Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Η επικράτεια του φραπέ

Η παρουσία του φραπέ ακόμα και στα περίπολα της αστυνομίας μας πείθει ότι είναι κάτι περισσότερο από ένα από αφέψημα, μια συνήθεια κοινωνική, μια «πόζα», όπως θάλεγε ο Richard Ellman, ή ένα habitus κατά Bourdieu (προδιάθεση). Ούτε πάλι πρόκειται για απλή εξάρτηση (όπως φερ’ ειπείν η μανία των νέων με τα κοκα-κολούχα). Κατά τη γνώμη μου ο φραπές είναι το σύμβολο μιας άρνησης. Ο φορέας του δηλώνει ότι απέχει, ότι διακόπτει, έστω κιαν τίποτε εργάζεται ή οφείλει να εργάζεται. Είναι στάση, κυριολεκτικά, ζωής. Πίνω φραπέ και μάλιστα κουβαλάω το πλαστικό ποτηράκι παντού, στο δρόμο, το λεωφορείο, στο αμφιθέατρο, στη διαδήλωση (!) σημαίνει «είμαι και δεν είμαι εδώ», «θα ήθελα να ήμουν αλλού», «ανήκω αλλού», «εκπροσωπώ την Ελάσσονα προσπάθεια, την συνεχή σχόλη, τις αδιάκοπες διακοπές». Εν τέλει ο φραπές αναδεικνύεται σε αλληγορία της χαράς της ζωής και σε ό, τι απελευθερώνει τον χρήστη από οποιαδήποτε υποχρέωση ή καταναγκασμό. Είναι η σημαία της ιδιότυπης, ιδιόχρηστης ελευθερίας μικροαστικού τύπου που φοριέται και σαν εσάρπα ή κασκόλ. Οι φραπεδούχοι αναδεικνύονται στους ασυμβίβαστους αδειούχους της όποιας καθημερινότητας, τα παιδιά εκείνης της ζωής που είναι βιώσιμη μόνον όταν παραμένει αδρανής. Σαν στεκούμενο νερό. Και τώρα που ακραγγίζουμε χαρακτηριστικά που αφορούν σ’ ολόκληρη την κοινωνία μας. Αυτή που έχει εθισθεί δραματικά να μην παράγει τίποτε αλλά να επιθυμεί τα πάντα. Η επικράτεια του φραπέ δονείται μοιραία από την ακράτεια της κατανάλωσης και τα χειρότερα δεν έχουν αφιχθεί ακόμη….

Το ζεϊμπέκικο των Βαρεμένων

Έξι μήνες μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ και στην ΕΡΤ ακόμα κάνουν εκπομπές κεκράκτες του πολιτικού κιτς και του τηλεοπτικού πριμιτιβισμού όπως η κ. Παναγιωταρέα ή ο κ. Κωττάκης. Και βέβαια κάθε Σάββατο πίνουν «εις υγείαν» των κορόιδων, δηλαδή όλων ημών, η παρέα του κ. Σπύρου, του ευφυέστατου ηθοποιού ο οποίος εζήλωσε τη δόξα του αείμνηστου Γιώργου Οικονομίδη, έμαθε εσχάτως να τραγουδάει και να χορεύει και πλέον καλεί κάθε πονεμένο πρώην συνάδελφό του ή τους σεσημασμένους τηλε-δημοσιογράφους για να μας «ψυχαγωγήσουν». Σπολλάτη τους (εις πολλά τα έτη!) Τα οποία ως φαίνεται θα είναι πολλά και ανέφελα. Κανονικά τον Σπύρο θα έπρεπε να τον στείλουμε στην Γιουροβίζιον μα τόσα προσόντα και μάλιστα δωρεάν για ν’ αποπληρώσει ολίγα απ’ όσα οφείλει στο κοινωνικό σύνολο. Επειδή όμως όλους αυτούς τους τηλεμάγκες τους πληρώνω εγώ και μάλιστα ακριβά όπως και τους άλλους της soft ή hard προπαγάνδας και της, μαύρης, διαφήμισης δικαιούμαι, ελπίζω, να διαμαρτύρομαι. Αρκετά με την τηλε-γλίτσα. Δεν συμφωνείτε;

Πώς να το κάνουμε συνιστά αισθητικό, τουλάχιστον, ζήτημα ενώ ο τόπος βρίσκεται σε κρίση και ευρέα στρώματα του πληθυσμού σε ανασφάλεια ή και πενία, οι ερίφηδες της ΕΡΤ και οι φίλοι τους να τρώνε και να χορεύουν ανεπηρέαστοι όλο μεράκι και ευτυχία εμπρός στο εμβρόντητο πανελλήνιο. Τις προάλλες καμάρωνα τον τηλεδημοσιογράφο κ. Βαρεμένο να φέρνει τις στροφές του. Ώπα!

Κάτι όμως μοιάζει να μην πηγαίνει καλά. Το αστείο κακοφόρμισε κι η γελοιότητα χτύπησε κόκκινο. Τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα οι ίδιες μεγαλοκοπέλες όπως π.χ. η κ. Μπήλιω του «πολιτισμού» και των λοιπών θεαμάτων ή τα κουρασμένα παλληκάρια των νυκτόβιων εκπομπών αναμασώντας το ανάλογα ίδιο όσο και φθαρμένο προϊόν τους εδώ και χρόνια έχουν οδηγήσει την κρατική τηλοψία στην πλήρη απαξίωση και το κοινό τους σε βαθιά χασμουρητά.

Κι αν η αλλαγή κι η εξέλιξη είναι νόμος της φύσης, για την Άγια Παρασκευή νόμος είναι το αναντικατάστατον της Αγίας Παναγιωταρέα. Την αποκαλώ «αγία» διότι κάνει θαύματα. Επιβιώνει, φορώντας μάλιστα σακάκια αυστριακού ναύαρχου, με οποιοδήποτε καθεστώς και έχει, όπως δηλώνει η ίδια, σταθερά κολλητό τον εκάστοτε υπουργό υπηρεσίας. Η καλτ πάλι Μπήλιω προσφέρει άλλοθι στο ίδρυμα· πως τάχα διαθέτει εκπομπές για τον πολιτισμό. Η διαφήμιση, τέλος, του ΣΚΑΪ για την μεταγραφή Λυριτζή-Οικονόμου απέδειξε ότι στα ΜΜΕ το σταριλίκι είναι δοτό, αποτελεί σολιψισμό του συστήματος και πάσχει από υπερμετρωπία. Βλέπει δηλαδή το τίποτε σαν κάτι. Προσωπικά διέγραψα τους ανωτέρω κυρίους όταν ένα πρωί καθώς διάβασαν εφημερίδες, έπεσαν πάνω στην είδηση του θανάτου του Ζήσιμου Λορεντζάτου το 2004. «Ποιος είναι αυτός;» αναρωτήθηκαν και έπειτα πήγαν χαζοχαρούμενα παρακάτω. Μήπως ήρθε η ώρα και για μας ν’ αναρωτηθούμε: Ποιοι είστε όλοι εσείς, διάβολε;

Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Πονάω αλλά μ’ αρέσει

Ζούμε σε καταπληκτική εποχή! Γράφουμε εκόντες-άκοντες και με το φραπέ στο χέρι Ιστορία. Οι φάπες που τρώμε έχουν υπαρξιακή-οντολογική διάσταση αφού αφορούν σ’ όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Κι αφού αποδεικνύουν πόσο σαθρά είναι τα θεμέλια που έτσι μονοσήμαντα προσανατολισμένα προς το νεοφιλελευθερισμό και το μεταφυσικό ρόλο της Αγοράς. Δεν είμαστε το πειραματόζωο αλλά ο βάκιλος-καταλύτης που θα προκαλέσει το νέο φάρμακο, την καινούρια μέθοδος ίασης, την επανάσταση των καταπιεσμένων της Ευρωζώνης. Δεν αστειεύομαι ούτε είμαι μεθυσμένος. Η κατάσταση είναι (τραγικά) αστεία και με το αλκοόλ σε φορομπηχτικά ύψη ούτε να πιεί για να ξεχάσει δεν μπορεί πια κανείς.

Το φαντάζεσθε; Το αφόρητα λιποβαρές των ιθαγενών αρχόντων αποδεικνύει ipso facto τη μετριότητα των και το θνησιγενές ή ερασιτεχνικό των θεσμών στη κραταιά Ευρώπη και τις υπερήφανες Βρυξέλλες. Οι Γερμανοί προτεστάντες θυμήθηκαν το Max Weber νοστάλγησαν τον Marx και δαιμονοποίησαν αμέσως τους χλιδάτους νεοέλληνες που αγοράζουν αβέρτα μερσεντέ ή «μπέμπες» (υποκοριστικά για BMW) και έπειτα δεν έχουν να τις πληρώσουν. Βέβαια και ο Marx και ο Weber μας πληροφορούν ότι ανέκαθεν ο πτωχός Νότος νομιμοποιούσε και στήριζε τον πλούσιο Βορρά αλλά… τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Οι Έλληνες οφείλουμε ν’ αυτομαστιγωθούμε, να στερηθούμε, να πονέσουμε για να καταστούμε αληθινοί Ευρωπαίοι. Εφόσον σ’ όλη την Ιστορία της Δύσης, ο πόνος, η τιμωρία και οι ενοχές είναι βασικό πολιτισμικό αγαθό. Αν οι Αρχαίοι ημών προγόνων ετυμολογούσαν τη λέξη «πολιτικός» από το «πόλις» οι σύγχρονοι κληρονόμοι τους παρανοώντας τα πάντα παρετυμολογούν την πολιτική από τον πόνο. Όπερ έδει δείξαι…

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Που είναι ο παπά Τσάκαλος;

Tο θέαμα είναι το αντίθετο του διαλόγου.

Γκυ Ντεμπόρ

Ποιος εξαφάνισε τον παπά Τσάκαλο; Που πήγε ο κόκκινος παπάς; Ομοίως που εξαφανίστηκε ο πατήρ Δρακουμέλ Καρπαθίων, ο πολέμιος κάθε επιθυμίας και ο Σαβοναρόλα του κιτς και δεν τον βλέπουμε πια; Επίσης που είναι η Εύη Θώδη, η πρόεδρος του Ερωτοδικείου ή εκείνος ο Εισαγγελέας με την τρανσέξουαλ Τζένη; Μα εκεί που πάνε όλα τα τηλεοπτικά προϊόντα αφού πρώτα κλείσουν τον διασκεδαστικό κύκλο τους και καταθέσουν την όποια «υπεραξία» τους στα μηντιακά αφεντικά. Τα πιο έξυπνα προϊόντα αυτού του πολτού μεταλλάσσονται σαν τις αμοιβάδες για να αντέξουν περισσότερο. Τα πιο αφελή βυθίζονται εύκολα στον βόρβορο (π.χ. η Τζούλια). Έτσι ο Λάκης από Μήτσος έγινε γυφτοκήρυκας ή ο Αλέξης από βίαιο λαϊκό αγόρι μεταμορφώθηκε σε απατημένο σύζυγο με γρατζουνισμένο μάγουλο. Κι αυτές όμως οι μεταμορφώσεις είναι βραχείας διάρκειας εφόσον οι όροι του παιχνιδιού έχουν γίνει πια αμείλικτοι. Ακόμα κι η περσόνα της δεσποινίδος Αλεξανδράτου απειλείται με εξαφάνιση παρά τα ξεβρακώματα (για να μην πω τίποτε ασεμνότερο). Δεν βαριέστε, ο Μαλέλης ή η τζάμπα μάγκισσα Ανίτα θα βρουν νέα ψώνια από τον ανεξάντλητο θίασο καρικατούρας που έχει γίνει ο τόπος. Επειδή αυτή είναι η αληθινή κρίση και όχι η πρόσφατα ανακαλυφθείσα οικονομική. Κι ας φωνάζουμε για τη κρίση που σοβεί στην κοινωνία εδώ και δυο δεκαετίες εις ώτα μη ακουόντων: Για τη χυδαιότητα, τον αμοραλισμό, την ανθρώπινη μετάλλαξη, την έκπτωση οποιουδήποτε αξιακού συστήματος, την επίδειξη των μέτριων, την αμορφωσιά των πολλών, το ξεπούλημα της Ιστορίας, της Παράδοσης της συλλογικής Μνήμης, το ξεχαρβάλωμα του οποιουδήποτε παραγωγικού ιστού, τον παρασιτισμό, το μαύρο χρήμα που μεταμόρφωσε τους αξιοθρήνητους τίποτε σε αξιοθρήνητα κάτι. Για το κατινισμό τον των πολιτικών, των μεγαλοδημοσιογράφων και των πνευματικών παραγόντων, την αλλοτρίωση της νεολαίας, την παράδοση ενός ολόκληρου λαού στο κομματικό ψέμα και στο ισόποσο του, την τηλεοπτική φενάκη. Μόνο τυφλοί, ηλίθιοι, οι πράκτορες αλλοτρίων συμφερόντων που θα έλεγε κι ο Πάρις Πρέκας, διαπιστώνουν, τάχα μου αιφνιδιασμένοι, ότι η κρίση ενέσκηψε χτες. Η κρίση σοβεί από τότε που το λαϊκό έγινε λαϊκιστικό και η ιδεολογία επαγγελματισμός. Με τόσους μάλιστα νεογενίτσαρους η χώρα δεν χρειάζεται τη διεθνή νομισματοπιστωτική κρίση ή την «άκαρδη» κα. Μέρκελ για να βουλιάξει. Τα καταφέραμε μια χαρά κι από μόνοι μας. Γεμίσαμε, δανειζόμενοι, τον τόπο αυθαίρετα και Καγιέν, πισίνες στα νησιά της λειψυδρίας και σεκιουριτάδες για να μας προστατεύουν από την πλέμπα. Παραλίγο ο Μέγας Καρατζαφέρης να φέρει τον πολυτάλαντο Ψινάκη στο κοινοβούλιο για να ολοκληρωθεί η παράσταση του θεάτρου σκιών στην οποία όλοι πρωταγωνιστούμε. Οι γραφικοί στιλ Κουναλάκη ή Ανδρουλάκη πλέον δεν επαρκούν και οι επαγγελματίες τύπου Στάη ή Ευαγγελάτου εκτός εκράν είναι ανύπαρκτοι. Ο «εκδότης» Χατζηνικολάου καπνίζοντας πούρο ακούει τον καινούργιο Πάριο-προσφορά του εντύπου του και έπειτα συνομιλεί με τον οιονεί πρωθυπουργό Βγενόπουλο. Ο παπά Τσάκαλος για την ώρα σιωπά…

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Τι μπορεί κανείς να μάθει από τις νεκρολογίες (Κλωντ Λεβι-Στρως, Κόντογλου, Τζεφ Κουνς)


Ιδέ χορεύει γύρω σου του κόσμου η αυταπάτη,

Σμίγουνε χείλη και σπονδές υψώνονται, γελούν

Κ. Γ. Καρυωτάκης

Ο Κλωντ Λεβι-Στρως, μεγάλος ανθρωπολόγος αλλά και στυλίστας της γραφής, που πέθανε πρόσφατα εκατοντούτης, έγκαιρα, δηλαδή από την δεκαετία του 50, μίλησε για τον κίνδυνο της εξαφάνισης του διαφορετικού και για την φρίκη της κυριαρχίας μιας «μονοκουλτούρας»: «Είναι αδύνατον, για έναν εθνολόγο, ν’ αγνοήσει την τερατώδη καταστροφή που έχουμε προκαλέσει οι Δυτικοί, εδώ και αιώνες, σε πολιτισμούς διαφορετικούς από το δικό μας… κι όλα αυτά στ’ όνομα ενός ουμανισμού που τοποθέτησε τον άνθρωπο στη θέση του βασιλιά και αφέντη του κόσμου…» (συνέντευξη, 2005, αναφορά σε Καθημερινή, 8.11.09). Η τεράστια ύβρις της νεωτερικότητας θα συμπληρώναμε έγκειται στο ότι βρήκε μεν το σθένος να εκτελέσει τους θεούς αλλά επίσης υπέκυψε στην αλαζονεία να τοποθετήσει στην αδιανόητη θέση τους το ανίσχυρο γκόλεμ της εβραιοχριστιανικής παράδοσης, το «λογικό πρόβατο» που εύκολα μεταμορφώνεται σε παράλογο λύκο, τον άνθρωπο.

Και να σκεφθεί κανείς πως ήδη το 1932 τοιχογραφώντας το σπίτι του στο Γαλάτσι ο Κόντογλου ζωγράφιζε σε μια μετόπη τους Ολλαντέζους αποικιοκράτες της Ινδονησίας και τους σοφούς άγριους, τα θύματά τους. Κι ακριβώς από κάτω τον Αϊβαλιώτη καπετάνιο ανάμεσα στον άγριο της Ιάβας και στον ιθαγενή της Βραζιλίας (sic). Μοναδικό δηλαδή σχόλιο για πολιτισμούς αυτάρκεις όσο και αρχέγονους που όμως συνετρίβησαν από την δυτική προέλαση. Έναν Τρίτο Κόσμο που υποχρεωτικά έπρεπε να γίνει τάχιστα κάτι άλλο απ’ αυτό που έως πρόσφατα ήταν. Ό, τι δηλαδή ονομάζουμε πολιτιστικό ιμπεριαλισμό. Κι όλα αυτά τα προφητικά σχόλια από έναν «παρωχημένο θρησκόληπτο» (ο οποίος πάντως είχε προσωπική σχέση με τον Καρυωτάκη και έγραφε για αυτόν αναφερόμενος στις μεταθανάτιες κριτικές του πως «δεν είναι κανένας νόμος που ν’ απαγορεύει να μπαίνουνε τα σκυλιά μέσα στα νεκροταφεία!» Νεοελληνικά Γράμματα, 25/04/1938).

Είναι λοιπόν εκπληκτική και συγχρόνως διαφωτιστική η σύμπτωση της ενασχόλησης και του Lévi-Strauss με τους ιθαγενείς του Αμαζονίου. Από το 1900 ως το 1950 πάνω από 90 φυλές και 15 γλώσσες είχαν εξαφανιστεί μόνο από τη Βραζιλία, σημειώνει στο «La pensée sauvage». Ο ημέτερος Αϊβαλιώτης βρακοφόρος πρόλαβε να εξαφανιστεί από το 1922 κατά τη Καταστροφή. Η ταυτότητα αντιλήψεων ανάμεσα σε Lévi-Strauss και Κόντογλου είναι ενδεικτική, δεν αφορά όμως στην εγχώρια avant-garde που επαρχιώτικη και συμπλεγματική περί άλλα τυρβάζει. Φερ’ ειπείν στο «σκάνδαλο» που σήκωσε στις ΗΠΑ ο Δάκης Ιωάννου τοποθετώντας τον Jeff Koons ως επιμελητή της έκθεσης που γίνεται στο New Museum της Νέας Υόρκης με έργα της συλλογής του (Μάρτιος-Ιούνιος 2010). Αφόδευσε η φοράς στο αλώνι του τίποτε κλπ. Εδώ και χρόνια φιλοδοξία του Δάκη είναι να επιβάλει τον Koons σαν superstar μιας παγκόσμιας μικρονοϊκής «μονοκουλτούρας». Και να καταστήσει την εγχώρια τέχνη μας φοβισμένο παράρτημα της νεοϋορκέζικης φασαρίας. Κανένας προβληματισμός σχετικά με την ιστορία των μορφών, τις κοινωνικές συνθήκες που τις διαμορφώνουν, τον τρόμο μιας παγκοσμιοποίησης που δεν ενοποιεί αλλά εξαφανίζει, κλπ. Καμιά ενόραση για το μέλλον, κανένα όνειρο. Τι κρίμα!

Το σκάνδαλο λοιπόν είναι αλλού αλλά ποιος θα το εντοπίσει. Ποιος δηλαδή θα θίξει τον κυρίαρχο μηχανισμό που καθιστά τον Koons μεγάλο καλλιτέχνη και τον Δάκη διεθνή παράγοντα το εικαστικού star system. Στις 3 Μαρτίου λοιπόν ένα καραβάνι των οπαδών και της αυλής του Ελληνοκύπριου συλλέκτη ξεκίνησε από την Αθήνα για να καταλάβει τη Νέα Υόρκη. Θα πάει, θάρθει, θα φωτογραφηθεί χωρίς βεβαίως τίποτε να έχει καταλάβει. Μικρό το κακό. Άρθρα θα γράφουν, σαν προετοιμασμένοι από καιρό θα εκστασιαστούν οι φιλότεχνοι ενώ πικρή ζήλεια θα κρυφοκαίει στα στήθη κριτικών ή δημοσιογράφων που δεν προσκλήθηκαν (τζάμπα) στο event. Αλλά και καλλιτεχνών που δεν έχουν την εύνοια του πάτρονα (παρ’ ότι πολύ θα ήθελαν). Υπενθυμίζουμε πως η έκθεση έλαβε χώρα από τις 3 Μαρτίου ως τις 6 Ιουνίου και η επιτυχία της είναι ήδη δεδομένη. Κάτι το «σκάνδαλο» -ο Δάκης είναι έφορος του New Museum –κάτι ο σκανδαλώδης curator, κάτι οι αντιζηλίες των υπολοίπων παραγόντων (γκαλερίστες, συλλέκτες, δημοπράτες, party animals, art pets, κλπ), η φασαρία, δηλαδή ο θρίαμβος, είναι εξασφαλισμένη. Η νέα εκστρατεία που θυμίζει τις ανάλογες που διοργανώνει ο Βασίλης Θεοχαράκης όποτε εκθέτει πίνακες στο Παρίσι, τις Βρυξέλλες ή τη Ρώμη με το αεροπλάνο της χαράς που τον ακολουθεί, γεμάτο από ευτυχισμένους τουρίστες τεχνών έτοιμους να κλάψουν εμπρός στα αόρατα ρούχα του βασιλιά.

Η τοιχογραφία του Κόντογλου απ’ την άλλη γερνάει έρημη στην, από καιρό γερασμένη, Εθνική Πινακοθήκη χωρίς κανείς «ειδικός» να εκστασιάζεται εμπρός της. Αφήστε που ρήμαζε 10 χρόνια στα υπόγεια προτού πεισθεί η αυτοκράτειρα Μαρίνα να την επανεκθέσει σημεία των καιρών. Ως κατακλείδα παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Τζούλιαν Μπελ «Ο καθρέφτης του Κόσμου, Μια νέα ιστορία της Τέχνης» που κυκλοφορεί και στα ελληνικά από το «Μεταίχμιο»: «…Η τέχνη (του Τζεφ Κουνς) βασιζόταν στον αριβισμό και την διάθεση οικειοποίησης των προσπαθειών άλλων…» (σελ. 455). Ευτυχώς που ο Δάκης δεν διαβάζει ιστορίες της τέχνης και γενικώς ιστορίες όταν δεν αναφέρονται στην συλλογή του και τον συλλέκτη της. Γλυτώνει από αρκετή μελαγχολία….

Μάνος Στεφανίδης

Από τον Τάκη Λουκά

Ξεπληρώνει μιά παλιά καταδίκη...ακατάληπτος μέσα στο ίδιο του το σπίτι...μιά μόνιμη θλίψη και η νοσταλγία μιας ολόκληρης αιωνιότητας πρίν γενηθούμε...η αίσθηση πως κάτι έχει χαθεί για πάντα, η βεβαιότητα πως δεν θα ξαναβρεθεί ποτέ...κόσμος μικρόψυχος , άνθρωποι που υπήρξαν και δεν υπήρξαν...

...επιστρέφοντας όμως κάθε στιγμή από ένα μεγάλο όνειρο δεn μπορεί να δεί καθαρά...

..’άραγε υπάρχει Θεός;..’’ σαν να σκέφτηκε..αναθάρρησε αλλά ξανά μελαγχόλησε..’...και πως αλλιώς ο Θεός είναι Θεός αν όχι με τη σιωπή...” σκέφτηκε.. και γι’ αυτό είμαι σίγουρος..μικρά θαύματα της λογικής θα ‘λεγε κανείς...χωρίς να ξέρει πόσο εύκολα ραγίζει μιά καρδιά ή πόσο λίγο βρίσκεται κανείς μες τη ζωή του...

..Και έπρεπε τώρα όλοι εμείς να βγάλουμε τον Θεό απ’ τη θλίψη του..

...κι η νύχτα είναι συχνά τόσο όμορφη σα να ‘χεις υπάρξει και άλλοτε

ή να ‘χεις πεθάνει αναρίθμητες φορές

λέξεις τρομερές σαν προδοσίες κι άλλοτε παρήγορες σαν παλιές φιλίες

μες τη μουσική είμαστε όλοι για μιά στιγμή αιώνιοι...

...α, ζωή μιά χειραψία με το άπειρο πρίν χαθείς για πάντα

τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιό ωραία λύση

ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίκτες με τ’ ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη

και τα καπέλα τους επιπλέανε, ναυαγισμένα στη μουσική...

...ζούμε σ’ ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ’ όπου δε θα βγούμε παρά για ν’ αγκαλιάσουμε, σαν μόνη εξήγηση, τη σιωπή...

...το παντελόνι Του το άφησε στα δόντια των σκυλιών. Με το σακάκι Του σκέπασε ένα άγαλμα...τότε χτύπησαν την πόρτα. Εγώ αφελής όπως πάντα, πήγα και άνοιξα. Κι έτσι μιά καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο...

...’’ki όtan δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί..για τη δόξα του ανθρώπινου είδους λοιπόν..’’ γράφει για μάς το 2ο σημείωμα της Νέας Εποχής..

...Ο ρολος μου σ’ αυτήν την τρομερή υπόθεση, που τόσο μεγάλη σύγχυση έμελλε να προκαλέσει, ήταν να σηκώσω το μεγάλο καθρέφτη - μυστήριο, τι μπορεί να χρησιμέψει ένας καθρέφτης σε τέτοιες στιγμές - ύστερα κάποιος θα ‘δινε το σύνθημα και θ’ άρχιζε η εξέγερση, αλλά ποιός θα ‘δινε το σύνθημα; άλλοι έλεγαν ο φύλακας του πάρκου, άλλοι ο αντικρινός φαρμακοποιός κι άλλοι αυτός ο άγνωστος που περνούσε τ’ απογεύματα με το μαύρο καπέλο, αλλά τι σημασία έχει το ποιός, άλλοι κάνουν τις εξεγέρσεις κι ας μήν τους θυμάται η Ιστορία - αλλά και ποιό θα ήταν το σύνθημα; άλλοι επέμεναν στη λέξη ‘χίμαιρα’, άλλοι στη λέξη ‘αθώος’, πολλοί έδειχναν το μεγάλο εκκρεμές της πόλης που είχε από χρόνια σταματήσει, αν έμπαινε άξαφνα μπροστά αυτό θα ήταν το σημάδι, άλλοι πάλι κάθονταν στα καφενεία κι ισχυρίζονταν πως θα τους ειδοποιήσουν εν καιρώ......σε κείνο το ρομαντικό ρόλο που έπαιζα τότε, ανακαλύπτω τώρα ότι υπήρξε ο πιό αληθινός εαυτός μου...

...Περιμένοντας το βράδυ περνούν μες τον καθρέφτη πρόσωπα που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο ή ένα παράθυρο και ξανάρχονται επίμονα σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας - κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε, όταν δε θα χρειάζεται πιά καμία εξήγηση...

...Ήταν ένα μεγαλόσωμο κτίριο στο χρώμα της ώχρας απ’ όπου μόλις είχα βγεί κι όμως δεν έβρισκα την πόρτα να ξαναμπώ - κι ήταν τρομερή ανάγκη να βρίσκομαι μέσα, κάτι γίνονταν κι έπρεπε να πάρω μέρος, μπορεί να παίζονταν η τύχη μου, ίσως κι η ζωή μου, ένας διπλανός μαγαζάτορας με πλησίασε, ‘τί γυρεύετε;’ μου λέει, ‘την πόρτα’ του λέω, παραξενεύτηκε, ‘δεν είμαστε καλά’ μου λέει, κοιτάζω τότε και τι να δώ, κρατούσα ένα ξυράφι στο χέρι, από εκείνα τα παλιά των κουρείων - κάθισα τότε στην άκρη στο πεζοδρόμιο κι άρχισα να σκέφτομαι, τι ακριβώς δε θυμάμαι, τις ωραιότερες σκέψεις μου ποτέ δεν τις θυμάμαι...

...Ήταν ένα μυστήριο άλυτο που μ’ έκανε να τρομάζω με το παραμικρό κι ‘οταν είδα την πόρτα ανοιχτή, ‘ώστε με διώχνουν’ σκέφτηκα με πόνο κι αυτό το ρίγος που διέσχιζε το έρημο κτίριο ήταν από παλιά ξεχασμένα λόγια και γενικά ήταν κάτι τόσο ακατανόητο που γίνονταν ωραίο, ‘μα ούτε με πρόσεξαν κάν’ ψιθύρισα, κι αυτό το γράμμα που ‘γραψα παιδί είναι ακόμα εδώ μες στο μικρό σχίσιμο της πολυθρόνας - από τότε είναι που άρχισε η φιλία μου με τις σκιές, ώσπου γίνεται κάτι άπιαστο κι έτσι το ‘χουμε πάντα μαζί μας...σιγά σιγά έπαψα να φοβάμαι και σε κάθε χειρονομία έβλεπα την κρυμμένη κίνηση της αιώνιας ανταπόδοσης κι άκουγα την απαλή πνοή που οδηγεί το σοφό στη δίκαιη κρίση του και τον τυφλό στο μεγάλο κήπο...

...Κάποτε θα σου διηγηθούν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής σου, αλλά εσύ δε θα τίς γνωρίζεις, κι άλλοτε σε μιά πάροδο ή σ’ ένα καφενείο βλέπεις πρόσωπα για πρώτη φορά κι όμως νιώθεις ότι έζησες πολύν καιρό μαζί τους, σε ποιάν άλλη ζωή τάχα ή στη μοναξιά του φθινοπώρου ή μες στ’ όνειρο για ένα κόσμο ωραιότερο - μην παραξενευόσαστε λοιπόν που έμεινα τόσο νέος, εγώ δεν είχα ιστορία, όπως τα πιό ωραία λόγια που τα βρίσκουμε όταν είναι πιά αργά...

...κι αυτές οι πορφυρές ανταύγειες του δειλινού στο βάθος είναι πυρκαγιές από μιά εξέγερση - δίκαιη ώρα του λυκόφωτος, όταν πλανιόμασρε σε προκυμαίες ή ουρανούς, ώρα που σταματάμε άξαφνα στη σκάλα και κοιτάζουμε το αινιγματικό παρελθόν, ενώ από κάπου ακούγεται μιά μελωδία παιδική ξεχασμένη σαν ένας άγγελος που έχασε το δρόμο του...

...Και θα μπορούσε κάποτε να γραφτεί η συγκλονιστική περιπέτεια μιάς γυναίκας που της έπεσε η βελόνα στο πάτωμα, εκείνη γονατίζει κι αρχίζει να ψάχνει, εκεί συναντάει την παλιά της ζωή. χαμένα όνειρα, σφάλματα, νεκροί, μα η βελόνα πρέπει να βρεθεί, το φόρεμα να παραδοθεί, ο Χριστός να σταυρωθεί κι η γυναίκα ψάχνει ψάχνει ώσπου ξαναβρίσκει τη βελόνα - σηκώνεται τότε, κάθεται στην καρέκλα εξαντλημένη και συνεχίζει να ράβει, ενώ κλαίει σιγανά γιατί κατάλαβε άξαφνα πως γυρισμός δεν υπάρχει...

...Ύστερα μείναμε σιωπηλοί κοιτάζοντας τον καθρέφτη - υπήρχε εκεί και ένα τρίτο πρόσωπο για το οποίο δε θα μιλήσουμε ποτέ. Τώρα αν θυμάμαι κάτι απ’ τη ζωή μου είναι δυό τρία ήρεμα βράδια και λίγη μουσική απ’ το ανεκπλήρωτο - κι αυτά τα γλυκά λόγια που λέμε στον εαυτό μας όταν μας έχουν όλοι απαρνηθεί...

...Προχώρησα με αρκετό φόβο στη μεγάλη αίθουσα, στο βάθος κάθονταν ο ανακριτής, δυό φρουροι και με ξάπλωσαν σ’ ένα τραπέζι, ‘θα τα πείς όλα’ φώναξε κάποιος κι άρχισα να τους διηγούμαι για τη μητέρα μου; το καλοκαίρι τα βράδια τραγουδούσε μπρός στ’ ανοιχτό παράθυρο, ο παππούς τη συνόδευε με την κιθάρα, το φεγγάρι τους φώτιζε σα να ‘ταν αιώνιοι...ύστερα ένα πρωινό η μητέρα γύρισε απ’ τα μαγαζιά κρατώντας ένα μεγάλο δέμα, ‘αυτό είναι για σένα’ μου είπε, το άνοιξα βιαστικά, ‘μητέρα δε με λυπήθηκες, της λέω - τώρα πιά είναι αργά’, η μητέρα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη (ήταν ακόμα νέα) ‘πάντα ήσουν αχάριστος ‘ μου λέει...

...είναι η ώρα που ανάβουν τα φώτα και για μιά στιγμή γίνονται όλα τόσο πιθανά...’το ξέρω ότι ματαιοπονώ’ τους έλεγα και τους έδειχνα τα μενεξεδένια σύννεφα...

...Ίσως όλη η ζωή μου να ‘ταν αλλιώς, αλλά είχα κουράσει πολύ τους αγγέλους όταν ήμουν παιδί...κι αργότερα όταν μ’ έδιωξαν μόλις βγήκα απ’ την πόρτα φάνηκε το πρώτο αστέρι σαν ένα μικρό ρόπτρο του απείρου - το χτύπησα κι από τότε το όνειρο δε λέει να τελειώσει...

Είχε άρχισε να ψιχαλίζει, η πόρτα έκλεισε απότομα και δεν μπόρεσα να ακούσω τίποτ’ άλλο, φυσούσε δυνατά...στο δρόμο εκείνος ο άγνωστος στέκονταν χρόνια ακουμπισμένος στον φανοστάτη ‘’τα ξέρω όλα...’ είπε σιγανά. ‘’τι ξέρει;’ αναρωτήθηκα...γύρω στα μεσάνυχτα ο σταθμάρχης σήκωσε το φανάρι του άξαφνα δίνοντας το σύνθημα για τη μεγάλη απόδραση των παραπλανημένων...Πού θα πηγαίναμε;

...έξω απ’ το κτίριο σωρός πέτρες από μιάν άλλη ιστορία, ζητιάνοι κατά μήκος του δρόμου δοκίμαζαν καινούργιες ιδέες, ‘μην τους ακούς, μην τους ακούς’ έλεγε μιά φωνή σπασμένη απ’ το παρελθόν’, η πλατεία άδεια και στη μέση ένα μοναδικό σιδερένιο τραπεζάκι καφενείου, όπου πάνω του είχαν ακουμπήσει λίγο χαρτί και λίγο μελάνι - τα μόνα που είχαν απομείνει απ’ την καταστροφη - ένας νεκρός σύντροφος γράφει μιά επιστολή σ’ έναν άγνωστο παραλήπτη: ‘Κάποτε μιά μέρα θ’ ανοίξω τα κλειδιά των τρένων για να περάσουν οι παλιές μέρες οι κλειδούχοι θα ‘χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά, κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος απ’ τους τόσους χειμώνες, τόσα τρένα που δεν σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν, οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι, πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γραμματά μου; κι άν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιό μακρινό...κι ο αέρας κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντα έξω’...

...’’δε με τρομάζεις του λέω - σε ξέρω από άλλες, πιό δύσκολες νύχτες’’ έτσι τον ξεσκέπασα και προσπάθησα από μιά χίμαιρα να φτιάξω ένα ολόκληρο πεπρωμένο...

...όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους...

...Έπειτα είναι κι ο παππούς ‘Θα χιονίζει στη Σιβηρία’ μου λέει. ‘και τι σε νοιάζει;’ του απαντώ. ‘Λάθος μου λέει, γιατί εγώ είμαι διεθνιστής και κρυώνω...ο νέος που υπήρξα πεθαίνει ακόμα μες στους καθρέφτες...’

...λοιπόν παππού, ποιός είμαι; ποιός είσαι; καιρός να γνωριστούμε καλύτερα - ένα καμπαναριό φεύγει μες στα σύννεφα

ω, ας μήν τελειώσει αυτή η νύχτα που διαβαίνω - που διαβαίνω ανυπεράσπιστος και ωραίος...ήταν σκοτεινά, η πόλη έρημη και κάτι μέσα μου μου έλεγε πώς, Θεέ μου, καλύτερα που ήταν νύχτα γιατί αλοίμονο σε λίγο που θα ξημέρωνε...

...πάθη, φιλοδοξίες, όνειρα, - όλα τόσο μακρινά σαν να συνέβησαν σ’ έναν άλλο κι εγώ απλώς τα θυμάμαι - τη νύχτα ο κόσμος δεν χάνεται μες στο σκοτάδι, αλλά τον παίρνουν μες στον ύπνο τους τα παιδιά επιστρέφοντας κάθε στιγμή από ένα μεγάλο όνειρο...

...λοιπόν τι απόμεινε; ένας άλλος έζησε τη ζωή μας και τώρα πρέπει εμείς να πεθάνουμε στη θέση του...ένας νοσταλός μιας ευτυχίας που έζησε μέσα στ’ όνειρο και ξύπνησε για να πεθάνει - άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες

άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πιά...

...Ας καθίσουμε λοιπόν κοντά στον καθρέφτη κι ας κοιταχτούμε στα μάτια, αφού είμαστε ένοικοι της ματαιότητας και θα μας διώξουν σε λίγο...αλλά και ποιός δεν έκλεισε μιά πόρτα χωρίς να προφτάσει ν’ ακούσει την απάντηση; ή ποιός μπορεί ν’ αποδείξει ότι είναι αθώος.....και μόνο την ώρα της καταστροφής αποκτάμε τα παλιά μας δικαιώματα στον ουρανό. Κι άν με βλέπετε να στέκομαι συχνά στον καθρέφτη δεν είναι από φιλαρέσκεια, αλλά πρέπει κάθε τόσο να διορθώνω τη θηλειά που μ’ έχουν κρεμάσει...όσο για το μυστικό το είχα ράψει καλά στη φόδρα του παλτού μου, για μεγαλύτερη ασφάλεια όμως φώναξα ένα παλαιοπώλη και του πούλησα το παλτό...από τότε κοιμάμαι ήσυχος

...τώρα άν θυμάμαι κάτι είναι κάποια όνειρα που έκανα ακουμπισμένος στον ωκεανό...