Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

ΘΑΝΑΤΩ ΘΑΝΑΤΟΝ

"Ως προς εμέ θάνατος δεν υπάρχει" 
Νίκος Εγγονόπουλος 

Όσο το σκέφτομαι ο θάνατος δεν έχει καμία μα καμία σημασία. Αφού ούτως ή άλλως θρασομανάει η ζωή ακάθεκτη, ακατανίκητη, ακατασίγαστη από πάντα και από παντού... Πριν από όλα. Άχρονη, ακέραιη, ακατάτμητη. Ένα σύμπαν,  μύρια σύμπαντα που στροβιλίζονται αναπαράγοντας διαρκώς τον εαυτό τους σε μιαν αποθέωση της αιώνιας ζωής - ενέργειας που πάντα υπήρχε για να μην πάψει ποτέ να υπάρχει. Σαν την αγάπη. 
Σε τρόπον ώστε ο θάνατος να καταντάει ένα ασήμαντο επεισόδιο της ζωής. Αναπόσπαστο κομμάτι της και μια ακόμη εκδοχή της. Ευτυχισμένοι λοιπόν όσοι υπήρξαμε, όσοι ζήσαμε, όσοι ζούμε, όσοι θα ζήσουμε στη καρδιά αυτής της θαυμαστής, πυρακτωμένης ενέργειας, στον μεγάκοσμο και τον μικρόκοσμο της. 
Έτσι ώστε ο προσωπικός, ο ασήμαντος χρόνος κι ο βίος μας να τήκονται χαρμόσυνα σαν τον μολυβένιο στρατιώτη μέσα στη συμπαντική φωτιά κι ο ασήμαντος, πρόσκαιρος θάνατος μας να μην έχει καμία μα καμία σημασία. Ας τελειώνουμε με την μικροαστική - μικρονοϊκή θλίψη για την 
"αδικία"  του θανάτου αφού κι ο ίδιος είναι απλά ένα επεισόδιο ζωής. Κι ας κάνουμε τη θλίψη χαρμολύπη όχι γι'αυτό που φεύγει αλλά γι'αυτό που έρχεται. Καταθέτοντας - ευτυχισμένοι τελικά - την προσωπική μας ζωή στην πυρκαγιά της αιώνιας ζωής που  κατακαίει χωρίς να καίγεται από την απαρχή των αιώνων. Που υπάρχει! Για θανάτους να μιλούμε τώρα; 

ΥΓ. Δεν τρέφω φόβο για τον θάνατο αλλά μάλλον περιέργεια. Ελπίζοντας πως στο τέλος θα με εκπλήξει.


Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Ιδιοφυία και τρέλα, Van Gogh - Χαλεπάς

(Αποσπάσματα από το ομότιτλο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις  ΛΑΒΡΥΣ)




Αντί προλόγου
 
... Αναντίρρητα υπάρχει ένας ομφάλιος λώρος που συνδέει την τρέλα, αυτό δηλαδή που οι αρχαίοι ονόμαζαν ιερά νόσο, ιερά μανία, με την ιδιοφυΐα. Όμως επίσης υπάρχει μια μυστική οδός –βασιλική οδός!– που ενώνει κάποιες μορφές τέχνης με κάποιες παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, αυτό δηλαδή που κάπως γενικά και απλουστευτικά ονομάζουμε παράνοια. Υπό μία έννοια η τέχνη είναι ένα είδος παράνοιας, εφόσον αμφισβητεί εμπράκτως την τρέχουσα, την εργαλειακή λογική και εφόσον καταφεύγει στα υλικά της φαντασίας, στη συνδρομή του ονείρου, στην απελευθερωτική δύναμη του παραλόγου. Η τέχνη δημιουργεί μια πραγματικότητα με εξωπραγματικά υλικά. Αυτή είναι η δουλειά της. Από μία άλλη έννοια, η τέχνη είναι το βασικό επικοινωνιακό εφόδιο του δημιουργού, και το όπλο του για να αντιμετωπίσει «εσωτερικούς» και «εξωτερικούς» εχθρούς, υπαρκτούς ή φανταστικούς. Είναι η άμυνά του, η καταφυγή του, η δικαίωσή του.
Σύμφωνα με τον Foucault, η τρέλα ή το παραλήρημα ή η μελαγχολία ανήκουν στο έργο των δημιουργών, όπως ακριβώς τους ανήκουν και τα έργα τους. Έτσι η άνοια του Χαλεπά και η ψυχική απόκλιση του Βαν Γκογκ είναι πλευρές του έργου τους, εφόσον «η τρέλα του συγγραφέα ήταν για άλλους μια ευκαιρία να μπορέσουν να δουν, μέσα απ’ όλη την αποθάρρυνση των υποτροπών της αρρώστιας, να γεννιέται πάλι και ξανά η αλήθεια του έργου τέχνης. Η τρέλα του Νίτσε, του Βαν Γκογκ ή του Αρτό είναι κι αυτή δεμένη με το έργο, ίσως όχι περισσότερο ή λιγότερο βαθιά, αλλά μ’ έναν τρόπο διαφορετικό». Αλλού πάλι: «…Η τρέλα ξεκινώντας απ’ το πάθος δεν είναι παρά μια ζωηρή διατάραξη της λογικής ενότητας σώματος και ψυχής. Είναι το επίπεδο του αλόγιστου… Στο σημείο αυτό διαγράφεται ο νέος κύκλος που θα πρέπει τώρα να διατρέξουμε. Ο κύκλος της χίμαιρας, των φαντασμάτων και της πλάνης. Μετά τον κύκλο του πάθους, ο κύκλος του μη-είναι».
Εστιάζοντας τώρα στα κεντρικά πρόσωπα του μικρού αυτού βιβλίου, ο Γιαννούλης Χαλεπάς θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο Έλληνας Βαν Γκογκ, αφού τα στοιχεία που τον ενώνουν με τον μεγάλο εξόριστο της Αρλ είναι πολύ περισσότερα από ένα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον εγκλεισμό τους στο ψυχιατρείο, στην περιθωριοποίησή τους, στη σύγκρουση με μια κοινωνία συντηρητική και ζηλόφθονη, στους αδιέξοδους έρωτες ή στην απόλυτη απελπισία. Ο κοινός τους μύθος διαπερνώντας τον χρόνο φτάνει σε εμάς ακέραιος, συνδυάζοντας τα ιστορικά γεγονότα με την άλω και το μυστήριο της μεγάλης δημιουργίας. Στην περίπτωση και του Χαλεπά και του Βαν Γκογκ –τι σύμπτωση, γεννήθηκαν τόσο κοντά, ο πρώτος το 1851, ο δεύτερος το 1853–, ο μύθος γίνεται ιστορία και η ιστορία γίνεται μύθος. Αντίστοιχα ο Βαν Γκογκ, άγιος και πρώτος μάρτυρας του μοντερνισμού, σφραγίζει με το έργο του την τέχνη του 20ού αιώνα, όπως ακριβώς και ο Γιαννούλης Χαλεπάς κατέστη αβίαστα ο κορυφαίος Νεοέλληνας εικαστικός καλλιτέχνης πλάι στον Νικόλα Γύζη, τον Κωνσταντίνο Παρθένη, τον Γεώργιο Μπουζιάνη, τον Γεράσιμο Σκλάβο, τον Γιάννη Κουνέλλη, τον Βλάση Κανιάρη, τη Χρύσα, τον Τάκι κ.ά. Συγκρίνοντας το έργο τους, θέλω να σταθώ τόσο στη σημασία αυτού όσο και στο μέγεθος της προσφοράς τους. Επειδή και στους δύο τρόπος ζωής, καλλιτεχνικές επιλογές και αισθητική αναζήτηση ταυτίζονται απόλυτα. Σκέφτομαι πάλι πως πρώτα πρέπει να έχεις υποφέρει από την ασχήμια για να δικαιούσαι να ατενίσεις την ομορφιά στην πιο άγρια γυμνότητά της. Αλλιώς πρόκειται για οφθαλμαπάτη. Ούτως ή άλλως ποτέ δε συμφιλιωνόμαστε τελείως με την πραγματικότητα και η τέχνη με το δαιμονικό της παιχνίδι αποτελεί τη γέφυρα του μέσα με το έξω. Για τον Βαν Γκογκ τελικός στόχος της ζωή είναι ο θάνατος. Εκεί που το «εγώ» δεν μπορεί πια να τραυματιστεί, όπως θα παρατηρούσε λίγα χρόνια αργότερα ο Σίγμουντ Φρόυντ. Η τέχνη είναι αυτό που γεμίζει το κενό το οποίο δημιουργεί στα όντα η ανεκπλήρωτη επιθυμία. Η είσοδός μας στη γλώσσα μάς αποκόβει από το «πραγματικό», εκεί δηλαδή που δε φτάνει η σημασιοδότηση των πραγμάτων. Έξω και πέρα από τη δουλεία των λέξεων.
Και ο Χαλεπάς αντιμετώπισε ανάλογους δαίμονες. Όμως ο ίδιος αντιστάθηκε με μεγαλύτερη δύναμη, αρπάχτηκε από την τέχνη του σαν από σωσίβιο και αξιώθηκε να ατενίσει από τα βάθη του πιο σκοτεινού φρέατος ένα φωτεινό κομμάτι ουρανού. Στα λεγόμενα μεταλογικά του έργα καταπιάνεται με τα θέματα που σφράγισαν τη νεότητά του, δηλαδή την επιθυμία (ο Σάτυρος που προκαλεί τον έρωτα ανεμίζοντας μπροστά του ένα τσαμπί σταφύλια), την τρέλα (η Μήδεια που επαναληπτικά σκοτώνει τα παιδιά της, όπως η καθημερινότητα σκοτώνει όνειρα ή έρωτες) και τον θάνατο, δηλαδή την επισφαλή ισορροπία ανάμεσα στο «είναι» και το «μη είναι», τον ύπνο και το ταξίδι στο υπερπέραν.
Έτσι ο Χαλεπάς αναδεικνύεται στον σημαντικότερο απολογητή της διαχρονίας της ελληνικής τέχνης, όχι όμως με ιδεοληπτικά ή φολκλόρ επιχειρήματα, αλλά με την ένταση της φόρμας και την ποιητική υπέρβαση. Στις εμμονές του ο Μέγας Αλέξανδρος, ζων και νεκρός, ο Πήγασος και οι καταπτοημένοι ήρωες που κουβαλάει, το στήθος της Αφροδίτης και το γυμνό στήθος της Παρθένου Μαρίας, όλα αποτελούν ένα αδιαίρετο όλον όπου η αρχαιότητα καταλήγει να εμπλέκεται οργανικά στην έκφραση του σήμερα, σαν ένα προκατακλυσμιαίο κύμα που από πολύ βαθιά έρχεται να σβήσει σε ένα ασφαλές ακρογιάλι.
Ο Χαλεπάς δε συνενώνει οπτικές πληροφορίες· συνθέτει. Έχοντας απόλυτη γνώση πως κάτι πρέπει να διακυβεύεται, κάτι οφείλει να χάνεται ή και να πεθαίνει ακόμα, για να γεννηθεί το αληθινό έργο τέχνης. Εκείνο που δεν ερμηνεύει, αλλά δημιουργεί τα αινίγματα και δίνει στη ματαιότητα λόγο ύπαρξης.
Και στον Βαν Γκογκ και στον Χαλεπά κάτι θυσιάζεται για να κερδηθεί το πιο ουσιαστικό. Αμφότεροι λειτουργούν διαμετρικά αντίθετα από ό,τι οι ακαδημαϊκοί καλλιτέχνες, η ασφάλεια και ο εφησυχασμος των έργων των οποίων προκύπτουν από τη θέαση ενός κόσμου οικείου και απολύτως προσπελάσιμου. Κανένα μυστήριο, κανένας τρόμος, καμιά μαγεία. Αντίθετα, η απόλυτη ανία!




Το σταυρουδάκι του Ήλιου

... Μιλώντας για την περίπτωσή μου ξανά, είμαι πολύ ευγνώμων και για κάτι ακόμη. Έχω προσέξει πως κι άλλοι ακούν ήχους και παράξενες φωνές κατά τη διάρκεια των κρίσεών τους όπως εγώ και τα πράγματα αλλάζουν εμπρός στα μάτια τους. Αυτό το γεγονός κατευνάζει κάπως τον τρόπο που με κατέβαλε κατά την πρώτη κρίση μου... Εφόσον ξέρεις πως είναι μέρος της αρρώστιας, το αποδέχεσαι... Οι περισσότεροι επιληπτικοί δαγκώνουν τη γλώσσα τους και αυτοτραυματίζονται. Ο Ρέι μου είπε για κάποιον που έκοψε το ίδιο το αυτί του... Ακόμη αυτός ο τρόπος ζωής είναι ελεγχόμενος και η μελαγχολία όχι αβάσταχτη...
(Γράμμα του Βίνσεντ στον αδελφό του, Τεό, 22 Μαΐου 1889)

Ο Βαν Γκογκ απέτυχε σε ό,τι καταπιάστηκε: στα επαγγέλματα που κατά καιρούς επέλεγε, στη σχέση του με την οικογένειά του, τους φίλους, το ανθρώπινο περιβάλλον γύρω του. Βίωσε τη μοναξιά, την κατάθλιψη, τον εγκλεισμό, τιμωρώντας για όλα τα χτυπήματα της μοίρας αποκλειστικά τον εαυτό του. Στη συνείδησή του ο γλυκύς Ιησούς, που παρηγορεί τους απελπισμένους, και η αγαθή πόρνη, που όντας στον βούρκο μπορεί να καταπραΰνει, ταυτίζονται. Η ζωγραφική του αποτελεί ένα μοναδικό παράδοξο στην ιστορία της τέχνης. Προϊόν ελάχιστης σπουδής, μπορεί να θεωρηθεί «κλασική» για τη ριζοσπαστικότητα και την ειλικρίνειά της, αλλά και προϊόν μιας ατιθάσευτης εσωτερικής αγωνίας. Οι πίνακες του Βαν Γκογκ σωματοποιούν τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του, λειτουργούν ως η μόνη διέξοδος από τη σχιζοφρένεια και τις παραισθήσεις, ως η μόνη πραγματικότητα που τελικά δεν του ήταν αποκρουστική.
Όσο ενδιαφέρον έχει η μανία του Βαν Γκογκ, άλλο τόσο έχει η μανία για τον Βαν Γκογκ, που κατέλαβε με τον θάνατό του ειδικούς και κοινό, ζωγράφους και εμπόρους, ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη, αλλά που ο Ολλανδός ζωγράφος τούς γοητεύει παράξενα. Ο μύθος γύρω από την ταραχώδη ζωή του, οι συγκρούσεις του βίου του, το συνεχές αίνιγμα ενός ανθρώπου που έζησε κόντρα σε όλες τις συμβάσεις της εποχής του, συχνά καλύπτουν με ένα πέπλο μελοδράματος ένα έργο που υπερβαίνει συντριπτικά τις προθέσεις των δακρυρροούντων βιογράφων. Ο αυτοδίδακτος Βαν Γκογκ, ο καλλιτέχνης που ζωγράφισε συστηματικά μόλις τα τελευταία χρόνια της σύντομης ζωής του και που διέθεσε μόλις έναν πίνακα από τους περίπου οκτακόσιους που φιλοτέχνησε, ολοκληρώνει τα ενδοσκοπικά πορτρέτα του Ρέμπραντ (Rembrandt) δείχνοντας πώς μπορεί να γίνεται σήμερα η ζωγραφική, δηλαδή στην εποχή των μηχανικών αναπαραγωγών της εικόνας. Η χυμώδης πινελιά, η πυρετική γραφή, η έκρηξη ενός χρώματος που δε βολεύεται με τους τρέχοντες κανόνες, η υπαρξιακή απόδοση ενός ήλιου που φλέγεται ένδον σαν ένα μονήρες ανθρώπινο ον, η εμμονή σε έναν προσωπικό αποδομητικό ρεαλισμό που δε σχετίζεται ούτε με τον κοινωνιστή Κουρμπέ (Courbet, 1819-1877) ούτε με τους αβρούς ιμπρεσιονιστές ούτε με τον ρασιοναλιστή Σεζάν (Cézanne), τον καθιστούν την τελευταία ρομαντική ψυχή στην καρδιά της πρώιμης ευρωπαϊκής avant garde. Ο Πικάσο (Picasso, 1881-1973), μετά ο Μοντιλιάνι (Modigliani, 1884-1920), ο Ματίς (Matisse), ο Μπονάρ (Bonnard), ο Καντίνσκι (Kandinsky) ακόμη, αλλά και ο Μπέκμαν (Beckmann) και ο Μπέικον (Bacon) είχαν σαφώς ευκολότερο δρόμο.
Ο Βαν Γκογκ, φωτίζοντας τα φαντάσματά του, τα μεταμόρφωσε σε αγγέλους, ηλιοτρόπια ή κυπαρίσσια που αργοσαλεύουν στον άνεμο, σε έναστρες νύχτες όπου το ασήμαντο γίνεται σημαντικό και τίποτε δεν μπορεί να διαταράξει το μεγαλείο της αιωνιότητάς τους. Ο Βαν Γκογκ μπορεί να θεωρηθεί ένας θρησκευτικός ζωγράφος εκτός θρησκευτικής εικονογραφίας, ένας μεταφυσικός της εσωτερικής εμπειρίας, ένας μυστικιστής για τον οποίο το σκίρτημα της φύσης αποτελεί θεοφάνια και αποκάλυψη. Οι περίπου 700 επιστολές που σώζονται και που έστειλε στον αδελφό του Τεό Βαν Γκογκ αποτελούν πολύτιμο αυτοβιογραφικό corpus, παράλληλο με το σώμα τής απόλυτα αυτοβιογραφικής ζωγραφικής του.[1] Αυτός που «... σιγοτραγουδάει την ώρα που χτενίζεται και πλήττει όποτε δε ζωγραφίζει. Ασφαλώς υποφέρει σαν φτωχός άνθρωπος, στην καρδιά του, τα κόκαλά του, είναι λυπημένος και αλλόκοτος. Δεν παραπονιέται όμως ποτέ. Λέει πως είναι πάρα πολύ ευτυχής που έχει διαφυλάξει την όρασή του, τα θαυμαστά μάτια του, καθρέφτες του κόσμου, γκρίζα και θλιμμένα...»[2] Λίγο αργότερα ο Μαρσέλ Ντισάν (Marcel Duchamp), εισηγητής της θεωρίας των εννοιολογικών παιγνίων στη μοντέρνα τέχνη, θα μεμφθεί την αμφιβληστροειδή ζωγραφική και τους ανάλογους ζωγράφους. Ήταν όμως ένας τέτοιος ο ερημίτης της Αρλ και της Οβέρ σιρ Ουάζ; Εκείνος που διάλεξε τον ήλιο του Νότου ως «κάλλιστον εντάφιον»;


Η περιπέτεια μιας ζωής

Βλέπω τώρα, μέσα στη λυπημένη νύχτα, μαθαίνω
Γνωρίζω πώς η κόλαση ανοίγεται στον κόσμο
όσο ο άνθρωπος απομακρύνεται τρελός, απ’ την αγνότητα του πάθους Σου...
Giuseppe Ungaretti, Σπουδή Θανάτου, «Ποταμός μου κι εσύ», 1949, σ. 39

Η ιδιοφυΐα του Βαν Γκογκ αναγνωρίστηκε μετά θάνατον και η τύχη του ενέπνευσε τα όνειρα και τις ματαιωμένες ελπίδες χιλιάδων ζωγράφων ύστερα από αυτόν, εμπλουτίζοντας τη νεωτερική μυθολογία με έναν αυθεντικά τραγικό ήρωα. Ακόμη και το ότι υπέγραφε με το μικρό του όνομα, ως απόρριψη του όποιου μικροαστικού ναρκισσισμού και ως άκρα ταπείνωση, έγινε συρμός ανάμεσα στους Έλληνες εκπροσώπους της avant garde του ’60 (Τάκις, Παύλος, Νίκος κ.λπ.), οι οποίοι αναγνώριζαν στον ασκητή-ζωγράφο το ιδανικό τους.
Στις 30 Μαρτίου 1853 η Άννα Κορνέλια Καρμπέντους (Anna Cornelia Carbentus, 1819-1907), σύζυγος του πάστορα Θεοντόρους (Theodorus Van Gogh, 1822-1885) και μια γυναίκα με κλίση στα γράμματα και τις τέχνες, αισθάνεται έντρομη ξανά τις ωδίνες του τοκετού, επειδή έναν χρόνο πριν είχε χάσει ένα αγοράκι. Το μωρό, παρ’ όλα αυτά, γεννιέται υγιές και αποκτά το όνομα του νεκρού αδελφού Βίνσεντ Βίλεμ (Vincent Willem) ως απειλητική διοσημία. Γράφει ο ψυχίατρος/ψυχαναλυτής Δρ Αθανάσιος Αλεξανδρίδης: «... [Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ] παίρνει το όνομα του νεκρού αδελφού και μαζί το βάρος ότι πρόκειται για ένα παιδί “αντικατάστασης”, ένα παιδί για το οποίο δε δημιουργήθηκε μια θέση μέσα στο οικογενειακό σύστημα γι’ αυτό το ίδιο, αλλά που πλήρωσε τη θέση του νεκρού. Μας είναι εύκολο να φανταστούμε τη μητέρα του βυθισμένη μέσα στο πένθος και στην αγωνία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, μια καταθλιπτική μητέρα, μια “νεκρή” συναισθηματικά μητέρα, την οποία δε γνωρίζουμε πόσο κατάφερε να αναστήσει ψυχικά ο μικρός Βίνσεντ. Το σίγουρο είναι πως η μεταξύ τους σχέση δε βρήκε ποτέ την απαραίτητη απόσταση και ισορροπία που θα λειτουργούσε ως πρότυπο πάνω στο οποίο ο Βαν Γκογκ θα έστηνε και τις κατοπινές σχέσεις του με τους ανθρώπους».[3]
Ο τοκετός έλαβε χώρα στο πρεσβυτέριο του ολλανδικού χωριού Γκρουτ Ζούντερτ στη βόρεια Βραβάντη. Το 1857 θα γεννηθεί ο Θεοντόρους Βαν Γκογκ, τον οποίο θα φωνάζουν Τεό και ο οποίος θα συμπαρασταθεί στον Βίνσεντ χρηματοδοτώντας κάθε απόπειρά του για καινούρια ζωή. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι θα πεθάνει έναν χρόνο μετά την αυτοκτονία του αδελφού του, από τη θλίψη του. Θα ταφούν δίπλα δίπλα στην Οβέρ.
Ο πατέρας Βαν Γκογκ, καλβινιστής πάστορας, διορίστηκε στην πόλη Γκρουτ Ζούντερτ κοντά στα βελγικά σύνορα όταν ήταν 27 χρόνων, ακολουθώντας το λειτούργημα του πατέρα του. Ο αδελφός του, Σαν, είχε κατάστημα πινάκων στη Χάγη (οδός Plaats 14) και προμήθευε τη βασιλική αυλή. Η μητέρα του Βίνσεντ ήταν κόρη βιβλιοδέτη της Αυλής. Μετά το δημόσιο σχολείο στο Ζούντερτ, ο ζωγράφος μπαίνει οικότροφος στην πόλη Ζεβενμπέργκεν και διδάσκεται αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Αργότερα αποστέλλεται στο ίδρυμα Χάνιεκ Τίλμπουργκ, όταν ο πατέρας του σταματάει τον Μάρτιο του 1868 να πληρώνει τα δίδακτρα. Εδώ τελειώνουν, θα λέγαμε, οι εγκύκλιες σπουδές του, ενώ είναι 15 ετών. Ήταν τότε που ο παρισινός οίκος τέχνης Γκουπίλ και Σία (Goupil et Cie) αγοράζει το κατάστημα του θείου του, Σαν, στη Χάγη και προσλαμβάνει ως υπάλληλο τον νεαρό Βίνσεντ στις 30 Ιουλίου 1869. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο επιστολόχαρτο της φίρμας αναφέρεται «πρώην οίκος Van Gogh». Ήδη έχει αρχίσει να φιλοτεχνεί τα πρώτα του άκρως ρεαλιστικά σχέδια, ενώ επισκέπτεται φανατικά τα μουσεία. Το 1873 προσλαμβάνεται στο υποκατάστημα Γκουπίλ των Βρυξελλών και ο Τεό, με αποτέλεσμα να αρχίσει η αλληλογραφία μεταξύ των αδελφών. Την ίδια εποχή ο Βίνσεντ αποστέλλεται στο Λονδίνο έπειτα από ένα σύντομο πέρασμα στο Παρίσι και μένει στο σπίτι μιας χήρας πάστορα. Ερωτεύεται την κόρη της, Ούρσουλα, τη ζητά σε γάμο, για να εισπράξει την πρώτη από μια σειρά αρνήσεων, που θα τον ακολουθούν στη σύντομη ζωή του. Επιστρέφει στην Ολλανδία, για να γυρίσει στη βρετανική πρωτεύουσα τον χειμώνα του 1874-1875 και να εγκατασταθεί στην οδό 395 Kensington New Road. Είναι μελαγχολικός και όπως εξομολογείται στον Τεό «τον έχει εγκαταλείψει η επιθυμία του σχεδίου». Την άνοιξη της ίδιας χρονιάς εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται στο κεντρικό κατάστημα του οίκου Γκουπίλ και Σία. Επισκέπτεται το Λούβρο, μελετά τον Κορό (Corot) και τον Ενγκρ (Ingres), ενώ βρίσκει καταφύγιο στη Βίβλο και την Imitatio Christi (Μίμηση του Χριστού). Τον Δεκέμβριο του 1875 επιστρέφει απροειδοποίητα στην Ολλανδία, με αποτέλεσμα να απολυθεί από τη δουλειά του. Η ζωή του έχει εισέλθει στη μυστικοπαθή της περίοδο. Επιθυμία του «να σπείρει τον λόγο του Ευαγγελίου όπου μπορεί». Εγκαθίσταται σε εργατικό προάστιο του Λονδίνου και παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα ή κηρύττει αμισθί τον λόγο του Θεού.
Μένει στην οικία του αιδεσιμότατου Τζόουνς  και επισκέπτεται τους κατοίκους της ενορίας του στο Άιλγουορθ. Την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 1876 κηρύττει για πρώτη φορά και μάλιστα στα αγγλικά («... Είμαι φιλοξενούμενος επί της γης»).


[1] Συνολικά σώζονται 874 επιστολές του Βαν Γκογκ. Σύμφωνα με την ιστορικό τέχνης Χρύσα Κακατσάκη, «[Οι επιστολές] αποτελούν δείγμα μιας εξομολόγησης, αντίστοιχο των αυτοπροσωπογραφιών του, αποκαλύπτουν τις θρησκευτικές και φιλανθρωπικές εξάρσεις, τις ερωτικές απογοητεύσεις, τη συνεχή οικονομική του δυσπραγία, αλλά κυρίως τη διαδρομή της υπαρξιακής του περιπέτειας στη συνάντησή της με το κοινωνικό και καλλιτεχνικό όραμα. [...] Όλες μαζί συνθέτουν ένα είδος εικονογραφημένου ημερολογίου. («Βαν Γκογκ, το έργο του», Βενσάν Βαν Γκογκ, ο μεγαλοφυής του χρωστήρα, 1853-1890, «Ελευθεροτυπία», ένθετο «Ιστορικά», αρ. τ. 15, 5/1/2006, σ. 27).
[2] Ελί Φορ, Ιστορία της Τέχνης, τόμ. 5, Εξάντας, σ. 196, μτφ. Βασίλης Τομανάς.
[3] «Βαν Γκογκ, η ψυχική υγεία του», Βενσάν Βαν Γκογκ, ο μεγαλοφυής του χρωστήρα, 1853-1890, «Ελευθεροτυπία», ένθετο «Ιστορικά», αρ. τ. 15, 5/1/2006, σ. 23.

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Μεταφυσικό θέατρο

Αριστερά η Σύρος, η Σίφνος, η Αντίπαρος. Δεξιά η Κύθνος, η Τζιά, η Γυάρος. Χαμηλοί ορίζοντες. Τα σύννεφα επάνω σχηματίζουν σωρείτες, μελανίες και θύσανους. Στην θάλασσα πνέει πουνέντες για να το γυρίσει αργότερα σε σορόκο . Η βροχή ταξιδεύει βιαστικά προς ανατολάς αφήνοντας παντού διάφανες δροσοσταλίδες και μικρά ουράνια τόξα. Το δράμα της φύσης γίνεται εδώ γεγονός αναστάσιμο. Θέατρο του μεταφυσικού χρόνου. Του μεταφυσικού χώρου. Οι Κυκλάδες με την ενέργεια και την υποβολή τους σε κάνουν ταπεινότερο. Δηλαδή λίγο καλύτερο. Η αλήθεια γυμνή από οποιαδήποτε ψευδομεταφυσική. Ή μάλλον το φυσικό ως μεταφυσική. Το νερό, ανέκαθεν καθαρτήριο, δεν αγιάζεται, αγιάζει.
Κάπου βαθιά στον ορίζοντα προετοιμάζει το ιδιαίτερο του φως το λειψό πλην ολόλαμπρο φεγγάρι των Θεοφανίων. Αύριο θα φωτίσει μια διαφορετική μέρα. Ένας καινούργιος έρωτας για τα πράγματα και τους ανθρώπους μπορεί να ανατείλει. Για να επιθυμήσουμε από την αρχή όσα και όσους με τόση επιπολαιότητα θεωρήσαμε "τελειωμένους". Αφού η αγάπη δεν μπορεί να τελειώνει. Ποτέ. Αύριο το μέλλον ας αγαπήσει ξανά το παρελθόν όσων δεν φοβούνται να θυμούνται.




ΚΑΖΑΜΊΑΣ ΓΙΑ ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΟΥΣ (ο πιο γκαγκάν Καζαμίας του 2018)


Ιανουάριος : Τίποτε το σπουδαίο. Τουρκικός στρατός στην Αλεξανδρούπολη. Ο Ερντογάν δηλώνει... "Σας είχαμε προειδοποιήσει".
Ο Καμμένος, ο καημένος, απειλεί να παραιτηθεί εάν η Αλεξανδρούπολη μετονομαστεί σε Δεδέ Αγάτς. Ουδείς λόγος ανησυχίας διαβεβαιώνει ψύχραιμος ο Κοτζιάς. Ο πρωθυπουργός αναχωρεί για ολιγοήμερες διακοπές στα Σκόπια.

Φεβρουάριος : Ο τουρκικός στρατός προωθείται στη Καβάλα. Είναι ασφαλής η Αίγινα δηλώνει ο Φλαμπουράρης." Ένας είναι ο εχθρός ο Ιμπεριαλισμός" και "Το Αιγαίο ανήκει στα Ψάρια του" δηλώνουν Ρουβίκωνας και νεολαία του Σύριζα. Η Μπέτυ πιέζει τον Αλέξη να επιστρέψουν από τις διακοπές." Έχω και πανεπιστήμιο", φέρεται δηλώσασα η περί ης ο λόγος ακαδημαϊκή διδάσκαλος.

Μάρτιος : Μίνι ανασχηματισμός για να σφίξουν οι κώλοι. Υπουργός Πολιτισμού και Νεότητας η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα με υφυπουργό την Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ (με το συμπάθιο). Ο Σταθάκης αναλαμβάνει υπουργός Περιττών Υποθέσεων και Ψύχραιμης Αντιμετώπισης όταν μάς Φτύνουν. Ο Κουρουμπλής μετακινείται- προφανώς- στο Δικαιοσύνης. Μη αντιληφθώ καμιά λαδιά ή πετρελαιοκηλίδα την βάψατε, φέρεται δηλώσας.

Απρίλιος : Οι Τούρκοι έχουν κατέβει στην Κοζάνη ενώ ο στόλος τους ναυλοχεί στο Φάληρο. Ήσαν ανέκαθεν φίλοι μας και πιστοί σύμμαχοι, δηλώνει ο σεβαστός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Πάκης. Εξάλλου δεν αμφισβητούν διόλου την συνθήκη της Λωζάνης.
Κι άλλος Απρίλιος : Πάσχα των Ελλήνων. Στη Λαμία σουβλίζουν τον Αθανάσιο Διάκο. Οι Τούρκοι επίστρατοι χειροκροτούν και τους σταυρώνει ο Καμμένος. Ο Τσίπρας παίρνει το προεδρικό αεροπλάνο και πηγαίνει πάλι στη Ντίσνεϋλαντ. Ο Βενιζέλος διαμαρτύρεται. Αυτά δεν συνέβαιναν επί των ημερών μου, δηλώνει. Ο ήλιος στον Ζυγό. Ο Ηλίας Μαμαλάκης στον Σκάι. Η Σία Κοσιώνη δεν είναι έγκυος.

Μάιος : Η Σία Κοσιώνη είναι έγκυος! Ανακούφιση στο Μαξίμου. Χαρές και σαμπάνιες στην Νέα Δημοκρατία. Συγχαρητήριο τηλεγράφημα απέστειλε ο Ερντογάν. Η μπάντα του τουρκικού στόλου παιανίζει έξω από το κτήριο του Νέου Φαλήρου. Συγκίνηση στο πανελλήνιο. Τώρα μπορώ να αντέξω τα μνημόνια, δηλώνει ο απλός κόσμος. Μισοτιμής τα ραπανάκια στην λαϊκή αγορά της Καλλιδρομίου.

Ιούνιος : Αιφνιδιαστικές εκλογές αναγγέλλει ο Τσίπρας. Ο Αβραμόπουλος δηλώνει παρών.
Ο Ερντογάν παρελαύνει στην Πανεπιστημίου και κουκουλοφόροι τον ραίνουν με ροδοπέταλα. Ζητώ η αδελφοσύνη των λαών δηλώνει συγκινημένος ο Πρόεδρος Πάκης και συμφωνεί η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Η Περιστέρα Μπαζιάνα αναλαμβάνει Περιστασιακή Πρωθυπουργός της υπηρεσιακής κυβέρνησης. Η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα αρνείται να εγκαταλείψει το Υπουργείο Πολιτισμού και Νεότητας. Το φεμινιστικό κίνημα στα καλύτερα του.

Ιούλιος : Οι εκλογές αναδεικνύουν πρώτη δύναμη τους ΑΝΕΛ και δεύτερο τον ΣΎΡΙΖΑ. Έτσι η νέα κυβέρνηση ονομάζεται ΑΝΕΛΣΥΡΙΖΑ έχει πρωθυπουργό καμμένο και μοιραίο υπουργό Άμυνας. Χοροί του λαού στην πλατεία Κλαυθμώνος. Θα συνεχίσουμε να λέμε αλήθειες κι ας σας πονάνε υποσχέθηκε ο νέος πρωθυπουργός. Πονάνε μωρέ τα παλικάρια; απάντησε ο σ. Πολάκης, υπουργός Παιδείας πλέον.

Αύγουστος : Ο Μάρκος Σεφερλής κλείνει το φετινό φεστιβάλ Επιδαύρου ως Ιφιγένεια εν Αυλίδι σε μια μνημειώδη, μεταμοντέρνα παράσταση. Κοστούμια Γιάννης Μετζικώφ. Η κυβέρνηση δίνει το επίδομα ανεργίας σε δυόμισι εκατομμύρια κόσμο. Υλοποιούμε το πρόγραμμα μας φέρεται δηλώσασα η Μπέτυ Μπαζιάνα. Ο μοιραίος Αλέξης ζητεί το προεδρικό αεροπλάνο για να πάει Κουφονήσια αλλά ο πρωθυπουργός καμένος κάνει τον κουφό.
 
Σεπτέμβριος : Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίζει να μηδενίσει το ελληνικό χρέος αλλά η κυβέρνηση ΑΝΕΛΣΥΡΙΖΑ σφυρίζει αδιάφορα. Πρόκειται για παγίδα των γραφειοκρατών των Βρυξελλών προειδοποιεί ο Φλαμπουράρης. Δημοψήφισμα εξαγγέλλει ο καμένος. Θέλουμε μνημόνια και την αξιοπρέπεια μας είναι η γραμμή της κυβέρνησης.

Οκτώβριος : Η λαϊκή ψήφος δικαιώνει την κυβερνητική πολιτική. Τα μνημόνια είναι η ψυχή μας βροντοφωνάζει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Τέρενς Κουίκ. Νέοι χοροί στην Κλαυθμώνος. Απογοήτευση στο Βερολίνο, ανακούφιση στην Ουάσιγκτον. Τώρα δικαιώνομαι, δηλώνει ο Βαρουφάκης Πάνω στη σύγχυση επισκέπτεται αιφνίδια ο Ερντογάν την Αθήνα με αντικείμενο συζήτησης το Σκοπιανό.

Νοέμβριος : Επιτέλους! Το Σκοπιανό λύνεται με συμφωνία ως προς το όνομα. Του λοιπού το βαλκανικό αυτό κρατίδιο θα ονομάζεται urbi et orbi ΤΟΥΡΚΙΚΉ ΜΑΚΕΔΟΝΊΑ ΤΩΝ ΣΚΟΠΊΩΝ. Θρίαμβος Κοτζιά! Προς τιμήν του η πλατεία Κοτζιά μετονομάζεται σε πλατεία υπερήφανης εξωτερικής πολιτικής ( Κοτζιά). Ο τουρκικός στρατός ανηφορίζουν προς Βίτολα.

Δεκέμβριος : Ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει αηδιασμένος από τα ψεύδη της πολιτικής και εκφράζει την επιθυμία να αποσυρθεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας την επόμενη χρονιά. Η θέση είναι κατειλημμένη δήλωσε οργισμένη η Περιστέρα Μπαζιάνα προτού αναχωρήσουν οικογενειακώς για χριστουγεννιάτικες διακοπές στην Άγκυρα.

(σημείωση : ο Καζαμίας είναι υπαρκτό πρόσωπο. Όπως π.χ ο Σμαραγδής. Ο Καμίνης δεν είναι. Πρόκειται για μυθοπλασία)

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Τα σπίρτα, το σπίρτο και οι γελοίοι




Πραγματικό παραμύθι: Ένα κοριτσάκι ανάβει το τελευταίο του σπίρτο κάπου στα Hot spots στη Χίο καθώς ήρθε πια το κρύο στα νησιά μας ενώ όλη η Ευρώπη το χαζεύει απαθώς και νίπτει τας χείρας έτοιμη να γιορτάσει τα Χριστούγεννα...Αθώα. Κι εμείς μαζί. Το σπίρτο πάλι, ο κ. Μουζάλας, σε ρόλο μετεωρολόγου Σούζυς του Σκάι, προβλέπει νεκρούς, αν το κρύο τσούζει. Εκπροσωπώντας επάξια τις απεχθέστερες παραδόσεις της παρασιτικής αριστεράς.
Μόνο που η παρασιτική αριστερά δεν είναι μόνο γελοία, είναι κι επικίνδυνη. Και θα το εξηγήσω: Στο βάθος του κάδρου βλέπουμε τον θαυμαστή του Τραμπ και τον αγαπημένο της ευρωπαϊκής νομενκλατούρας. Τον ανεπάγγελτο που εκτελώντας εντολές εκποιεί και τα τελευταία ασημικά της γιαγιάς. Εκπορνεύοντας και εξαπατώντας. Καταντώντας το "παιδί για όλες τις δουλειές " των εντολέων του.
Ο Τσίπρας είναι εκείνος ο χαρισματικός που λειτουργεί ως η τιμωρία μιας παράταξης και η νέμεσις μιας ολόκληρης κοινωνίας που εθίστηκε επί χρόνια να ζει παρασιτικά. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Επί δεκαετίες μια συγκεκριμένη, επαγγελματική, κρατικοδίαιτη και συνδικαλιστική αριστερά είχε ως μονόχορδη πολιτική το όχι σε όλα. Την άρνηση σε κάθε παραγωγική πρωτοβουλία που θα παρήγαγε πλούτο και θα άλλαζε το status quo των βολεμένων. Που θα ενοχλούσε τους χιλιάδες διπλοθεσίτες και τους κηφήνες του δημόσιου. Τους αργόμισθους της αμαρτωλής τοπικής αυτοδιοίκησης.
Έτσι έκλεισαν πάμπολλα εργοστάσια - χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αυτοκινητοβιομηχανία Θεοχαράκη στο Βόλο - και σταδιακά επετεύχθη ο απορφανισμός των ναυπηγείων Σκαραμαγκά, Περάματος και Σύρου. Έτσι έβαλαν λουκέτο ή ξενιτεύτηκαν υπερδραστήριες εταιρείες εξαγωγών, πρότυπες μονάδες κλωστοϋφαντουργίας, μεταλλουργικές επιχειρήσεις. Αλλά κυρίως σαρώθηκαν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι βιοτεχνίες που αποτελούσαν ανέκαθεν την ραχοκοκαλιά της εθνικής μας οικονομίας. Η διατήρηση των "κεκτημένων" και των αγωνιστικών "δικαιωμάτων" οδήγησαν στην διάλυση των Ταμείων, την μερική απασχόληση και τους μισθούς με πλαφόν 400 ευρώ. Κι όλα αυτά με την υπογραφή του μαρξιστή, μοιραίου Αλέξη.
Επίσης η καθολική άρνηση της παρασιτικής αριστεράς προς κάθε καινοτομία κράτησε καθηλωμένη την Παιδεία - με διαρκές θύμα τα πανεπιστήμια - ενώ οι μικροπολιτικές της διαιώνισαν την διαφθορά στην υγεία και την δικαιοσύνη. Το όχι σε όλα τότε τούς υποχρέωσε στο επονείδιστο ναι σε όλα τώρα. Η χώρα κυβερνάται πλέον από δυνάμεις εκτός Ελλάδος και οι αποφάσεις παίρνονται αλλού. Το φιάσκο Ερντογάν είναι ένα παράδειγμα. Ο μοιραίος Αλέξης για να διατηρήσει λίγους μήνες ακόμα την καρέκλα του, κάνει ό, τι δεν θα έκανε η πιο ξεπουλημένη δεξιά. Και γύρω του συνωστίζονται μερικοί γίγαντες της μικροπολιτικής που υποδύονται τους υπουργούς και μάλιστα τους αριστερούς. Παίζοντας εν ου παικτοίς. Όπως προχτές ο Κοτζιάς και χτες ο Μουζάλας. Πράγματι. Θα έχει πολύ κρύο εφέτος.
ΥΓ. Το μόνο ευχάριστο που συμβαίνει στον τόπο είναι το αυτάρεσκο χαμόγελο της συναδέλφου κ. Μπαζιάνα. Άτρανταχτη απόδειξη επιτυχίας τόσο της ίδιας όσο και του κόσμου που εκπροσωπεί.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και τα μυστικά των εικόνων

«Ο συντηρητικός  Παπαδιαμάντης που ομνύει στο ορθόδοξο δόγμα και φλερτάρει με τη σκληροπυρηνική  αίρεση των κολλυβάδων είναι ένας νεωτερικός συγγραφέας».

Γ. Αριστηνός

Νικηφόρος Λύτρας, τα Κάλαντα, 1872, ιδιωτική συλλογή



Ιδού το πρόβλημα: Ποιες εικόνες, ποιος οπτικός πολιτισμός διαμόρφωσαν την ποιητική του Παπαδιαμάντη, ενός συγγραφέα κατεξοχήν εικονολάτρη; Τι είδους ζωγραφική έβλεπε, πόσο ενημερωμένος ήταν σχετικά, ποια ήταν η εικαστική του θεωρία – αν διέθετε κάποια;

Η γοητεία στον Παπαδιαμάντη είναι τα αινίγματα που θέτει όχι οι απαντήσεις που δίνει στους μελετητές του. Είναι οι τρικλοποδιές ενός καλόψυχου αν και λίγο μισάνθρωπου χωρατατζή απέναντι σε επίδοξους «σοφούς» που εξερευνούν τα κοιτάσματα των κειμένων του κοιτώντας τα γράμματα και όχι τα νοήματα. Επιπλέον η κατάσταση δυσκολεύει επειδή σήμερα είμαστε περισσότερο «θεατές» και λιγότερο      «αναγνώστες» καθώς μας (καθ)ορίζει δραστικότερα η θυμική των εικόνων και όχι η στοχαστική μαγγανεία της γραφής. Άρα, μιλώντας για έναν «εικαστικό» Παπαδιαμάντη οφείλουμε πρώτα να ορίσουμε τι άρεσε στον ισχυρογνώμονα  έως φανατισμού Σκιαθίτη,  τι άρεσε γενικότερα στην εποχή του εντός και εκτός όσον αφορά στη ζωγραφική και τέλος πόσο η ιδιαίτερή του ποιητική επηρέασε τους σύγχρονούς του και τους μεταγενέστερους εργάτες της εικόνας. Μ’ άλλα λόγια, πόσοι και ποιοι και γιατί αρέσκονταν στο να αντλούν υλικό από τον Παπαδιαμάντη από τότε έως σήμερα.

Αν ας πούμε οι πίνακες του Νικολάου Γύζη « Η Δόξα» (1898) στις τέσσερις γνωστές παραλλαγές της (μία στην Εθνική Πινακοθήκη, τρεις σε ιδιωτικές συλλογές) αλλά και τα έργα «Μετά την Καταστροφή των Ψαρών» (1896-8) στις δύο γνωστές παραλλαγές τους (μία στην Εθνική Πινακοθήκη, μία σε ιδιωτική συλλογή) παραπέμπουν κατ΄ ευθείαν στο Διονύσιο Σολωμό τότε ακριβοδίκαια το πλείστον της ηθογραφίας της Σχολής του Μονάχου (Νικηφ. Λύτρας, Ν. Γύζης, Γ. Ιακωβίδης, Σ. Σαββίδης, Πολ. Λεμπέσης κ.ά.) αναφέρεται στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη προνομιακά. Κι είναι αυτονόητο κάτι τέτοιο γιατί στα ίδια περιοδικά και τις ίδιες εφημερίδες φιλοξενούνται τακτικά και κατ’ έθος τόσο οι ζωγράφοι όσο και ο συγγραφέας. Είναι μάλιστα παραπάνω από ευνόητο ότι οι Τηνιακοί μάστορες του χρωστήρα, ξενιτεμένοι στο Μόναχο, πολλά θα έχουν να θυμούνται από τις νοσταλγικές αφηγήσεις του Σκιαθίτη παραμυθά εξίσου εξόριστου εις τας ‘αφίλους Αθήνας’.

Έτσι μια ολόκληρη γενεαλογία της νοσταλγίας, μια μεταφυσική της μικρής, της ιδιαίτερης πατρίδας γεννιέται τόσο στους προετοιμασμένους με φυσική κόλα καμβάδες των μετοίκων της Βαυαρικής πρωτεύουσας, όσο και στα λερωμένα από φαγητό χειρόγραφα του κοσμοκαλόγερου, του Αγίου Ελισσαίου. Και μόνο η παράθεση τίτλων πινάκων και διηγημάτων ή η αναφορά στην κοινή θεματική τους είναι αρκετή: Γιαγιάδες και παππούδες που τιθασεύουν, κουρεύουν ή κανακεύουν άτακτους εγγονούς και γλυκύτατες εγγονές, νησιωτοπούλες που μαγεύονται από τ΄ αυγά της Λαμπρής, χριστουγεννιάτικοι ψάλτες που καλαντίζουν στα σπίτια κάτω απ’ την Ακρόπολη, καλομάνες αλλά και χήρες με ορφανά, νησιώτες που θρηνούν γύρω από ένα κερί το χαμό του αγαπημένου ναυτικού, κορίτσια που λιβανίζουν ή μοιράζουν στην εξώθυρα της εκκλησίας άνθη Επιταφίου, χοροί και γιορτάσια στο ύπαιθρο, κλεμμένες που απάγονται από μπαρμπερίνους πειρατές, τουρκόπουλα, ανατολίτες, χοτζάδες, δερβίσηδες, Νυμφίοι που εμφανίζονται αιφνίδια εν τω μέσω έκπαγλης νύχτας, γέροντες που ερωτοτροπούν, βοσκοί με τα ερίφιά τους, λιτανείες προσκυνητών, μαδημένα κοτόπουλα, χαρτορίχτρες και κρυφά σχολειά, Μήδειες, αλλά και καλογριές που λένε παραμύθια κ.ό.κ.  Ένας ολόκληρος κόσμος μοτίβων και θεμάτων τα οποία κινούνται σε σκανδαλιστικά πανομοιότυπη τροχιά αφήγησης αλλά και που έχουν τεράστιες διαφορές από πλευράς μορφής. Η Σχολή του Μονάχου ακόμη και στις πιο εμπνευσμένες εκδοχές της διακρίνεται για τον ρομαντικό όσο και εξεζητημένο της ακαδημαϊσμό. Ο Παπαδιαμάντης ακόμη και στις πιο ακαδημαϊκές του επιδόσεις βρίσκει τρόπους να δραπετεύει από τα κλισέ. Το γοητευτικό με τον κυρ-Αλέξανδρο είναι πως δεν ξέρεις πού και πώς να τον κατατάξεις. Και βέβαια η ταμπέλα ‘ηθογραφία’ στα κείμενά του μοιάζει με παντελόνι χωρίς μπατζάκια. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει και στον Γύζη –αποκλειστικά- αλλά μόνο στα τελευταία τα ‘θρησκευτικά’ ή ‘μεταφυσικά’ του έργα και μάλιστα στις αλλεπάλληλες σπουδές που επιχειρεί γι’ αυτά. Αντίθετα η έννοια της ‘σπουδής’ και του ‘αφρόντιστου’ ή του ‘πρόχειρου’ στον Παπαδιαμάντη καθίσταται η κυρίαρχη αισθητική δεσπόζουσα. Επίσης πρέπει να υπογραμμιστεί πως και ο Σκιαθίτης και οι Τήνιοι ζουν και υπηρετούν την εποχή της λαογραφίας, δηλαδή εργάζονται και ερευνούν εκείνο το χώρο της παράδοσης που αποδεικνύει τη συνέχεια, που κατοχυρώνει την ιδέα της πατρίδας και τους απαλλάσσει από το άγος του Φαλμεράυερ. Όπως έδειξε πολύ επιτυχώς ο Παναγιώτης Μουλλάς στον ‘Παπαδιαμάντη Αυτοβιογραφούμενο’ το κυρίαρχο κλίμα της εποχής δίνουν οι πανελλήνιοι διαγωνισμοί που προκηρύσσουν τα διάφορα περιοδικά ή εφημερίδες και έχουν ως μόνιμο θέμα τον ψυχαναγκασμό μιας ‘πατριδογνωσίας’ με κάθε τρόπο, κάθε κόστος: Ακρόπολις, Άστυ, Παναθήναια, Εστία, Καλλιτέχνης,  Εθνικόν Ημερολογιον Σκόκου, Τέχνη, Εφημερίς, Σκριπτ, Μη Χάνεσαι, Ραμπαγάς, Πινακοθήκη κλπ. Ένα ολόκληρο σύμπαν λόγων και εικόνων στο οποίο στροβιλίζονται και κάποτε-κάποτε συναντιούνται ο Παπαδιαμάντης και ο Γύζης. Φερ’ ειπείν, όταν δημοσιεύεται το διήγημα ‘Υπό την Βασιλικήν Δρυν’ στα Παναθήναια του 1901, χρονιά του θανάτου του Γύζη, πίνακες του ζωγράφου διακοσμούν το περιοδικό. Το ίδιο συνέβη και με την ‘Φαρμακολύτρια’ (1900) ή την ‘Τύχη από την Αμέρικα’. Επίσης, όταν το 1911 το περιοδικό ‘Καλλιτέχνης’ νεκρολογεί τον Σκιαθίτη, τον πλαισιώνει με εικόνες του Τήνιου. Στο συλλογικό υποσυνείδητο εκείνη την εποχή οι δύο δημιουργοί ταυτίζονται αξεδιάλυτα υπό το κάλυμμα της ηθογραφικής συγκίνησης και της ιδεαλιστικής νοσταλγίας. Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως το αφήγημα του Παπαδιαμάντη ‘Αι Αθήναι ως Ανατολική Πόλις’ (Πανελλήνιον Λεύκωμα Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896, τυπογρ. της Εστίας σελ. 315-7) εικονογραφείται με την ακουαρέλα του Αιμίλιου Προσαλέντη υπό τον τίτλο ‘Μικρό Μοναστηράκι’. Το ανωτέρω κείμενο καταλήγει με τη φράση: ‘Σαρκικοί, υλόφρονες και νωθροί άνθρωποι δεν δύνανται ν΄ ανέλθωσιν εις τον ιερόν βράχον της Ακροπόλεως’.

Στο περιοδικό Διαβάζω (τεύχος 165, 8/4/1987) δημοσιεύονται κάποια σκαριφήματα του ίδιου του Παπαδιαμάντη τα οποία αναπαριστούν σκοτεινούς ιερωμένους, αρχιτεκτονικά μέλη σχεδιασμένα διάσπαρτα στα οποία συνυπάρχουν αρχαιοελληνικά και βυζαντινά στοιχεία, σπόνδυλοι κιόνων, προσκυνηματικές εικόνες κλπ. Πρόκειται εμφανώς για μια προαναγγελία του Κόντογλου. Ο πατέρας του Παπαδιαμάντη είναι οπαδός των κολλυβάδων ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας διαμαρτύρεται τόσο για την εξάπλωση της ναζαρηνής ‘τρισδιάστατης’ αγιογράφησης των καινούργιων ‘αριστοκρατικών’ ναών της πρωτεύουσας όσο και για την τοποθέτηση ιερών εικόνων σε μουσεία εφόσον ο φυσικός τους χώρος είναι οι ναοί εν οις βεβαίως αινείται ο Κύριος. Όμως δεν είναι μόνον αυτό ο Παπαδιαμάντης. Δηλαδή ο εμπνευστής εκείνης της ηθογραφίας που αναχράζει μια χαρισάμενη ζωή, ούτε ο τυπολάτρης της εκκλησιαστικής παράδοσης. Ο ίδιος είναι, από τους πιο ενημερωμένους καλλιτεχνικά διανοούμενους της εποχής του τουλάχιστον τόσο ενημερωμένος εικαστικά και λογοτεχνικά όσο και ο οξύς και απολαυστικά χολερικός στις κριτικές του Εμμανουήλ Ροΐδης. Απλώς ο Παπαδιαμάντης έχει άποψη, δεν ακολουθεί μόδες, ούτε παρασύρεται από συρμούς (κυρίως για να μην τον ‘πατήσουν’ αυτοί οι τελευταίοι). Νέος γνωρίζεται με τον Ζαν Μωρεάς  (1878) και τον παρακολουθεί έκτοτε όταν ηγείται του Συμβολισμού στο Παρίσι. Ζωγράφοι ενός ύστερου Ρομαντισμού με συμβολικά στοιχεία όπως ο Arnold Boecklin (φίλος εξάλλου του Γύζη), ο Gustave Moreau, ο G. Rossetti, ο Puvis de Chavannes δεν του είναι άγνωστοι ούτε απωθητικοί. Ο Παπαδιαμάντης και η εποχή του, αντίθετα από ό, τι πιστεύουμε λόγω αφελούς υπεροψίας, ήσαν ενήμεροι των συγχρόνων τους κινημάτων σχεδόν ταυτόχρονα με την εμφάνιση εκείνων στην Εσπερία. Λίγη περισσότερη έρευνα σχετικά θ΄ αποδώσει ακόμη περισσότερα στοιχεία. Πάντως ιδιοσυγκρασιακά ο Παπαδιαμάντης πιστεύω ότι συμπορεύεται απόλυτα με δύο φιγούρες που είχαν στην εποχή τους όμοια παρεξηγηθεί ή παραγκωνιστεί. Εννοώ τον Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938) και τον Πολυχρόνη Λεμπέση (1848-1913). Για τον πρώτο η ‘Κοιμωμένη’ συνηχεί κραδασμούς που απηχούν και τα κορίτσια του κυρ Αλέξανδρου λ.χ. την ‘Τελευταίαν Βαπτιστικήν’, την ‘Μαυρομαντηλού’ την ‘Νοσταλγό’ ή τέλος την ‘Χολεριασμένη’. Θυμίζουμε επίσης το ποίημα ‘Η Κοιμωμένη Βασιλοπούλα’ του Παπαδιαμάντη που δημοσιεύεται στις 21 Σεπτεμβρίου στην Εφημερίδα εις μνήμην της πριγκίπισσας Αλεξάνδρας και τις επίμονες επιστροφές του Χαλεπά στο θέμα ‘Ωραία Κοιμωμένη –Το Παραμύθι της Πεντάμορφης’. Ως προς τον Λεμπέση τώρα: Ο ζωγράφος γεννιέται στη Σαλαμίνα και μεγαλώνει στη Μονή Φανερωμένης όπου και πρωτομυείται στην αγιογραφία. Στην Αθήνα θητεύει πλάι στον Νικηφόρο Λύτρα και στο Μόναχο σχετίζεται με τον Γύζη. Εκθέτει στα Ολύμπια (1870, 1875) στον Παρνασσό (1885) στην Καλλιτεχνική Έκθεση Αθηνών (1896, 1899), στην Ελληνική Καλλιτεχνική Εταιρεία (1908) κ.ά. Αγιογραφεί μεταξύ των άλλων τον Άγιο Γεώργιο Καρύτση, τέμπλα εκκλησιών στη Σαλαμίνα κλπ. ‘Έζησεν εν αφανεία’ μοιράζοντας τις δραστηριότητές του ανάμεσα στο σπίτι του στην Πλάκα και το εργαστήριό του στο νησί. Η χαμηλών τόνων ζωγραφική του με το υποδόριο πάθος ταιριάζει πολύ και στο Σκιαθίτη ‘άγιο’ κυρίως για την αναζήτηση της μορφοπλαστικής ουσίας και την αποφυγή των διακοσμητικών στοιχείων. Για την ανάδειξη του ασήμαντου και για το σεβασμό απέναντι στους ταπεινούς ή τους αδύναμους.

Στη συνέχεια ο Παπαδιαμάντης ταξιδεύει μετά το θάνατό του στο πέλαγος της νεοελληνικής τέχνης σηματοδοτώντας τόσο τον λόγο όσο και την εικόνα. Ίσως είναι ο πιο δημοφιλής γραφιάς μετά τον Καβάφη. Ακόμη και η γλώσσα του δεν είναι εμπόδιο αλλά συντελεί στο μυστήριό του. Σκηνοθέτες σαν τον Κώστα Φέρρη ή τον Λάκη Παπαστάθη ποτίζουν τις εικόνες τους στην ασκητική του εμπνεόμενοι έμμεσα ή άμεσα από αυτόν. Αλλά και ζωγράφοι όπως ο Βλάσης Κανιάρης ή ο Χρήστος Μποκόρος κάτι ξέρουν από την ασκητική, χειροποίητη πνευματικότητά του· τους μετανάστες, τα μικρά παιδιά με τα υψωμένα χέρια, τα κεριά της ταφής ή της Ανάστασης. Αλλά βέβαια το εικαστικό πρόβλημα ως προς τα κείμενά του δεν έγκειται στην εικονογράφηση αλλά στην ‘μετεκένωσή’ τους. Στο να βρει δηλαδή κανείς ισόποσες αξίες που να εκφράζονται στο αντίστοιχο μέσο. Ο Κωστής Παλαμάς έχει ήδη τεθεί από το τέλος του 19ου αι. επικεφαλής μιας πνευματικής  ανανεωτικής κίνησης. Ο Παπαδιαμάντης είναι γι’ αυτόν μια πρόκληση επειδή ακριβώς μετεωρίζεται ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη χωρίς να εγκλωβίζεται πουθενά. Στη μελέτη του για τον Σκιαθίτη ο Παλαμάς υπογραμμίζει βολονταριστικά στο περιοδικό Τέχνη (Απρίλιος 1899). ‘Ζωγραφιές των πραγμάτων, όχι άρθρα … πρόσωπα, όχι δόγματα. Εικόνες όχι φράσεις…’. Η δικαίωση του κυρ Αλέξανδρου είναι ήδη εκεί στο διπλά συμβολικό 1899 ante portas



Υ.Γ. Και επειδή άρεσαν στον Α.Π. οι τουρκικές παροιμίες, μία ως επίλογος: «Αϊλάκ μπακάλ τα σακλαρίν ταρτάρ» (αμετάφραστο στη νεοελληνική λόγω … τολμηρότητας).



Βιβλιογραφία

1.                              Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, απόδοση-εισαγωγή: Γιώργος Αριστηνός, εκδ. Ελληνικά Γράματα, 2006.

2.                              Παναγιώτης Μουλλάς, Α. Παπαδιαμάντης Αυτοβιογραφούμενος, Εστία, 1999.

3.                              Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 165, 8/4/1987 (όπου και οι ζωγραφιές του)

4.                              Πανελλήνιον Εικονογραφημένον Λεύκωμα: Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896, εκδ. Βλάσης Γαβριηλίδης

5.                              Νέλλη Μισιρλή, Γύζης, εκδ. Αδάμ, 1996.

6.                              Μάνος Στεφανίδης, Μικρή Πινακοθήκη, τέταρτη έκδοση συμπληρωμένη, Καστανιώτης, 2001.

7.                              Άγις Θέρος, ‘Ο Γύζης ως άνθρωπος και ως Έλλην’, περ. Παναθήναια, τεύχος Α’, Οκτώβριος 1900-Μάρτιος 1901, σελ. 429-432.

8.                              Δ. Ι. Κ(αλογερόπουλος), Έκθεσις Ζωγραφικής εν Ζαππείω, περ. Παλιγγενεσία, 11 Απριλίου 1898, σελ. 2.





Νικόλαος Γύζης, Η αποστήθιση, 1883



Νικόλαος Γύζης, το Κούκου, 1882



Νικηφόρος Λύτρας, Επιστροφή από το πανηγύρι της Μονής Πεντέλης, 1865-72, Εθνική Πινακοθήκη

Νικήφόρος Λύτρας, Ψαριανό Μοιρολόι, πριν 1888, Εθνική Πινακοθήκη

Πολυχρόνης Λεμπέσης, το παιδί με τα κουνέλια, 1879, Εθνική Πινακοθήκη

Βλάσης Κανιάρης, Ο Δάσκαλος, εγκατάσταση, Δημοτικό σχολείο Αρνάδου, Τήνος 2009.

Χρήστος Μποκόρος, Φώτα πολύχρωμα, 2005, ιδιωτική συλλογή

ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Στην Αριάδνη

Έκθεση του μαθητή Κωστάκη Κ. Δημοτικό Σχολείο Αλίμου




Εγώ, σήμερα το πρωί, παραμονή Χριστουγέννων, ξύπνησα, πλύθηκα, ντύθηκα, ήπια το γάλα μου, έδειρα το αδελφάκι μου και πήγαμε όλοι μαζί με τη μαμά και τον μπαμπά μου στο εθνικό μητροπολιτικό πάρκο, στο πρώην αεροδρόμιο Ελληνικού, εκεί που πρόσφατα ολοκληρώθηκε η μεγάλη επένδυση πολιτισμού και αναψυχής... Τι ωραία που ήταν! Ακριβώς όπως το είχε υποσχεθεί παλιά ο κ. Σημίτης, το εξήγγειλε ο κ. Καραμανλής και το πραγματοποίησε πρόσφατα ο Αλέξης! Ο μπαμπάς μου δεν προλάβαινε να μας εξηγεί. Μας έδειχνε τα δέντρα, τα λιβάδια, τις λιμνούλες με τα υδρόβια φυτά, τα ελαφάκια που έτρεχαν ελεύθερα. Το αδελφάκι μου ήθελε να πιάσει ένα και τότε εγώ το έδειρα (το αδελφάκι μου). Έπειτα ανεβήκαμε στον καταπράσινο λόφο για να δούμε τον καταρράκτη που υπήρχε στην κορυφή του. Ο μπαμπάς και η μαμά άνοιξαν τη σακούλα με τα σάντουιτς και μας είπαν να προσέχουμε τα χαρτιά και τα πλαστικά μπουκάλια γιατί θα ήταν κρίμα να ρυπάνουμε ένα τόσο ωραίο πάρκο και τόσο εντυπωσιακή επένδυση πολιτισμού που όμοιά του δεν έχει ούτε η Ν. Υόρκη, ούτε το Λονδίνο. Και που το προγραμμάτισε ο κ. Σημίτης για να το υλοποιήσει ο κ. Τσίπρας δημιουργώντας 100.000 θέσεις εργασίας! Εγώ τότε έδειρα το αδελφάκι μου γιατί ρώτησε τι σημαίνει «υλοποιήσει», για να τις φάω μετά από τον μπαμπά μου ο οποίος επιμένει πως δεν πρέπει να δέρνουμε τα παιδιά.

Τι ωραία που είναι εδώ, μακριά από τα αυτοκίνητα, το καυσαέριο, τη φασαρία, τα παλαβωμένα μηχανάκια, τα φορτωμένα από περίπτερα, τραπεζοκαθίσματα, κάδους απορριμμάτων, μπάζα, κάγκελα, πεζοδρόμια! Τα οποία είναι συγχρόνως και πάρκινγκ αλλά και αγκυροβόλια για κρις κραφτ πάνω σε τρέιλερ ή για τζιπούρες με μεταλλικές κουκούλες! Η μαμά μάς έλεγε συνέχεια: «Τρέξτε άφοβα, κυλιστείτε στο χορτάρι, αναπνεύστε βαθιά και μαζέψτε λουλούδια», ενώ ο μπαμπάς μάς έδειχνε μακριά την Αίγινα και τον Αργοσαρωνικό. Εγώ τότε έδειρα το αδελφάκι μου που είχε χωθεί σε μια σπηλιά για να παίξουμε και δεν μπορούσε να βγει. Τι ωραία που ήταν! Τι χαρούμενοι που ήμαστε όλοι, πόσο έκλαιγε το αδελφάκι μου!

Ήταν πολύς κόσμος εκεί κι άλλα πολλά παιδάκια με τ' αδελφάκια τους, έπαιζαν με τις πάπιες, ξάπλωναν στο γρασίδι, έτρεχαν μέσα στο δάσος, ανέβαιναν στα ψηλά δέντρα και έκαναν βαρκάδα στις λιμνούλες. Άλλα παιδάκια χάζευαν τα μεγάλα γλυπτά που ήταν τοποθετημένα στη μέση ακριβώς του εθνικού μητροπολιτικού πάρκου που υποσχέθηκε ο κ. Σημίτης, δεν εγκαινίασε ο κ. Καραμανλής αλλά πραγματοποίησε ο Αλέξης μας. Ήταν μάλιστα και μια κυρία με καπέλο και ένας κύριος και ξεναγούσαν τα παιδιά και τους γονείς τους. «Πολύ φιλότεχνος ο κ. Ταγματάρχης, ο πρώην της ΕΡΤ» είπε τότε ο μπαμπάς μου κι εγώ έδειρα το αδελφάκι μου γιατί φώναζε πως δεν βλέπει κανέναν ταγματάρχη. «Δεν πρέπει ν' αντιμιλούμε στους γονείς μας» του έλεγα, ενώ μ' έδερνε ο μπαμπάς μου και συγχρόνως φώναζε στη μαμά μου: «Κάνε και συ κάτι, δεν είναι μόνο δικά μου τα παιδιά. Ξεθεώθηκα χρονιάρες μέρες».

Τι όμορφα που περνούσε η ώρα! Τι ωραία που ήταν! Φτάσαμε σε ένα ξέφωτο όπου δέσποζε η προτομή του Βαρουφάκη, έργο της συζύγου του Δανάης Στράτου. Η μαμά μου συγκινήθηκε. Πίσω υψώνονταν οι τέσσερις οικολογικοί ουρανοξύστες ύψους 200 μέτρων και καθρεφτίζονταν σαν κορφές βουνών στην τεχνητή λίμνη. Ω! πόσο χαρούμενο ήταν το αδελφάκι μου! Και πόσο με βάρυνε το σάντουιτς! Τόσο που ήθελα να κοιμηθώ κάτω από μια βελανιδιά και να με νανουρίζουν τα κελαϊδίσματα των πουλιών. Η μαμά μου πιο πέρα φωτογράφιζε τα φλαμίνγκος που ισορροπούσαν στο ένα τους πόδι μέσα στο ρηχό νερό και με το ράμφος τους έψαχναν για γαριδούλες στο βυθό του. Τότε ο μπαμπάς μου που είναι ΠΑΣΟΚ, είπε: «Αυτό το έργο του Σημίτη είναι πιο σημαντικό από το βιβλίο του». Και η μαμά που είναι Ν.Δ. συμπλήρωσε: «Αυτό το πάρκο είναι αληθινά μια προσφορά πολιτισμού και δικαιώνει το πέρασμα του Καραμανλή από το ΥΠΠΟ έστω και αν εν τέλει το πραγματοποίησαν η αριστερά του Τσίπρα και η ακροδεξιά του Καμμένου». Εγώ τότε έδειρα το αδελφάκι μου γιατί ρώτησε «Τι σημαίνει ΥΠΠΟ», εξηγώντας του ότι όλα στην Ελλάδα υπό είναι. Τότε οι γονείς μας μας οδήγησαν βαθιά μέσα στο δάσος και αφού περπατήσαμε πολλή ώρα, φτάσαμε σ' έναν παραμυθένιο πύργο. Εκεί καθίσαμε, παραγγείλαμε γλυκά και ο μπαμπάς μου άνοιξε την εφημερίδα του. «Τι σπουδαίος ρήτορας είναι ο Τσακαλώτος» παρατήρησε. «Οπωσδήποτε. Αρκεί να μην του χωρίζει σελίδα τον επιθετικό προσδιορισμό από το ουσιαστικό» απάντησε η μαμά μου. Ξαφνικά τότε, ο μπαμπάς μου έδειρε το αδελφάκι μου. Τι ωραία που ήταν!

Την ιδιά ώρα που εμείς απολαμβάναμε τη φύση, εκατοντάδες τζιπούρες εκατομμυρίων κυβικών από τα βόρεια προάστια έκαναν την τελευταία προσπάθεια να καταλάβουν το αδούλωτο, περήφανο Κολωνάκι, με τους ηρωικούς κατοίκους του ν' αμύνονται απελπισμένα από τα κράσπεδα του Λυκαβηττού. Επίσης χιλιάδες ευτυχισμένοι πολίτες πολιορκούσαν την Ηρώδου Αττικού για να ευχαριστήσουν τον Πρωθυπουργό που πρόσφερε αυτή την πολύτιμη οικολογική ανάσα στην πρωτεύουσα. Άλλοι πάλι έζωσαν το Προεδρικό Μέγαρο επευφημώντας τον κ. Παυλόπουλο, επειδή δημιούργησε τόσες θέσεις εργασίας με τις προσλήψεις του. Τη χαρούμενη ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων συμπλήρωναν τα μεταχειρισμένα ελικόπτερα που αγόρασε ο κ. Καμμένος και πετούσαν μαζί με τα Χερουβείμ πάνω από τη φάτνη του Συντάγματος. Ήμουν τόσο συγκινημένος που κάθισα και μ' έδειρε το αδελφάκι μου. Αυτά ήταν τα πιο ευτυχισμένα Χριστούγεννα της ζωής μου.

ΥΓ.: Εγώ, όταν μεγαλώσω θα γίνω πιλότος της φόρμουλα ένα που θα φτιάξει η κ. Τασία μέσα στο εθνικό μητροπολιτικό πάρκο που οραματίστηκαν ο κ. Σημίτης και ο κ. Καραμανλής και έκανε πράξη ο κ. Τσίπρας. Θα πάρω και το αδελφάκι μου συνοδηγό. Αφού το δείρω...