San Yu (Σαν και σένα!) δημοσιεύει στο «Τετράδιο 2», (σελ. 60-62) το άρθρο «Ο ζωγράφος Pablo Picasso». Εκεί ο Μαυροΐδης γράφει: «Τον Picasso τον έμαθε όλος ο κόσμος, όμως από τα έργα του δεν κατάλαβαν τίποτα. Και ωστόσο, είπαν κι έγραψαν ένα σωρό πράματα για τον άνθρωπο και το έργο του, τόσα πολλά που τον κατάντησαν ολότελα ακατανόητο, αποκρουστικό κιόλας... Τι τόλμη, ακόμα, που την έχει ο Picasso. Εκανε την εποχή μας να γλιτώσει από τον ακαδημαϊσμό. Αυτός γκρέμισε τον συντηρητισμό. Αυτός μας οδηγεί σ' έναν κανούριο δρόμο... Μη φοβάστε όμως. Ο Picasso δεν είναι δημόσιος κίνδυνος. Μην υψώνετε μαντρότοιχους ολόγυρα από τον Picasso».
Στον «Ιππόκαμπο», φυλλάδιο που συνόδευε το «Τετράδιο» το μυστήριο του συγγραφέα λύνεται, εφόσον δίπλα δίπλα δημοσιεύονται οι φωτογραφίες του Μαυροΐδη στο Σινικό Τείχος και του... κινέζου εξαδέλφου του San Yu. Και η πλάκα συνεχίζεται. Στους νέους συνεργάτες του «Τετραδίου» δημοσιεύεται το βιογραφικό του... San Yu: «Ο κ. San Yu είναι ζωγράφος και Κινέζος. Ο εξάδελφός του είναι πρώτος και κατά εξακριβωμένες πληροφορίες του μοιάζει πολύ (όπως άλλωστε όλοι οι Κινέζοι)». Ο Μαυροΐδης υπήρξε διονυσιακά χιουμορίστας και τρυφερά μελαγχολικός σ' όλη τη ζωή του. Οπως θα 'λεγε κι ο φίλος του Ανδρέας:
«Η αρχαία ψυχή ζει μέσα μας/αθέλητα κρυμμένη./Ο Μέγας Παν δεν πέθανεν/όχι· ο Πάνας δεν πεθαίνει»