Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

ΑΤΑΚΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΤΑΞΗΣ

Αφιερωμένο στους παλιούς συμμαθητές μου με ευχές για το 2011.


Γεννήθηκα πριν από μισόν αιώνα και... κάτι (πανσελήνους) στα Ταμπούρια του Πειραιά. Ο πατέρας μου ήρθε γαμπρός απ' το Νέο Κόσμο (οδός Πυθέου, κάθετος της Βουλιαγμένης) και η μάνα μου που έμεινε ως τότε στη Πηγάδα (Ιωνιδών) πήρε προικώον ένα σπίτι στο Άη Δημήτρη (Π. Μαυρομιχάλη και Ψαρρών). Η ζωή μας τότε κυλούσε μεταξύ Αγίων και Αμαρτωλών: Άγιος Βασίλειος, Αγία Σοφία, Υπαπαντή, Άγιος Αντώνιος, Τρούμπα, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Διονύσιος, Κοπή, Σκαγιάδικο, Δραπετσώνα, ακτή Ξαβιέρου, Ηλεκτρικός, Πασαλιμάνι, οδός Νοταρά, οδός Φίλωνος. Ο πατέρας μου ήταν τορναδόρος στου Διακουμάκου και η μάνα μου ήταν πάνω απ' όλα μάνα (ιδιαίτερα όταν ο πατέρας μου αναγκάστηκε λόγω κρίσης να γίνει ναυτικός, με “ευεργετικό” φυλλάδιο). Ήταν η εποχή, δεκαετία του '60, που τελείωνα το δημοτικό (43ο δημόσιο) και έπρεπε να πάω στο γυμνάσιο. Στη γειτονιά μου βόλευαν και το 4ο και το 5ο αλλά η μάνα μου είχε άλλες φιλοδοξίες για μένα. Έτσι στην Α' και Β' γυμνασίου πήγα στο Ζάννειο πειραματικό αλλά εξαιτίας της πληθώρας των τεχνικών μαθημάτων που δεν μου άρεσαν, έφυγα και έγινα δεκτός λόγω υψηλής βαθμολογίας, στην Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή. Στο τμήμα μου ως σχεδόν το τέλος του γυμνασίου είχα συμμαθητές τον Βασίλη Μπεζαντάκο, διακεκριμένο φιλόλογο, και πρώτο στη φιλοσοφική σχολή Αθηνών το 1972(!), τον Γιώργο Πουκαμισά, πρέσβη μας σήμερα στη Ρουμανία, τον Χρήστο Μυλωνόπουλο, καθηγητή της Νομικής στο Παν/μιο Αθηνών, τον ηθοποιό και τραγουδιστή Σάκη Μπουλά, τον ιστορικό του αθλητισμού Βαγγέλη Φιλίππου, τον Θανάση Παφίλη (ανέκαθεν τιμημένο ΚΚΕ!), τους αδελφούς Αναστασάκους, Γιάννη και Παναγιώτη (της AGB με το συμπάθειο!), τον Κώστα Τατζίδη, μαθηματική ευφυία, τους εκλεκτούς νομικούς Μιλτιάδη Καραγιάννη, Άρη Μερμηγκα, Γιάννη Παριανό, Σπύρο Φωκά, Νίκο Κουμέλη, τον καθηγητή της Νομικής Μιχάλη Σπουρδαλάκη, τον πολυπράγμονα, φανατικό πειραιώτη Αλέκο Τσουρινάκη, τον επονομαζόμενο και “Γκολγκόθα”, τον Γιώργο Φωτόπουλο, τον Κώστα Αλιμαντήρη, τον πολιτικοποιημένο επιχειρηματία Πάνο Πλαγιανάκο, τον επιτυχημένο δήμαρχο Ρέντη και νυν Νίκαιας Γιώργο Ιωακειμίδη, τον επονομαζόμενο “Γκόγκο”, τον ιατρό Κώστα Καραμάνη του Μετροπόλιταν -τα ονόματα των υπόλοιπων συμμαθητών μου ιατρών τα ξεχνάω και για λόγους αυτοπροστασίας και εξαιτίας Alzheimer- τον γερμανοτραφή και εραστή (γενικώς) Θανάση Τραυλό, τον χημικό Σπύρο Σταυρακάκη -με την υπέροχη φωνή που μάγευε κυρίως τις ακροάτριές του- τον ναύτη-συμπολεμιστή μου Δημήτρη Καλιαμπάκο, κ.α..

Αποφοιτήσαμε όλοι εμείς το καλοκαίρι του 1972 μέσα στην έξαρση της διδακτορικής ηλιθιότητας και επίσης όλοι, χωρίς εξαιρέσεις, μπήκαμε σε πανεπιστημιακά ιδρύματα, κύριως της ημεδαπής και μερικοί τυχεροί του εξωτερικού. Επρόκειτο για περισσότερο από 110 αποφοίτους! Συνυπήρξαμε όχι χωρίς προβλήματα στα δύσκολα εφηβικά μας χρόνια και ως σήμερα αισθανόμαστε πως το κοινό μας σχολείο αποτελεί ζωντανό σημείο αναφοράς και ακατάλυτο κρίκο φιλίας. Η Ιωνίδειος μας έμαθε και γράμματα και μέθοδο σκέψης αλλά και κάτι που το επαναλάμβανε ο πατέρας μου συνεχώς αν και κάπως ανορθόγραφα στα γράμματα που μου έστελνε απ' τη μέση του ωκεανού: Πως δηλαδή “τ' αγαθά κόποις κτώνται”. Νομίζω πως όλοι εμείς και οι παλιότεροι από μας -αναφέρω τους φίλους μου Φωκίωνα Γεωργακόπουλο, νυν πρόεδρο του Νομικού Συμβούλιου του Κράτους και Γιώργο Αριστηνό, διακεκριμένο συγγραφέα- απολαύσαμε μια ποιότητα εκπαίδευσης που σήμερα λείπει δραματικά από την κατά τ' άλλα ακόμη ευημερούσα και αχόρταγα νεόπλουτη κοινωνία μας. Μιαν εκαίδευση και ένα σχολείο που ευνοούσαν την άμιλλα, επιβράβευσαν την αξιοκρατία, επιδοκίμαζαν την αριστεία και λειτουργούσαν με κριτήρια αταξικής αντικειμενικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Φτωχόπαιδα και αστοί συνυπήρχαμε αρμονικά και επιβραβευόταν ο καλύτερος προτρεπόντας όλους τους υπόλοιπους να είναι όσο πιο καλοί μπορούσαν. Είχαμε, θυμάμαι, όλοι μας έντονο ανταγωνισμό αλλά γνωρίζαμε να χειροκροτούμε ανιδιοτελώς όποιον ξεχώριζε. Το σχολείο ήταν τότε αυστηρό, συντηρητικό, αλλά διέθετε μια σειρά εξαιρετικών δασκάλων-παιδαγωγών οι οποίοι ήξεραν ν' αναπτύσσουν τα ταλέντα και τις δεξιότητες του καθενός αλλά και να θεραπεύσουν τις μειονεξίες ή τις εφηβικές μας ανασφάλειες. Θυμάμαι αυτή τη στιγμή τους φιλόλογους Δημήτρη Σάρρο, Βασίλη Σκουλάτο, Πόπη Καραγεωργοπούλου, Σέργιο Φασουλάκη -τον οποίο είχα καθηγητή και στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστήμιο Αθηνών-, Νίκο Γιαννόπουλο, Αχιλλέα Λαζάρου κ.α..

Θα μου πείτε βέβαια ότι εξωραΐζω μια εποχή και κάποια γεγονότα λόγω απόστασης, χρόνου και ίσως να έχετε δίκαιο. Όμως η ίδια απόσταση του χρόνου καταδεικνύει το πόσο άδικο είχε η πολιτεία, όταν στη δεκαετία του '80 και στο πλαίσιο μιας λαϊκιστικής εξίσωσης προς τα κάτω, κατήργησε το καθεστώς των πρότυπων σχολείων, καταργώντας τις εισαγωγικές εξετάσεις σ' αυτά· επρόκειτο για μιαν ολέθρια αντίληψη τις ευρύτερες συνέπειες της οποίας πληρώνουμε σήμερα απαξάπαντες. Αθώοι και ένοχοι. Εν ονόματι της δημοκρατίας και της ισότητας προκρίθηκαν η ήσσων προσπάθεια έναντι του δημιουργικού ανταγωνισμού και της αριστείας. Η Ιωνίδειος βέβαια συνέχισε να παρέχει υψηλής ποιότητας παιδεία και μετά την εκπαιδευτική “μεταρρύθμιση” ως μικτό πλέον γυμνάσιο και λύκειο. Το κακό που συντελέστηκε όμως στη μέση εκπαίδευση παραμένει εξαιρετικά σοβαρό. Αυτή η κοινωνία πρέπει να ξαναμάθει ν' αξιολογεί, να επιβραβεύει, να προκρίνει, να προβάλει, να στηρίζει όσους έχουν την διάθεση να προκριθούν και να ξεχωρίσουν, βασιζόμενοι στα πνευματικά και τα ψυχικά τους αποθέματα. Τόσο απλά.

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΝΤ

Ξέρετε ποιος ήταν ο κύριος δίπλα στον φιλέλληνα Στρως-Καν όταν ο τελευταίος νουθετούσε τους αμνούς μας και τα κομματόσκυλα στο... κυνοβούλιο; Είναι ο κ. Παναγιώτης Ρουμελιώτης, υπουργός του Ανδρέα, προστατευόμενος του Λιβάνη και μέλος του ΔΝΤ στη Νέα Υόρκη. Επιπλέον είναι και ο πρόεδρος του υπό κατάρρευση Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού. Πότε τα προλαβαίνει όλα αυτά; Άμα είσαι πασόκος και άμα σε προστατεύει η Παναγία δεν φοβάσαι τίποτε. Τώρα βέβαια δεν μπορείς να είσαι επικεφαλής πολιτιστικού Ιδρύματος και να μην σκαμπάζεις γρι από τέχνη. Δεν βαριέστε. Λες και είναι ο πρώτος. Εδώ κοτζαμάν πρωθυπουργός της Ελλάδος και μιλάει ελληνικά -όπως τα μιλάει- αποκλειστικά από χειρόγραφο που του έχουν μάλιστα γράψει άλλοι. Θα μου πείτε ότι ο αδελφός του Νίκος, εκτός από επιχειρηματίας είναι και συγγραφέας. Τα βιβλία του μάλιστα γίνονται bestsellers, ταινίες και αποσπούν διθυραμβικές κριτικές από διάφορους Αρίωνες της σπέκουλας. Νομίζω πως έχω την απάντηση στο μυστήριο: Στην Ελλάδα το δύσκολο δεν είναι να είσαι συγγραφέας. Το δύσκολο είναι να ξέρεις να γράφεις. Θέλετε ένα παράδειγμα; Όλοι οι μεγαλόσχημοι δημοσιογράφοι, για να μας πείσουν ότι γνωρίζουν ανάγνωση και γραφή, εκδίδουν κάθε τόσο κι από έναν βιβλίο. Από κοντά και οι πολιτικοί οι οποίοι αφού πρώτα τα κάνουν θάλασσα έπειτα συγγράφουν τας αναμνήσεις ενός πνιγομένου που θάλεγε κι ο Καρυωτάκης. Όλοι αυτοί είναι συγγραφείς. Ξέρουν όμως να γράφουν;

Άρα νομιμοποιείται πλήρως ο κ. Ρουμελιώτης να είναι και στο ΔΝΤ και στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού. Θα περιμένουμε μάλιστα ασμένως για να συμπληρωθεί το puzzle, να συγγράψει τάχιστα την “Ιστορία της τηνιακής τέχνης από την Αρχαιότητα ως το ΔΝΤ”. Αν δυσκολεύεται, ας ζητήσει και τη συνδρομή του Νίκου. Αυτό θ' αποτελέσει ανακουφιστική προσφορά για τον Γιωργάκη γιατί ίσως τον προφυλάξει από μεγαλύτερους μπελάδες στο μέλλον.

Κατά τ' άλλα, εν μέσω κρίσεως, ο πολιτισμός γνωρίζει πιένες. Μετά το marathon-marathon project - πως λέμε “σιγά τα μάραθα-μάραθα”- και τον Jeff Koons στο νέο μουσείο της Ακρόπολης, η Αθήνα απολαμβάνει ήδη τρία ιδρύματα πολιτισμού, το Μέγαρο, το Θεοχαράκειο και το Ωνάσειο. Οσονούπω δε το ίδρυμα Νιάρχου, το σοβαρότερο και ισχυρότερο απ' όλα δια χειρός του Renzo Piano θ' αλλάξει όλη την περιοχή από τη Συγγρού ως το Νέο Φάληρο και από την Καλλιθέα ως την Esplanade των Ολυμπιακών Αγώνων. Είναι παρήγορο πως οι πάμπλουτες οικογένειες του τόπου δια των Ιδρυμάτων, των απογόνων και των επιτετραμμένων τους βιάζονται να μας ταΐζουν παντεσπάνι τώρα που μας περιόρισαν το ψωμί. Δεν μεμψιμοιρώ ούτε λαϊκίζω (ελπίζω). Πιστεύω απόλυτα πως η μόνη αντεπίθεση στη διεθνή μας απαξίωση και τον ευτελισμό που υφιστάμεθα ως χώρα, είναι ο πολιτισμός. Ποιος πολιτισμός όμως; Σήμερα ο υπουργός πολιτισμού θα έπρεπε να έχει οργανώσει τρία τουλάχιστον μεγάλα γεγονότα σε αντίστοιχες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Για να δείξει ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο τα Greek Logistics. Ούτε καταναλωτισμός και μαύρες τρύπες. Παρουσιαζόταν ως πρόσφατα στο μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς μια καταπληκτική μικρή αναδρομική του Γιάννη Σπυρόπουλου (1912-1990), ωραία και πάμφθηνη ευκαιρία για έναν ελληνικό μήνα πχ. Στο Βερολίνο. Με παράλληλες εκδηλώσεις μουσικής, σινεμά, κλπ. Ας πούμε από τον Σκαλκώτα στον Αδάμη και από τον Αγγελόπουλου στον Λάνθιμο. Αλλά και μια αναφορά στη σύγχρονη εικαστική δημιουργία μας: Στον Μπάικα, τον Λάππα, τον Αληθεινό, τον Παπαδημητρίου, τον Χαραλαμπίδη, τον Χανδρή, την Κυριαζή, τη Νομίδου. Αν μάλιστα συνδυάζουμε τα σημερινά μας πράγματα με κάποιες διαχρονικές αναφορές τόσο το καλύτερο. Ο Κανιάρης πρόπερσι στο Μπενάκη ήταν ένα πολύ επιτυχημένο αλλά, κυρίως, εξαγώγιμο πείραμα. Κι όλα αυτά με ελάχιστα χρήματα. Αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση. Και να μην εξαντλείται η κυβέρνηση αποκλειστικά στη τρομοκρατική “γοητεία” των νέων μέτρων.

Αυτό οφείλει να κάνει η πολιτεία. Οι ιδιώτες πάλι στο πλαίσιο της προσφοράς τους προς τη πατρίδα οφείλουν όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά και χωρίς φαβοριτισμό ή αποκλειστικότητες να προσφέρουν στο τόπο την αισθητική παιδεία που δικαιούται. Απαλλάσσοντας τον από την χαμερπή δικτατορία της τηλεόρασης.

Το μοντέλο του Μεγάρου Μουσικής εξάντλησε τα όριά του παρά τη μεγάλη του προσφορά. Ένα προσωπικό στοίχημα δεν μπορεί να είναι διαρκώς κρατικοδίαιτο. Το Μέγαρο σήμερα πληρώνει τον ηγεμονισμό του ιδρυτή του (αλλά και το γεγονός ότι εκείνος είχε βάλει ομολογουμένως τον πήχη πολύ ψηλά). Το εύκολο είναι να φέρεις στο Μέγαρο την Αρβανιτάκη. Το δύσκολο τον Sir Simon Rattle. Και το ακόμη πιο δύσκολο είναι να προχωρήσεις σε δικές σου παραγωγές που να είναι και μάλιστα εξαγώγιμες.

Η νέα δραστηριότητα του Ωνάσειου μοιάζει πολύ πιο ανοικτή και πολύ πιο πλουραλιστική. Αρκεί να μην ανταλλάξουν οι ιθύνοντες την Αρβανιτάκη με τη Φωτεινή Δάρα. Και να μην μιμηθούν οι νέοι επικυρίαρχοι του πολιτισμού μας το μοντέλο του αείμνηστου Λαμπράκη. Γιατί ήταν μοναδικό. Από κάθε άποψη. Ούτως ή άλλως το Ωνάσειο δια του αείμνηστου Στέλιου Παπαδημητρίου έχει ήδη μιαν εξαιρετική παράδοση προσφοράς στον τόπο. Κι κάτι ακόμη. Να μην φοβούνται (οι νέοι επικυρίαρχοι) την κριτική. Και ν' αποφεύγουν πόζες ηγεμόνα, είναι αντιαισθητικό. Αντιθέτως να φοβούνται όσους τους θυμιατίζουν. Πριν καν αρχίσουν να δραστηριοποιούνται. Βρε αδελφέ και η πατρίδα μας μεγάλη οικογένεια είναι...

Όμως το πραγματικό μεγάλο -που είναι και αθόρυβο- σχετίζεται με τη φιλοδοξία του Renzo Piano, δια του ιδρύματος Νιάρχου ν' αλλάξει το πολιτιστικό προφίλ της Αθήνας τα επόμενα χρόνια. Η δωρεά των χορηγών θηριώδης, η οργάνωση της χορηγίας διεθνών προδιαγραφών, η στελέχωση υψηλοτάτου επιπέδου. Αναμένουμε.

Απορία: Εφόσον η νέα όπερα έχει πάρει το δρόμο της και μάλιστα με Νόμο της βουλής, γιατί ο φιλτάτος Βασίλης Βασιλικός και η σύζυγος του η Βάσω Παπαντωνίου συνεχίζουν τις δημοπρασίες έργων τέχνης υπερ της ανέγερσης της νέας όπερας; Στην πρόσφατη μάλιστα δημοπρασία του Βέργου οι ζωγράφοι που προσέφεραν τα έργα τους, έχοντας μπαφιάσει πλέον από την πολιτιστική ζητιανιά, απαίτησαν να τους καταβληθεί το ήμισυ του κατοχυρωτέου ποσού. Απ' την άλλη πλευρά τα χρήματα αυτά διερωτώμαι που δηλώνονται, που κατατίθενται, πως φορολογούνται. Και βέβαια πόσο είναι περιττή ή όχι τέτοια δραστηριότητα μετά από τις τελευταίες εξελίξεις.

Συμπέρασμα: Το ΔΝΤ είναι εδώ επειδή εμείς το φέραμε. Ο τρόπος τώρα που το διαχειριζόμαστε απηχεί αφενός την ικανότητα της κυβέρνησης κι αφερτέρου τη ψυχραιμία και την αυτοκριτική του ίδιου του λαού. Ο πολιτισμός, πάλι, μπορεί ν' ανθίσει και χωρίς γιγαντιαίους προϋπολογισμούς., καλλιτεχνικούς ενδιάμεσους ή μίζες πολιτιστικαρίων. Το Πασόκ, χρόνια τώρα, δημιούργησε μια καινούργια ορολογία, αυτό το νέο επάγγελμα και... πολλούς επαγγελματίες. Καιρός να τελειώνουμε με όλα αυτά. Ακούει κανείς;


ΥΓ1. Ο sir Μαρκεζίνης! Λαϊκισμός από το Μπάκινχαμ και συνωμοσιολογικές κοινοτοπίες σοσιαλοπατριωτικού τύπου από τη Μεγάλη Βρετανία (το ξενοδοχείο). Η γελοιότητα των τρεχόντων πολιτικών πάντως είναι εξίσου γελοίο ν' αντικατασταθεί με τη γελοιότητα τιτλούχων διανοουμένων. Και να σκεφθεί κανείς πως το τελευταίο δίτομο πόνημα του Παναγιωτή Κονδύλη, το εκδοθέν post mortem από το “Θεμέλιο” παραμένει ακόμα ασχολίαστο.

Βλέπετε, στην Ελλάδα όλοι γράφουν, αλλά ελάχιστοι διαβάζουν. Παρ' όλα αυτά το μόνο sir που σεβόμαστε ακόμα τον λένε Μπιθικώτση και εθήτευσε στη Μακρόνησο.


ΥΓ2. Άκουσα τον κ. Μαρκεζίνη να λέει στη “Μεγάλη Βρετανία” (και, φευ, να καταχειροκροτείται) πως ανάμεσα στο “Ανήκομεν εις την Δύσιν” του Καραμανλή και το “Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες” προκρίνει το δεύτερο. Δυστυχώς αυτόν τον λαϊκισμό του αυτονόητου πληρώνουμε ακόμα.


ΥΓ3. Η σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα παίζει ανάμεσα στον Δάκη (όχι τον τραγουδιστή) και τον Δασκαλόπουλο. Ο πρώτος με ολόκληρο τάγμα οργανικών διανοουμένων δεσπόζει σε θεσμικό επίπεδο (πχ στο Υπουργείο πολιτισμού) ενώ ο άλλος έχοντας απλώς ένα μυστικοσύμβουλο -αυτόν που η πιάτσα αποκαλεί “κεφτέ”- έχει συγκροτήσει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρκλητικές συλλογές στον κόσμο. Ο Δάκης παίζει με τους Εβραίους της Νέας Υόρκης, ο Δασκαλόπουλος κερδίζει στο Λονδίνο, στις foires και τα πέριξ White Chapel Gallery). Για τα ελληνικά πράγματα και οι δυο τρέφουν παχηλή αδιαφορία η οποία αντανακλα γενικότερα το ελάχιστο ενδιαφέρον της μεταπρατικής τάξης τους για τον τόπο. Όλοι έξω έχουν τα κέρδη τους. Το σκανδαλώδες πάντως με τον πρώην κ. “Δελτα” είναι πως προϊσταται των βιομηχάνων, ενώ δεν είναι πια βιομήχανος και δίνει αυστηρές συμβουλές στην ηγεσία της χώρας ενώ άρτι απολύθηκε από τον άλλο “αστέρα”, τον Βγενόπουλο (του ΟΤΕ, της Ολυμπιακής, της Marfin, των Εμιράτων και του Παναθηναϊκού). Τέχνη μπορεί να μην (μας επιτρέπεται να) έχουμε, δεν πλήττουμε όμως καθόλου. Εκτός κι αν στραβωθεί κανείς και μπει στα υπόγεια του Ωδείου. Εκεί που κοιμάται το τέρας του πιο ληθαργικού μοντερνισμού των Βαλκανίων.


ΥΓ4. Τι μεγάλος καλλιτέχνης ο Γιάννης Κουνέλλης! Τι αφόρητα μικροαστική και συμβιβασμένη η έκθεση του στη γκαλερί Bernier. Πόσο εμετικά αφελείς είναι οι (όψιμοι) υμνητές του. Μα κανείς δεν βλέπει πια τα έργα τα ίδια; Είναι σαν να χωράς ολόκληρη την “Ωδύσσεια” σε sms κινητού τηλεφώνου.


ΥΓ5. Το πιο ενδιαφέρον στο έργο του είναι πως κυριολεκτικά ακροβατεί στα όρια του λόγου. Εκτός του λόγου. Ο Κουνέλλης, κατ' ουσίαν, δεν μιλάει καλά καμία γλώσσα. Ούτε ιταλικά, ούτε ελληνικά. Γλώσσα του είναι οι εικόνες του. Κι όσοι εκστασιάζονται με τα αποφθέγματά του απλώς αδυνατούν να κατανοήσουν την ουσία της ζωγραφικής του.


ΥΓ6. Το τελευταίο κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου στην Athens Voice εξαιρετικό. Τίτλος του: “Μαύρες επέτειοι”.


ΥΓ7. Λένα Κιτσοπούλου! Είναι παντού, κάνει τα πάντα, ίδιο πολιτιστικό πολυφεμινιστικό πολύμπριζο. Τρέμε Σώτη Τριανταφύλλου! Η Λένα διαθέτει τόσο βλάσφημο λόγο όσο να μην σοκάρει τους μικροαστούς. Την είδαμε ακόμη και στους “Πέρσες” του Γκάτσεφ στην Επίδαυρο. Η Μαργαρίτα Καραπάνου πάντως δεν αντιγράφεται.


ΥΓ8. Απίστευτοι λογάδες οι (κλυδωνιζόμενοι) άρχοντες των free press. Ο ένας είναι πρώτος πανελλαδικά με 320.000 φύλλα ο άλλος σπάει εβδομαδιαίως το φράγμα των 300.000 αναγνωστών. Όλοι βασιλεύουν εύκολα -νομίζουν- στο ντομίνιο της αγραμματοσύνης και του οργανικού αναλφαβητισμού. Πίσω όμως έχει η αχλάδα της διαφήμισης την ουρά.


ΥΓ9. Έχεις πεθάνει! Ξέρεις εσύ! (Τι κομψότητα ύφους από τον πιο χαριτωμένα ημιμαθή νάρκισσο της gay κουλτούρας)


ΥΓ10. Η κυρία Μάνια το φουντάρει το μαγαζί. Εκεί όπου ο προσφάτως απολυθείς Θανάσης (εκδότης) εισέπραττε 35.000 ευρώ μηνιαίως για να γράφει το κυριακάτικο κύριο άρθρο. Κύριες και κύριοι! Και στους αρθρογράφους έκαναν παζάρια για 150 ευρώ. Καλύτερα Γιάννα παρά Μάνια!


ΥΓ11. Πίνω και εγώ πλέον κάθε πρωί το Μπεσέλ Προάκτιβ μου όπως κάνουν και οι Λυριντζής-Οικονόμου από το ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ. Εξαφανίζει τη χοληστερίνη. Και τη δημοσιογραφική δεοντολογία επίσης.


ΥΓ12. Τι άλλο περιμένατε σε μια εποχή κρίσης από το να πουλιώνται τα πάντα;


ΥΓ13. Η τέχνη υπάρχει απλώς δια να επιλύει τα ψυχολογικά προβλήματα των καλλιτεχνών (και των συζύγων των); Δεν νομίζω...


ΥΓ14. Ο Γιάννης Πολίτης, τ. διευθυντής του 9,84, ήταν συγχρόνως δημοσιογράφος στα ΝΕΑ, παρουσιαστής στην ΕΡΤ, και εν συνέχεια στο ΒΗΜΑ FM. Λαμπρά!


ΥΓ15. Η επανάσταση στην ΕΡΤ θ΄αρχίσει κ. Χυτήρη μου όχι αν απολύσετε αλλά εάν παντρέψετε τις άπειρες μεγαλοκοπέλες του ιδρύματος. Θα γλυκάνει το πρόγραμμα!


Μάνος Στεφανίδης

Τα Χριστούγεννα του Κωστάκη

Εν-στάσεις

Ο πρωθυπουργός είχε μόλις ξυπνήσει από τον απογευματινό του υπνάκο στο τριάρι του Λυκαβηττού και ήταν ευδιάθετος. Χτύπησε φιλικά τον φρουρό του στην πλάτη, έναν τετράγωνο, πρώην αρσιβαρίστα, λέγοντας: «Χοντρέ, πάμε». Ηδη στο Μαξίμου τον περίμεναν οι Τέσσερις παραγματικοί σωματοφύλακές του: ο Αγγέλου, ο Ρουσόπουλος, η Βυζοβίτη και ο Προκόπης, για ν' αρχίσει η κρίσιμη σύσκεψη: «Κύριοι, ο αγώνας μας εναντίον της διαφθοράς μπάζει», έκανε την αρχή ο πρωθυπουργός. «Ως εδώ και μη παρέκει. Είμαι αποφασισμένος να πάρω ακόμη πιο σκληρά μέτρα. Δεν μπορώ να έχω εμπιστοσύνη σε κανέναν πια. Ούτε και στον Κλαμαρή. Εσείς τι προτείνετε;», είπε και τους κοίταξε όλους ερευνητικά. «Ενα κρουασάν;», αντέτεινε η Βυζοβίτη, για να εισπράξει το παγωμένο βλέμμα του Θοδωρή. Ο Προκόπης έπαιζε αφηρημένος με τα λευκά τσουλούφια του. Εν τέλει, τον τόσο διαλογισμό έσπασε ο Αγγέλου: «Αν δεν κάνετε, κ. πρόεδρε, αμέσως ανασχηματισμό, πράγμα που κατανοώ, να συστήσετε μιαν ομάδα αδιάφθορων που θα υπάγεται απευθείας στον υπουργό δικαιοσύνης και θα ελέγχει όλο το φάσμα της δημόσιας διοίκησης, τις ΔΕΚΟ κ.λπ.». «Εχουμε, όμως, ήδη τους ελεγκτές δημόσιας διοίκησης», απάντησε ο Καραμανλής, νιώθοντας σταδιακά την ευφορία του να τον εγκαταλείπει. «Οχι», επέμεινε θριαμβευτικά ο Αγγέλου. «Θα είναι μια νέα ομάδα επίλεκτων αδιάφθορων, που θα ελέγχει την ήδη υπάρχουσα ομάδα αδιάφθορων, ενισχυμένη με περαιτέρω αρμοδιότητες, για να κυνηγάει τελωνειακούς, αστυφύλακες, υπαλλήλους εφοριών και Πολεοδομίας, γιατρούς του ΕΣΥ, εκπαιδευτικούς, δημοτικούς άρχοντες, δικαστικούς λειτουργούς και, τέλος, τα λαμόγια των υπουργείων». Το βλέμμα του έλαμπε με τη σατανική λάμψη του δόκτορα Φάουστους, όπως τον ερμηνεύει -λέμε τώρα- ο Λιγνάδης. «Θεέ μου, τι σου 'χω κάνει;», βαριαναστέναξε ο πρωθυπουργός συγκατανεύοντας βαρύθυμα: «Ας τη συστήσουμε, λοιπόν, και ας την ονομάσουμε...». «Extra ενάρετη», πετάχτηκε ο Ρουσόπουλος, για να εισπράξει το απαξιωτικό μειδίαμα του Παυλόπουλου.

«Θα τους αναδομήσω όλους, Κύριε, θα τους θυσιάσω στη φάτνη Σου, με τ' άλλα ζώα», συνέχισε τη νοερή προσευχή του ο πρόεδρος. Μια παγωμένη σιωπή απλώθηκε στην αίθουσα με την μπουχάρα, το δρύινο μεγάλο τραπέζι και τον Αλταμούρα στον τοίχο. Τα βαριά καντηλέρια, γούστο της Βυζοβίτη, παρέπεμπαν σε Ιβανόη και sir Walter Scott. Σε σφαγές και ρεσάλτα. «Α-να-σχη-μα-τι-σμός», τόλμησε ο Ρουσόπουλος, μιμούμενος τον Χατζηνικολάου. Ο αντίλαλος της φωνής του απέκτησε μια χροιά σχεδόν μακάβρια. Ο πρωθυπουργός άπλωσε το δεξί του χέρι σαν τον Δία ή τον Παντοκράτορα στο Δαφνί και πήρε αφηρημένα ένα κρουασάν. «Στην επιτροπή αδιάφθορων θα μετέχει όλη η κυβέρνηση, για να περάσουμε ένα μήνυμα στην κοινωνία», ανακοίνωσε. «Εκτακτα», χειροκρότησε ανακουφισμένος ο Αγγέλου. «Είσαι τεράστιος», τον συγχάρηκε ο Προκόπης. «Φτυστός ο θείος του», συμπλήρωσε συγκινημένη η Βυζοβίτη. «Ρώτησε πόσο είναι ο Παναθηναϊκός στο μπάσκετ», τη διέταξε ο πρωθυπουργός, ξαναβρίσκοντας το κέφι του. «Στο κάτω κάτω, έχουμε Χριστούγεννα», σκέφτηκε ξαλαφρωμένος.

«Για σταθείτε», διέκοψε δυσάρεστη η φωνή του Προκόπη, που, πάντως, ταίριαζε απόλυτα με την κίτρινη γραβάτα του (κίτρινο του Βαν Γκογκ και του πυρετού). «Και ποιος θα ελέγχει την εξ υπουργών ομάδα; Σε ποιον θα λογοδοτεί; Ποιος θα είναι ο ενάρετος που θα ελέγχει τους ενάρετους;». «Ο Μάκης!», προσπάθησε να κάνει χιούμορ ο πρωθυπουργός. «Η πρόεδρος της Βουλής», πήγε να πει ο Ρουσόπουλος, αλλά το πήρε πίσω σκεπτόμενος συνταγματικό κώλυμα. «Ο αρχιεπίσκοπος», τόλμησε να ψελλίσει ο Αγγέλου, για να τον αποδοκιμάσουν οι υπόλοιποι. «Εσείς ο ίδιος, κύριε πρωθυπουργέ» φώναξε απτόητος ο Παυλόπουλος, αποφασισμένος να φτάσει ώς το τέλος. Το πρόσωπο του Καραμανλή, συνήθως φωτεινό και χαρούμενο, συννέφιασε απότομα. «Οχι, όχι εγώ, όχι και extra αδιάφθορος», ψιθύρισε.

Το δίδυμο κλάμα των δύο υφυπουργήσιμων τον ξύπνησε απότομα, αλλά και τόσο ευχάριστα. «Ηρέμησε, Κώστα μου. Ηταν ένα κακό όνειρο», τον χάιδεψε τρυφερά η Νατάσα. Ηδη οι μυρωδιές της κουζίνας τον προσγείωναν γλυκά στη γεμάτη ζάχαρη άχνη ατμόσφαιρα των ημερών. Στο τζάκι της πρωθυπουργικής κρεβατοκάμαρας καίγονταν μαζί τα χλωρά και τα ξερά τριζοβολώντας. «Χριστέ μου, πόσα πρέπει να μάθω ακόμη», αναστέναξε ο πρωθυπουργός καθώς έβγαζε τον σκούφο του... Ηδη τα παιδάκια της Ραφήνας χτυπούσαν στο χολ τα τρίγωνά τους, υπό τα άγρυπνα βλέμματα των πιστών φρουρών: «Χριστούλη μου, κάνε το θαύμα σου», προσευχήθηκε ο Καραμανλής βουρκωμένος...

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 23/12/2005

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Τρέμετε συγγραφείς!










Άν θέλετε να διαπιστώσετε πως λειτουργεί το Σύστημα, αναζητώντας άλλοθι για την ανεπάρκειά του, διαβάστε με προσοχή την παρακάτω ανακοίνωση:


Στις 21 Δεκεμβρίου ο Υπουργός Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Αντιπρόεδρος Δημήτρης Αβραμόπουλος και ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής θα παρουσιάσουν στο Ίδρυμα Θεοχαράκη το λεύκωμα της Όλγας Τρέμη (sic) “Eλλάς Άνωθεν”.


Τι μαθαίνουμε εδώ;


Πως οι δύο δελφίνοι έχουν και πνευματικές ανησυχίες. Πως η Όλγα όταν δεν τρέμει, γράφει κιόλας (κατά παραγγελίαν όπως θα δούμε!) Τέλος, πως ένας σκηνοθέτης που συνδυάζει το Γκρέκο με το Λαζόπουλο, εύκολα δένει στον ανωτέρω αχταρμά ως ειδικός για το ελληνικόν κάλλος. Λεπτομέρειες: στο πολυτελές λεύκωμα της Μιλήτου, το κείμενο της Τρέμη, είναι μόλις 2 σελίδες ενω οι φωτογραφίες του Γιάννη Γιαννέλου είναι 300! Όμως στη σχετική πρόσκληση ενω φιγουράρουν τα ονόματα όλων των ανωτέρω αστέρων λείπει ο φωτογράφος. Βλέπετε αυτός δεν εμφανίζεται στο Mega.


Όμως το ηθικό σκάνδαλο είναι αλλού. Ο τίτλος “Ελλάς Άνωθεν” ανήκει σε άλλο παλαιότερο βιβλίο, με αεροφωτογραφίες του Νίκου Δανιηλίδη, πρώτου διδάξαντος του είδους, βιβλίο το οποίο έχει πουλήσει 50.000 αντίτυπα και εξέδωσε πάλι η Μίλητος. Σε εκείνο το βιβλίο η δημοσιογραφικη έρευνα ήταν του Τάκη Τσιρτσώνη. Επιπλέον η αρχική ιδέα και ο σχεδιασμός ήταν του γραφίστα Δημήτρη Πληβούρη. Απο όλους αυτούς, στην παρούσα έκδοση, που εν πολλοίς επαναλαμβάνει τις ίδιες πόζες, δεν αναφέρεται κανείς αλλά παίζει μόνο ως μπαλαντέρ που τρέμει...η Τρέμη.


Δεν νομίζετε πως όλα αυτά προσβάλουν και τη δημοσιογραφική δεοντολογία και, κυρίως το καλό γούστο; Τα βιβλία ανήκουν σε όσους τα οραματίζονται και δεν αποτελούν ευκαιρία για εορταστικές αρπαχτές, ή δημόσιες σχέσεις. Η κυρία Τρέμη έπρεπε να είναι πιο προσεκτική με την υπογραφή της. Όσο για τους 2 πολιτικούς, αυτοί έχουν το ακαταλόγιστο. Πάνε όπου τους καλέσουν. Σαν τον Σαρτζετάκη! Αρκεί να εξασφαλίσουν την προβολήν αυτών την επιούσιαν.


Όμως οι καιροί δεν είναι κατάλληλοι για δημόσιες εμφανίσεις. Βλέπετε το γιαούρτωμα ή το λυντσάρισμα παραμονεύουν. Το λεύκωμα πάλι καθεαυτό είναι η αποθέωση της εικόνας σε βάρος του λόγου, δηλαδή ενας αντικατοπτρισμός της εποχής που ζούμε. Η Ελλάδα ως εστέτ τηλεοπτικό προϊόν με τεχνητή τη λάμψη και χωρίς πληγές. Ένα δηλαδή ακόμα πολιτικό-δημοσιογραφικό ψεύδος. Διερωτώμαι πάντως. Η ΕΣΗΕΑ ή ο ΟΣΔΕΛ των πνευματικών δικαιωμάτων τι άποψη έχουν; Θα μου πείτε σιγά μην στάξει η ουρά του... νομικού Βενιζέλου.

Μάνος Στεφανίδης

ΥΓ. Ο πανέξυπνος επιχειρηματίας Νίκος Χαιδεμένος είναι φίλος μου. Φιλτέρα όμως είναι η αλήθεια. Ας προσέχουμε όλοι...

ΥΓ2: Δηλαδή μπορεί να βγεί “Ελληνομουσείον” με άλλον συγγραφέα και μάλιστα με κείμενα μιάμισης σελίδας; Αυτό θα ήταν Άνωθεν ποταμών!

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Ο χρόνος. Οι άνθρωποι. Οι ιστορίες τους. Μια σπουδή στην έννοια της θεατρικότητας εκτός σκηνής.

Νικήτας Χιωτίνης

(Αρχιτέκτων-Καθηγητής ΤΕΙ-Α)

Μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2011, στο Μουσείο Μπενάκη στο Κολωνάκι, ο Μάνος Στεφανίδης θα παρουσιάζει μια πρωτότυπη έκθεση έργων Τέχνης : τοποθετεί έργα σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών, σε έναν ιδιότυπο διάλογο με τα έργα της μόνιμης συλλογής του μουσείου. Ταυτόχρονα, η έκθεση συνοδεύεται από έναν οδηγό που περιέχει κείμενα γραμμένα από τον ίδιο και μας εισάγουν στην όλη ιδέα του εγχειρήματός του. Ο κατάλογος προλογίζεται από τον Γιώργο Αριστηνό. Θα προσπαθήσουμε εδώ να πούμε γιατί αυτή η έκθεση είναι ιδιαίτερα σημαντική και αποτελεί ιστορική παρέμβαση ιδιαίτερης σημασίας, καθόσον δίνει μιαν άλλη οπτική θεώρησης της τέχνης, δηλαδή αυτού που θεωρείται σήμερα ως τέχνη, κατά πολλούς αιρετική ως προς το κληροδοτημένο νόημα και την αρχέγονη αποστολή της.

Η Τέχνη , από καταβολής της, υπήρξε ενταγμένη στην προσπάθεια επέκτασης της εμβέλειας του ανθρώπου σε αυτό που κάθε φορά θεωρούσε ως κοσμική και ιστορική πραγματικότητα, προσφέροντας σε αυτόν υπαρξιακή ταυτότητα και υπαρξιακή ελευθερία. Στα κείμενά του ο Μάνος Στεφανίδης το λέει έτσι: «Η τέχνη είναι εκείνη η δύναμη που μας εξασφαλίζει την αθανασία που μας αρνήθηκαν οι θεοί..» Αυτό τουλάχιστον μέχρι τις απαρχές της νεωτερικότητας, εν πολλοίς μέχρι και τον 19ο αιώνα. Δηλαδή μέχρι τις εποχές που τα έργα της Τέχνης ικανοποιούσαν τους συλλογικούς στόχους των κοινωνιών τους, απόρροια των εκάστοτε φιλοσοφικών θεμελιώσεών τους. Γι’ αυτό άλλωστε και τα έργα αυτά ήταν κατά κάποιον τρόπο τα best sellers των εποχών τους. Από ΄κεί και πέρα όμως, οι κοινωνίες έχασαν αυτούς τους συλλογικούς τους στόχους και εσύρθησαν σε μια άνευ ιστορικού προηγουμένου σύγχυση ιδεών, αν όχι έλλειψη ιδεών και νοήματος ζωής. Ο Καστοριάδης μιλούσε για την δεύτερη και οριστική απογοήτευση του κόσμου (μετά από την πρώτη απογοήτευσή του, που προήλθε από την οπισθοχώρηση των θρησκειών, που ανεπιτυχώς προσπάθησαν να καλύψουν τα διάφορα πολιτικά ιδεολογήματα). Μέσα σε αυτό το κλίμα η «τέχνη» του 20ου αιώνα, προσπαθώντας να κάνει το αυτονόητο, να στηριχτεί δηλ. σε θεωρήσεις του Κόσμου και της Ζωής , περιέπεσε σε ένα κυκεώνα ιδεών παλαιών και νέων, με αποτέλεσμα να τεθεί στο περιθώριο των κοινωνικών αναζητήσεων ταυτότητας, νοήματος και ελευθερίας. Το κάθε κίνημα πρότεινε μια δική του θεώρηση του Κόσμου και της Ζωής, ενίοτε στηριγμένο στις «επίσημες» απόψεις περί αυτών , έτσι δηλαδή όπως εκφραζόντουσαν από τις κατακτήσεις των επιστημών της Φυσικής και των Μαθηματικών, με την ίδια όμως τύχη που είχαν και αυτές: γεννήθηκαν και εξελίχθησαν ερήμην των λαών, που, φαινομενικώς τουλάχιστον, είχαν περιπέσει και αυτοί σε πλήρη σύγχυση ιδεών και επιδιώξεων.

Ο Μάνος Στεφανίδης επιχειρεί μια ιστορικής εμβέλειας παρέμβαση στον τρόπο θεώρησης των έργων των σύγχρονων καλλιτεχνών, που μέσα στη σύγχυση ίσως και να μην πολυκαταλαβαίνουν τι κάνουν - έχουν μάλιστα γι’ αυτό ως άλλοθι τον Bergson, που μίλαγε για την αξία του απρόβλεπτου και ακαθόριστου της καλλιτεχνικής στιγμής. Δίνει σε όλα τα έργα, ακόμα και σε αυτά που ενδεχομένως αποστρεφόμαστε - κατόπιν της πλύσης εγκεφάλου που έχουμε υποστεί από τους επίσημους διανοητές και αναλυτές της «τέχνης» - ιστορική εμβέλεια. Επιμένει ο Στεφανίδης πως «..κάθε έργο τέχνης είναι δυνάμει μουσειακό. Δηλαδή δικαιούται μιας, έστω, μουσειακής ευκαιρίας …ένα μουσείο, πέραν του ιδεολογικοποιημένου του status ή του θεσμικού του βάρους, είναι κυρίως προσωποποιημένη η Ιστορία, οπτικοποιημένος ο ρυθμός της κατά το κύλισμα των εποχών».

Δεν είμαι σίγουρος για τη δι’ αυτού του τρόπου δικαιολόγηση της αιρετικής σημερινής τέχνης ή δήθεν τέχνης. Είναι βέβαιο πάντως πως κάτι το διαχρονικό βρίσκεται πίσω από κάθε πράξη μας. Είναι βέβαιο πως το συλλογικό ασυνείδητο των λαών, για το οποίο μίλαγε ο Jung, είναι αυτό που σταθερώς και ανεπαισθήτως κινεί την Ιστορία, πέραν κάθε εφήμερης έκφανσής της. Η τοποθέτηση καλλιτεχνικών πράξεων και δημιουργημάτων, όπως και αν θεωρεί κανείς τους όρους αυτούς, σε χρονικώς αποδομημένο διάλογο, επαναφέρει σε συζήτηση το φανταστικό μουσείο του Malraux και αναζητεί το ουσιώδες πίσω από το εφήμερο και την Τέχνη ως μέσο της Σκέψης στο μεγάλο παιχνίδι της ζωής. Πάντως ο Στεφανίδης μας βεβαιώνει και συμφωνούμε απόλυτα μαζί του: «Είναι οριστικό: Αυτό που λέγαμε αφελώς πραγματικότητα δεν υπάρχει. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ. Άρα είμαστε ελεύθεροι να φτιάξουμε τη δική μας πραγματικότητα με ελευθέρια υλικά ή με φερτές ύλες των αποξηραμένων ποταμών. Ένας ακόμη ορισμός ευτυχίας: Η ανάμνηση του νερού όντας ακόμα στον αμνιακό σάκο…».

Δεν έχει σημασία αν ο Στεφανίδης πέτυχε τους στόχους του, ούτε και το κατά πόσον τους πέτυχε: σημασία έχει πως έθεσε το θέμα, η εμβέλεια του οποίου είναι μεγάλης σημασίας. Προσβλέπουμε στη συνέχιση αυτής της προσπάθειας.

Παρεξηγήσεις!

Αυτό τον καιρό το Μουσείο Μπενάκη πολιορκείται από διαμαρτυρίες και e-mails μερίδας κοινού που

ζητά την απομάκρυνση ορισμένων έργων της έκθεσης «Ο χρόνος. Οι άνθρωποι. Οι ιστορίες τους» τα οποία και θεωρεί «βλάσφημα» ή «αηδή». Εξ αιτίας της ιδιόρρυθμης αυτής απαίτησης λογοκρισίας

σ’ ένα πνευματικό προϊόν όπως είναι η εν λόγω εικαστική παρέμβαση, το Μουσείο διανέμει το εξής κείμενο του επιμελητή της έκθεσης Μάνου Στεφανίδη ώστε να αποσαφηνιστούν, ει δυνατόν, τυχόν απορίες ή παρεξηγήσεις:

ο χρόνος. οι άνθρωποι. οι ιστορίες τους

Μια σπουδή στην έννοια της θεατρικότητας εκτός σκηνής

Στη βασιλόπιτα της τέχνης υπάρχει ένα φλουρί για όλους. Αρκεί να ψάξει ο καθένας ανάλογα με την παιδεία ή τις αντιλήψεις του. Μακριά όμως από

δογματισμούς ή απειλές βίας. Λεκτικές ή άλλες…


Στη σύγχρονη τέχνη περισσότερο από τα έργα κοιτάμε τον εαυτό μας που κοιτάει. Παρακολουθούμε τις αντιδράσεις μας εμπρός στο ανοίκειο ή το άγνωστο. Ελέγχουμε το πώς διαβάζουμε την πραγματικότητα μέσα από τα κλισέ. Έτσι, οι μηντιακές εικόνες συχνά μας καθοδηγούν ως προς την «κατανόηση» ενός έργου τέχνης, εφόσον η τηλεόραση, με ευθύνη όλων μας, έχει καταστεί το ουσιαστικό «σχολείο» αισθητικής αγωγής και κοινωνικών συμπεριφορών. Η τηλεόραση παράγει πρότυπα και θα ήταν αφέλεια ή υποκρισία να τα παρακάμψουμε.


Η σύγχρονη τέχνη θέλει –πρέπει– να πάρει θέση και να μας ωθήσει να δούμε την εικόνα του κόσμου κριτικά, να ανακαλύψουμε τις κρυμμένες ερμηνείες του αμφισβητώντας τις παγιωμένες μας ασφάλειες. Να μη φοβόμαστε τον σαρκασμό για τη γελοιότητα που μας περιβάλλει αλλά τη γελοιότητα την ίδια.

Τα μουσεία είναι χώροι ελευθερίας και ασκούν ανεπαισθήτως και τρυφερά ένα παιδαγωγικό και συγκινησιακό καθήκον. Αποστολή τους είναι να υπερασπισθούν την αισθητική και την ιστορία του παρελθόντος διεκδικώντας επίσης την αισθητική και την ιστορία του σήμερα. Που έχει κι αυτό τα δικαιώματά του. Ο Χριστός λέει πως αν σε σκανδαλίσει ο οφθαλμός σου έκβαλε αυτόν. Πράγμα που σημαίνει πως το σκάνδαλο είναι πρωτίστως μέσα στο μυαλό μας κι όχι έξω.

Η έκθεση στέκεται με σεβασμό απέναντι στα μόνιμα εκθέματα και στην ιστορία του μουσείου. Παράλληλα επιχειρεί ένα παιχνίδι πολλαπλών αναγνώσεων και συχνά προκλητικών αντιπαραθέσεων. Ως εκεί όμως. Η τοποθέτηση, λ.χ., μιας ζωγραφιάς που αναπαράγει πάνω στο μάρμαρο –υλικό που συμβολίζει το αιώνιο– μια μηντιακή «διασημότητα», εξ ορισμού εφήμερη, εμπρός σ’ έναν βοιωτικό τάφο του 3ου αι. π.Χ. απλώς υπογραμμίζει τη φθορά και το ευμετάβλητο των πραγμάτων.


Το ζήτημα βέβαια είναι τι πράγματι μπορεί να θεωρηθεί τέχνη και τι όχι. Όμως εδώ τίθεται ένα θέμα προσωπικής ελευθερίας. Ένα θέμα διαλόγου και αμφισβήτησης κάθε δογματισμού. Στο κάτω κάτω πρόκειται απλώς για μιαν έκθεση και για έργα τέχνης. Δικαιούμαστε να μη μας αρέσουν. Δικαιούμαστε να εκφράσουμε τις αντιρρήσεις μας. Δε δικαιούμαστε όμως να τα φιμώσουμε.

Μάνος Στεφανίδης

επιμελητής της έκθεσης

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

*Εκπτώσεις παντού… Κάποιοι δεν αντέχουν το βάρος ούτε του ίδιου του ονόματός τους. Αγκυλωμένοι στην αισθητική προσταγή του φαίνεσθαι και στη μηντιακή εξίσωση του εμφανίζεσθαι άρα υπάρχειν, ονόματα-μύθοι επείγονται ν’ απομυθοποιηθούν πριν καν η Ιστορία τελεσιδικήσει για αυτά. Τι κάκιστο μάθημα αυτό το όλα-επιτρέπονται-επειδή-τίποτε-δεν-μπορεί-να-προκαλέσει-πραγματική-ντροπή για τους νεότερους. Λ.χ. η Κική Δημουλά και οι επαναληπτικά ατυχείς δηλώσεις της: πρώτα το ακόντιο του Καραμανλή, έπειτα οι φιλοφρονήσεις προς Γιωργάκη, τέλος ο ψιψινάκειος ενθουσιασμός. Είναι προφανές ότι η μεγάλη ποιήτρια κάνει κακές παρέες με άλλους ποιητές-ψιττακούς που ζηλεύουν το μέγεθός της και απεργάζονται δημόσιες σχέσεις προς πάσαν κατεύθυνσιν. Δεν είναι όμως ώρα πια να επιστρέψει στη σιωπή; Να εγκαταλείψει προβολείς και δηλώσεις; Την ασκητική της καθημερινότητας που δίδαξε με τόση ευαισθησία, δεν οφείλει να ακολουθήσει πρώτα η ίδια;

*Απ’ την άλλη ο άλλος μέγας, ο Μίκης. Ένας συνθέτης-σύμβολο των πιο ανυπόταχτων χαρακτηριστικών του έθνους (με ό, τι αυτό μπορεί, ακόμη, να σημαίνει). Πλήρης ημερών και όμως ακόμη δεν χόρτασε τη γοητεία της δημοσιότητας. Ο Μίκης είναι δίκαια κοσμοαγάπητος και, παραμένει, κεφάλαιο για τον τόπο. Γι’ αυτό οφείλει να μιλά και να εκτίθεται λιγότερο. Ειδικά τώρα. Τώρα που το οποίο μήνυμα συνθλίβεται και παραμορφώνεται από το κανιβαλισμό του Μέσου το οποίο το διακινεί. Καμία «σπίθα» δεν αντέχει τον κρυονικό εναγκαλισμό της δημοσιογραφικής αλητείας και της τηλεοπτικής εκπόρνευσης. Πράγματα που θα πει ότι δεν γίνεται ο Μίκης από τη μια να νομιμοποιεί στην υγείαν των φορολογούμενων κορόιδων μια αρπαχτή επαγγελματιών της showbiz στην ΕΡΤ και απ’ την άλλη ν’ απευθύνεται στο έθνος σαν πατερούλης της ανυπακοής και σαν Κάστρο της αντίστασης. Ο χρόνος πια παίζει περίεργα παιχνίδια σ’ όλους εφόσον «οι καιροί ου μενετοί».

*Τέλος ο φίλος μου ο Νίκος Κωνσταντόπουλος. Άραγε κατάλαβε πόσο με λύπησε όταν πήγε κι έγινε υπάλληλος εκείνων που χρόνια κατήγγελλε; (Για να κανιβαλίσουν μετά τ’ όνομά του με τις ξεδιάντροπες μεθόδους της Μαφίας).

Ας συλλογιστούμε τελικά όλοι πως το όνομά μας –μικρό ή μεγάλο- είναι ό, τι πιο ιερό έχουμε. Κι η απειλή της έκπτωσής του αφορά ακριβοδίκαια στον καθένα μας.