Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

ΑΔΕΛΦΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ


Ανδρέα Μπέλια, Ομόνοια, 1980




... Αντιλαμβάνομαι ότι στους σπασμούς της απελευθέρωσης είναι αναπόφευκτη μια υστερία που συνοδεύει κάποτε αυτές τις διορθωτικές κινήσεις... Μια παραπανίσια μαχητικότητα, μια διεκδικητικότητα υπερβολική ακόμα και άγαρμπη ...


Δημήτρης Παπαϊωάννου 


"...Γάμησα μια αδελφή (sic) ..." είπε τις προάλλες το νευρωτικό ανθρωπάριο της Χρυσής Αυγής στο προαύλιο του Κοινοβουλίου (!)... Αγνοώντας ότι έστω και άθελά του ομολόγησε μια μεγάλη αλήθεια. Ότι δηλαδή ομοφυλοφιλία είναι και το λεγόμενο ενεργητικό σεξ ανάμεσα σε δύο άντρες. Άρα αποδέχτηκε ο μάτσο ανθρωποειδής πως είναι κρυφοαδερφή.

Ας συμφωνήσουμε όμως στα βασικά για τις ανάγκες της συζήτησης. Η σχέση άνδρα και γυναίκας είναι ο κανόνας, το φυσιολογικό. Κάθε παραλλαγή αυτού του κανόνα αποτελεί παρέκκλιση, χαριτωμένη ή σκαμπρόζικη μεν, πειραματική ή ελευθεριάζουσα αν προτιμάτε, αλλά πάντα παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα. Μια παρέκκλιση νομιμοποιημένη και αναμφισβήτητη από την χρήση ή και την κατάχρηση αιώνων. Καμία αντίρρηση. Όπως και από το γεγονός ότι οι ομοφυλόφιλοι επί αιώνες ήσαν ο εύκολος στόχος κάθε καταπιεσμένου πουριτανού. Κάθε θρησκείας ή εξουσίας. Έστω κιαν πολύ συχνά απολάμβαναν τις ομοφυλόφιλες ηδονές οι εκάστοτε επικεφαλής και της εξουσίας και της θρησκείας. Το κυνήγι των μαγισσών (που στοχοποιούνται ως "αδελφές") έφτασε σε τέτοιο παροξυσμό ώστε η ομοφυλοφιλία να θεωρείται όχι μόνο νόσος σωματική ή ψυχολογική αλλά και ατιμωτική, ποινική πράξη. Και ως τέτοια να διώκεται απηνώς. Οι Ναζί του Βερολίνου, οι μουλάδες της Τεχεράνης αλλά και ο Στάλιν ή ο Φιντέλ Κάστρο κυνήγησαν ανελέητα τους ομοφυλόφιλους αφού ήταν αδιανόητη η οποιαδήποτε περίπτωση ομοφυλοφιλίας στους σοσιαλιστικούς των παραδείσους! Επίσης, είναι πολύ ενδεικτικό παράδειγμα ότι ως το 1968 η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα και ετιμωρείτο στην μεγάλη Βρετανία. Έπρεπε να έλθει ο φιλελευθερισμός του ´70 και σταδιακά η ομοφυλοφιλία να προστατευθεί θεσμικά αλλά και να γίνει ιδεολογικά αποδεκτή στις ανοιχτές κοινωνίες της Δύσης. Κι όλα αυτά λίγο-λίγο και με αγώνες όχι χωρίς κόστος από τους αποφασισμένους ακτιβιστές. Όλα αυτά τότε.

 Σήμερα στην "επάρατη" Δύση οι ομοφυλόφιλοι μπορούν να κατοχυρώσουν νομικά την συμβίωση τους, να παντρευτούν, να υιοθετήσουν και να είναι πλήρως αποδεκτοί από την υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε μια μέρα θα μπορούσαν να εξαλειφθούν προκαταλήψεις αιώνων. Όμως τα βασικά έχουν γίνει ώστε οι ομοφυλόφιλοι να μην κρύβονται πια ούτε να απειλούνται.Το αντίθετο. Συχνά πρωταγωνιστούν στον δημόσιο βίο όντας ιδιαίτερα δημοφιλείς. Από τον Andy Warhol ως τον Λάκη Λαζόπουλο. Σε αυτό έχουν βοηθήσει πολύ το σινεμά και η τηλεόραση ώστε να απενοχοποιηθούν οι "αντιμαχόμενες" πλευρές και η παρέκκλιση να γίνει καθόλα αποδεκτή ως συμπλήρωμα του κανόνα. Παρατηρούνται σχετικές υπερβολές; Παρατηρούνται. Η υποσυνείδητη "ενοχή" για την "παρέκκλιση" δεν αφορά τόσο στους στρέιτ όσο στους γκέι οι οποίοι ως ψυχολογική υπεραναπλήρωση προβάλλουν την ομοφυλοφυλία σαν must, σαν επιλογή υπεροχής, αξιοπρέπειας κλπ. Επίσης είναι προκλητικά αστεία η εμμονή σε μικροαστικά σουσούμια με ... νυφικά, μπονμπονιέρες, pride parade κλπ. Καταλαβαίνω τις βαθύτερες αιτίες αλλά διαφωνώ. Κυρίως για την εμμονή σε μιαν ηλίθια κορεκτίλα που ανακατεύει την επιθυμία με τον συνδικαλισμό αλλά και τον μικροαστισμό με την υπερπροβολή της διαφοράς (κι όχι διαφορετικότητας όπως είναι το ... politically correct). 


Η ομοφυλοφιλία αποτελεί, φρονώ, για πολλούς και ανάγκη και επιλογή. Είναι ακόμα μια "πολιτική" αμφισβήτηση του κυρίαρχου μοντέλου σχέσεων. Μπερδεύεται γλυκά με την αμαρτία και με την ηδονή του "απαγορευμένου" και καλά κάνει. Όπως το "απαγορευμένο" ψάχνει και ο/η στρέιτ πολυγαμικός/ή. Γιαυτό και δεν καταλαβαίνω τους γάμους με τα νυφικά, τις γελοιότητες με τις gay parade, τις τεκνοποιήσεις (!) με παρένθετες μητέρες και δότριες ωαρίων κλπ. Όλη δηλαδή αυτή την μικροαστική διαδικασία απομίμησης της κανονικότητας που κάνει τόσο χτυπητή και την έλλειψη και την διαφορά. Όπως επίσης και την γκετοποίηση σε gay, lesbian, trans κλπ. κοινότητες που υπογραμμίζουν ακόμη περισσότερο την διαφοροποίηση και το περιθώριο την στιγμή ακριβώς που έχει επιτευχθεί η κεντρική θέση των ομοφυλόφιλων μέσα στην πλουραλιστική, σύγχρονη κοινωνία. ´Η, τέλος, την ακτιβιστική εμμονή σε μια πρωτιά και μια "κυριαρχία" που βρίσκεται περισσότερο σε ένα καταπιεσμένο ή συμπλεγματικό φαντασιακό παρά στην ζωή εκεί έξω. Ώστε από το ένα άκρο να οδηγηθούμε στο άλλο στο πλαίσιο μιας καθυστερημένης εκδίκησης εναντίον εκείνης της κοινωνίας των αρρένων που κηρύσσεται a priori ένοχος όποιος διεκδικεί την ομοερωτικότητα του. Βάζοντας στις κρεβατοκάμαρα μια συμβολική αστυνομία της ερωτικής συμπεριφοράς. Η ομοφυλοφιλία, -από την άλλη- θέλει πιά να γίνει από εξαίρεση κανόνας. Όπως π.χ συμβαίνει με το απίστευτο σλόγκαν άντρας ή γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι κλπ. 


ΥΓ. Πάντως δεν μου βγάζετε από το μυαλό πως σε κάθε ομοφυλόφιλο ζευγάρι εμφιλοχωρεί πάντα, συμβολικός ή ρεαλιστικός, ο φαλλός - το υπερβατικό σημαίνον του Lacan. Δηλαδή γίνεται πάντα στην ομοφυλοφιλική "παρέκκλιση" μια προσομοίωση του

 "φυσιολογικού" έρωτα με τον έναν από τους δυο παρτενέρ να υποδύεται (ή και να είναι) το αρσενικό και τον άλλο να υποδύεται (ή και να είναι) το θήλυ... Πάντα ένας ρόλος, μια μίμηση, μια μεταφορά που θα ανακαλεί την έλλειψη, για να μη πω απώλεια. Εξ ου και το μένος τους προς την κανονικότητα. Αφού πάντα μέσα από την προβαλλόμενη διαφορά μόλις συγκαλύπτεται μια οντολογικής τάξης αδυναμία ... Ένα βασανιστικό υποκατάστατο.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Στέργιος Στάμος, Opus Magnum


Στη γκαλερί Σκουφά ως τις αρχές Ιουλίου

 


Η έκλειψη της ουσιαστικής εικόνας, στην εποχή της εικόνας, δεν συνιστά μια μορφή θανάτου του κόσμου μας; Εδώ είναι το στοίχημα! Να ζήσει ο καθένας τη ζωή που του ‘λαχε όχι σαν πιόνι αλλά σαν υλικό της ιστορίας. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στον μεταπολεμικό κόσμο, ζούμε το πυροτέχνημα μιας μαζικής φωταψίας που αυτοπροσδιορίζεται ως «τέχνη» αλλά περισσότερο είναι αγορά, διαφήμιση, επικοινωνία, ρηχή εικόνα που προπαγανδίζει το α-νόητο και κυρίως ένα μοντέλο συμπεριφοράς ομότροπης και ομόφρονος που αγκαλιάζει ολόκληρη την υδρόγειο και υποχρεώνει βελούδινα του πάντες, λευκούς, κίτρινους, μαύρους, να καταναλώνουν τις ίδιες αισθητικές (;) πληροφορίες, να γελούν με τα ίδια αστεία του Υoutube, να πληροφορούνται ακαριαία την τελευταία ντρίπλα του Μέσι, την έσχατη –κυριολεκτικά- σαχλαμάρα της Lady Gaga. Κι όλα αυτά φωταγωγημένα μέσα από το περιούσιο φως της πιο άχραντης τεχνολογίας που δίνει υπόσταση στο ασήμαντο, που κάνει το σκουπίδι να λάμπει και που προβιβάζει το γελοίο σε αισθητική. Πρόκειται γι’ αυτή την παγκόσμια γλώσσα η οποία μεθοδικά εξαφανίζει τις τοπικές κουλτούρες και βουβαίνει τις τοπικές γλώσσες αποθεώνοντας την μια και μοναδική εικόνα, το ένα σημαίνον το οποίο διαθλάται σε άπειρα σημαινόμενα, έως εξαφάνισης. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. Να απολεσθεί το νόημα και η κυρίαρχη εικόνα, ο ουσιαστικός big brother, να αυτοσημαίνεται… Ό,τι βλέπεις, είναι και το απόλυτο περιεχόμενο. Δεν υφίσταται τίποτε πέρα ή πίσω από αυτό... Η έρευνα του Στέργιου Στάμου, χρόνια τώρα, διαφοροποιείται με την ποιότητα της από αυτόν τον ενοχλητικά γενικό κανόνα. Καταθέτοντας την έγκυρη άποψη του για την κρίση στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο. 

Υπάρχει λοιπόν μια μορφή τέχνης που καταπραΰνει διακοσμώντας και προωθεί εκείνη την εφησυχασμένη  αισθητική του ήδη κατακτημένου. Πρόκειται για εκείνη την έκφραση που παρέχει στον επηρμένο μικροαστό την ψευδαίσθηση της καλλιέργειας και το άλλοθι της ευαισθησίας. Εκείνο που συνδέει συνήθως τους δημιουργούς αυτής της έκφρασης με όποιους την καταναλώνουν είναι κάτι υλικό, μια οικονομική σχέση που υποδύεται την πνευματική, μια τιμή αγοράς. Είναι τότε που η αξία του καλλιτεχνικού προϊόντος εξισούται με το χρηματιστηριακό του μέγεθος. Είναι τότε που η καλαισθησία μετριέται με το μέτρο και το έργο γίνεται η τιμή του. Και η τέχνη από μια μυστική κατάδυση του υποκείμενου σε εκείνο το σκοτάδι, που λαμπυρίζει από νοήματα, καταντά μια αυτοεικόνα , ένα αυτοείδωλο όπου το διαφημιστικό σποτ μπορεί να διαθέτει ως μουσικό υπόβαθρο μια καντάτα του Βach αρκούντως μεταλλαγμένη ώστε να καταστεί ακαριαία ακουστική τσίχλα. Ο παγκόσμιος πολιτισμός οφείλει εσπευσμένα να μεταμορφωθεί σε εικόνα των μετρίων και ο λόγος να κενωθεί από τις σημασίες που κάποτε τον λάμπρυναν και να καταντήσει απλά τύπος, σαν τον μπορχεσιανό Φούνες που θυμάται μεν αλλά δεν κατανοεί. Αυτό είναι το νέο δράμα των μορφών. Μια τραγωδία χωρίς τον ίλιγγο του τρόμου αλλά του γελοίου. Και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες; Είτε νάνοι που δεν τολμούν να επωμισθούν το βάρος του ονόματός τους, είτε ναυαγοί στα σταροχώραφα του Van Gogh που ψάχνουν για περίστροφο. Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως προσωπικά συντάσσομαι με τους δεύτερους. Με την στάση δηλαδή κι όχι την πόζα.


Επειδή υπάρχει και μια άλλη μορφή τέχνης η οποία δεν καταδέχεται να διευθετήσει απλώς  την υφιστάμενη πραγματικότητα αλλά βούλεται και να την αλλάξει. Όχι με βία, πολιτικάντικους τακτικισμούς ή λαϊκίστικη αμετροέπεια αλλά με την τεράστια, πνευματική δύναμη που a priori διαθέτει η αληθινή τέχνη. Αναφέρομαι, δηλαδή, σε εκείνη την έκφραση που δεν ρέπει στην εύκολη, μελοδραματική συγκίνηση ούτε ακόμη στο στιγμιαίο σοκ αλλά οδηγεί ανεπαισθήτως σχεδόν, στον βαθύ  συγκλονισμό. Αυτή είναι η περίπτωση του Στέργιου Στάμου. Γνωρίζω τον καλλιτέχνη Στάμο περισσότερο από είκοσι χρόνια και παρακολουθώ την σταθερή του εξέλιξη από την μια έκθεση στην άλλη και από την παλιότερη στη νεότερη πρόταση. Όλη του την πορεία χαρακτηρίζουν στοχαστικότητα, μεθοδική κατάκτηση διαφορετικών, πολυδιάστατων υλικών - θα έλεγα, από την χειρονομία στην " ήρεμη" τεχνολογία - αλλά και ένα στοιχείο έκπληξης ή ακόμη και αιφνιδιασμού. Ξεκινώντας από το παραδοσιακό τελάρο και τον  εξπρεσιονιστικό, ποιητικό γραφισμό του '90 πέρασε στα τρισδιάστατα, θεατρικά περιβάλλοντα και στις " ιερές συνομιλίες" ζωγραφικών και γλυπτικών προτάσεων, μπολιασμένων κάθε φορά με την αγωνία για την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Το εδώ και τώρα της ζωής απέναντι στο υπερτοπικό και υπερχρονικό της τέχνης. Ο Στάμος δεν αναρωτιέται, με κάθε καινούριο έργο του, μόνο "τί είναι ένα έργο τέχνης;" αλλά επιμένει να απαντήσει στο ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα "γιατί ένα έργο τέχνης σήμερα και για ποιους;" Παρά τον διαρκώς επίκαιρο χαρακτήρα των έργων του όμως η τέχνη του δεν καταδέχεται να είναι απλά πολιτική, δηλαδή καταγγελτική, αλλά επιδιώκει κάτι πολύ πιο φιλόδοξο και σαφώς πιο δύσκολο: να δημιουργήσει εικαστικά περιβάλλοντα - "μνημεία φρίκης"( όπως θα έλεγε ο ποιητής) αλλά και πυρήνες  ενέργειας που θα  βοηθήσουν τον θεατή να κατανοήσει τόσο την εποχή του όσο και τον εαυτό του. Έτσι ώστε το έργο τέχνης να λειτουργεί ως μέθοδος αυτογνωσίας και από την πλευρά του υποψιασμένου θεατή.

Από τις Μεταναστεύσεις του 2010 ως τις Γεωγραφίες του 2017 έχει διανυθεί  ένας εντατικός δρόμος ωρίμανσης του καλλιτέχνη ώστε να μας παρουσιάσει σήμερα το κατά τη γνώμη μου opus magnum της συνολικής του έρευνας. Εδώ ο Στάμος με βαθιά θεατρική αίσθηση αλλά χωρίς θεατρινισμούς εγκύπτει στο δράμα της Ιστορίας και το μεταμορφώνει σε δράμα των μορφών. Αφορμή για την παρούσα πολυεπίπεδη νοηματικά εγκατάσταση είναι οι έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ανατολή,η συνεχιζόμενη τραγωδία στη Συρία, οι εκατόμβες των πνιγμένων στη Μεσόγειο, αλλά και η κρίση στην Ευρώπη και την Ελλάδα η οποία εξελίχθηκε τελικά σε παρακμή. 
-Ερώτηση: Πώς διευθετείται όμως εικαστικά ένα τόσο δραματικά αίμασσον υλικό; Η κόκκινη μπογιά υποδύεται αλλά δεν είναι το αίμα και η εύκολη συγκίνηση δεν αποτελεί αληθινή έκφραση. Γνωρίζοντας όλους αυτούς τους εκφραστικούς κινδύνους ο δημιουργός επιλέγει εν προκειμένω για να προχωρήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, κάτι ανάλογο με την μπρεχτική Verfremdung. Εκκινεί όπως έκανε και σε παλιότερες προτάσεις του, από τα realia: Φωτογραφίες, ονόματα των θυμάτων, ανταποκρίσεις, κείμενα, μακέτες βομβαρδισμένων πόλεων και ποικίλο ακόμη πραγματολογικό υλικό.Εδώ ο καλλιτέχνης δεν λειτουργεί ως γκουρού ή θαυματοποιός αλλά υιοθετεί τον ρόλο πολεμικού ρεπόρτερ ή καλύτερα ιστοριοδίφη. Ώστε το αποτέλεσμα της εργασίας του να είναι "αντικειμενικό", αντισυναισθηματικό δηλαδή αμείλικτο και ο θεατής να καταστεί συμμέτοχος της ευρύτερης, κοινωνικής ευθύνης. Γιατί αν το έργο τέχνης δεν είναι σε θέση να κάνει τον άνθρωπο περισσότερο άνθρωπο, τότε διερωτώμαι ποιον άλλο λόγο ύπαρξης διαθέτει. Ο Στάμος μιλάει τώρα για "Γεωγραφία" όπως μιλούσε παλιότερα για "Μεταναστεύσεις". Ο πληθυντικός και στις δύο περιπτώσεις σηματοδοτεί τις διαφορετικές οπτικές γωνιές, τις αντίθετες πολιτικές στιβάδες, τα συγκρουόμενα, πολιτικά συμφέροντα. Ο κόσμος μας είναι ένας και συγχρόνως πολλοί και η εποχή μας εξαιρετικά σημαντική και λόγω των ακροτήτων που την χαρακτηρίζουν αλλά και λόγω της απελπισίας που γεννάνε τα ποικίλα αδιέξοδα που έχει συσσωρεύσει.
Ποιο θα είναι το αύριο ενός πλανήτη συλημένου, υπερθερμασμένου, δηλητηριασμένου από την μόλυνση πραγματική και συμβολική ενός καλπάζοντος, ληστρικού καπιταλισμού, με εκρηκτική την πληθυσμιακή αύξηση και αντίστοιχη απομείωση των φυσικών πόρων; Ποιο είναι το αύριο σε έναν κόσμο όπου η εξουσία και ο πλούτος συγκεντρώνονται σε μια αισχρή μειοψηφία ενώ οι θηριώδεις πλειοψηφίες θα λιμοκτονούν; Πόσες και ποιες γεωγραφίες μπορούν να χωρέσουν αυτόν τον παραλογισμό;

Ο Στέργιος Στάμος και παλιότερα καταπιάστηκε με την εικαστική αποτύπωση μιας Ελλάδας που καταρρέει. Με τις θάλασσες της να έχουν καταστεί νεκροταφεία αθώων και την ενδοχώρα της πεδίο βολής του διεθνοποιημένου, τυχοδιωκτικού κεφαλαίου. Και αυτή τη φορά ο προβληματισμός της πρότασης του συνδέει το παγκόσμιο με το τοπικό  και αντίστροφα. Η  ελληνοπρεπής "μπουγάδα" με τα ματωμένα χαρτιά και τα άπλυτα ενός βρώμικου κόσμου- τόσο συμβολική όσο και ρεαλιστική-  παραπέμπει έμμεσα στη μπουγάδα που έστησε ο Βλάσης Κανιάρης το 1979-80 εντός του πρώην παγοποιείου ΦΙΞ και στο συνταρακτικό έργο του "Hélas- Hellas", ο ζωγράφος και το μοντέλο του". Ο Στάμος συνεχίζει αυτή την υποβλητική ελεγεία για τα πάθη του τόπου και τα πάθη του κόσμου με ένταση αλλά και λιτότητα. Με λιτότητα αλλά και με ένταση σε τρόπον ώστε ο υπόκωφος θρήνος των εικόνων του να καταστεί κραυγή. 

Μάνος Στεφανίδης
 5/5/2017

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Τα μυστικά των εικόνων - η γενιά του '60. Α! μέρος.


Εγκαίνια Πέμπτη 1η Ιουνίου, 7.30 μ.μ. 
στο Πολιτιστικό Κέντρο δήμου Αλίμου, λεωφόρος Ιωνίας 96

Η γνώση της τέχνης μας, σύγχρονης και παλιότερης, δεν συνιστά απλή πολυτέλεια αλλά πράξη ουσιαστικής αυτογνωσίας. Η τέχνη μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, η καθημερινή ζωή μας αλλά κάπως αλλιώς. Δηλαδή η αδιαπραγμάτευτη μας ζωή, με όλες τις αντιφάσεις ή τις αντιξοότητες, αλλά κάπως αλλιώς. Σαν μια μυστική δύναμη να έχει μεταμορφώσει την καθημερινότητα σε μαγεία. Αυτό είναι ό τι αποκαλούμε τέχνη κι αυτή είναι η αναμορφωτική της δυνατότητα. Κι ας μην ξεχνάμε: Η τέχνη είναι διαλεκτικά αντίθετη προς κάθε μορφή εξουσίας ενσαρκώνοντας η ίδια την ουτοπία της διαρκούς επανάστασης. Κάτι που δεν αντιλαμβάνονται ούτε οι συνδικαλιστές ούτε κι οι γραφειοκράτες της τέχνης. Ούτε βέβαια οι μεταπράτες ή οι διαφημιστές της. Η τέχνη αποτελεί ενδιάθετη γνώση και ως τέτοια δεν χρειάζεται απόδειξη. Είναι τέλος η τέχνη μια τρέλα χωρίς την αρρώστια κατά την επιτυχημένη διατύπωση του πρόωρα χαμένου Γιώργου Λάππα.
Γενικά τώρα μιλώντας η σύγχρονη τέχνη μας εκκινεί στις αρχές του 20ου αιώνα με τις επιβλητικές δημιουργίες του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967), του Γεωργίου Μπουζιάνη (1885-1959) και του Φώτη Κόντογλου (1896-1965). Πρόκειται για τρεις δασκάλους που έμμεσα ή άμεσα διαμορφώνουν τη γενιά του '30, δηλαδή την ελληνοκεντρική καλλιτεχνική έκφραση και ορίζουν την πραγματικότητα,ή αν προτιμάτε,την ουτοπία μιας εθνικής σχολής.


Ο Τσαρούχης, ο Διαμαντόπουλος, ο Εγγονόπουλος, ο Μόραλης, ο Νικολάου, η Λυμπεράκη, ο Μαυροΐδης, ο Κοντόπουλος, η Μελά-Κωσταντινίδη, ο Αστεριάδης, ο Σικελιώτης, ο Βασιλείου, ο Καπράλος, ο Ζογγολόπουλος, ο Λουκόπουλος, ο Σκλάβος, ο Λαμέρας, ο Σπυρόπουλος, Μυλωνά κλπ. είναι τόσο απαστράπτουσες, ατομικές περιπτώσεις όσο και η εξέλιξη των προβληματισμών που διατύπωσαν οι προειρημένοι δάσκαλοι. Με τους δύο ιδιοφυείς αθώους τον Γιαννούλη Χαλεπά (1851- 1938) και Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1873-1934) να αποτελούν τις δύο ανένταχτες εξαιρέσεις που όμως συγκροτούν έναν διαφορετικό κανόνα. Τον κύκλο των μεγάλων δημιουργών που βρίσκουν το δρόμο τους ανάμεσα στην γενιά του '30 και τους τρεις προαναφερθέντες δασκάλους της συμπληρώνουν οι περιπτώσεις του Νικόλαου Λύτρα, του Κωνσταντίνου Μαλέα, του Γεράσιμου Στέρη,του Μιχάηλ Οικονόμου και του Γεωργίου Γουναρόπουλου και του Σπύρου Παπαλουκά... Συμβολικά μιλώντας ο Γιάννης Μόραλης εντός της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και ο Γιάννης Τσαρόυχης εκτός υπήρξαν οι βασικοί δάσκαλοι της λεγόμενης γενιάς του '60. (Έστω κι αν κάποιοι επιφανείς εκπρόσωποι της αργότερα βιάστηκαν ως "διεθνιστές" οι ίδιοι να καταγγείλουν ως φολκλορικό ή "εθνοκεντρικό" το έργο τόσο του Τσαρούχη όσο και του Μόραλη). Πάντως, με ιστορικούς όρους μιλώντας, και μακριά από τα πάθη της εποχής ή τους αναπόφευκτους καλλιτεχνικούς ανταγωνισμούς η γενιά του '30 υπερασπίστηκε την ιθαγένεια και την ταυτότητα ενώ η γενιά του '60 όντας ανδρωμένη στις μεταπολεμικές, καλλιτεχνικές συνθήκες διεκδίκησε το διεθνές καλλιτεχνικό λεξιλόγιο και εν πολλοίς κατέκτησε το ενδιαφέρον του παγκόσμιου κοινού. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της Χρύσας, του Γιάννη Κουνέλλη, του Κανιάρη, του Τάκι, του Λουκά Σαμαρά κλπ.


Στην παρούσα έκθεση παρουσιάζουμε ενδεικτικά καλλιτέχνες που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1920 και το 1940, ωρίμασαν στην περίοδο της δικτατορίας και έκτοτε πρωταγωνίστησαν στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και όχι μόνο. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις του Γιάννη Γαΐτη, του Παναγιώτη Τέτση, του Θανάση Τσίγκου, του Δανιήλ, του Δημήτρη Περδικίδη,του Ηλία Δεκουλάκου, του Δημοσθένη Κοκκινίδη, του Νίκου Κεσσανλή, του Παύλου,του Κώστα Τσόκλη, του Χρίστου Καρά (οι τέσσερις τελευταίοι γεννήθηκαν το 1930) και των λίγο νεότερων Δημήτρη Μυταρά, Σωτήρη Σόρογκα, Αλέκου Φασιανού, Βασίλη Σπεράντζα, Μπίας Ντάβου κλπ. Πρόκειται για δημιουργούς που σφυρηλάτησαν την σύγχρονη ευαισθησία μας, που " εικογράφησαν" το συλλογικό μας παραμύθι ως κοινωνίας με έργα που ισορροπούν ανάμεσα στο τοπικό και το διεθνές, το δράμα της εθνικής μας ιστορίας και τις κοσμοϊστορικές ανακατατάξεις που συγκλόνισαν μεταπολεμικά τον πλανήτη. Τέλος την χαρά του έρωτα και το πένθος του θανάτου. Την χαρά της έκφρασης αλλά και το πένθος που γεννιέται από την αδυναμία να εκφραστούμε εγκλωβισμένοι σε μιαν μονοδιάστατη παιδεία και έναν τεχνοκρατικό τρόπο ζωής. Την έκθεση κλείνει συμβολικά ένας νεότερος καλλιτέχνης, ο Χρήστος Αντωναρόπουλος που ζει και δημιουργεί στον Άλιμο ως μια χειρονομία προς το μέλλον, τις νέες ιδέες, τα νέα υλικά, τις νέες τεχνολογίες. Αλλά και ως πρώτη συμβολή για την δημιουργία μιας σύγχρονης Πινακοθήκης για την οποία έχει δεσμευτεί η δημοτική αρχή.

 Οι παρουσιαζόμενοι πίνακες συγκροτώντας μιαν κατ´ αρχήν αισθητικοϊδεολογική ενότητα υπερασπίζονται ατομικές ιδιοσυγκρασίες ή όνειρα αλλά εκφράζουν συγχρόνως και γενικότερες ανάγκες ή επιθυμίες. Κατ'ουσίαν περι -γράφουν μέσα από σύμβολα, συνειρμούς ή οπτικά συμφραζόμενα το πρόσωπο μιας Ελλάδας που όσο κι αν αλλάζει, υπό περιπτώσεις, παραμένει βασανιστικά το ίδιο. Γιαυτό μίλησα στην αρχή για την δυνατότητα αυτογνωσίας που μας χαρίζει η τέχνη. Ίσως την ύστατη μας ευκαιρία για αυτογνωσία. Αρκεί να έχουμε τη διάθεση να δούμε...
 


Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Παρουσίαση του "Μοιραίου Αλέξη"



Αύριο  στο Βιβλιοπωλείο του Θόδωρου Παντούλα, στα Βριλήσσια

Γελοιογραφία του φίλου μου Νικόλα ο οποίος σχέδιασε αριστοτεχνικά το ανωτέρω βιβλίο

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Μάθε να φεύγεις


Όλα τελειώνουν. Είναι αναπόφευκτο. Είναι νόμος του υπάρχειν. Ακόμη κι όσα έμοιαζαν αιώνια. Αν όμως δεν θέλεις να πεθάνουν όσα αγάπησες ταυτόχρονα με το μοιραίο τέλος τους, μάθε να φεύγεις. Φύγε εγκαίρως. 

Έτσι διασώζεται αυτό που μοιάζει χαμένο. Φύγε ενώ ακόμη λάμπουν τα αισθήματα και σε φωτίζουν τη στιγμή που θα απομακρύνεσαι. 


Ο χωρισμός δίνει πάντα νέα διάσταση σε ό τι ακύρωσε ρεαλιστικά ο χρόνος. Μόνο έτσι δοκιμάζεται η αλήθεια της σχέσης. Με την αναχώρηση. Τα κορμιά μπορούν και ταξιδεύουν, οι ψυχές όχι. Κι αυτό είναι νόμος.
Από την άλλη, η απελπισία από μόνη της ποτέ δεν μεταμορφώνεται σε αληθινό πάθος. Η απελπισία σκοτώνει, η λύπη όχι. Τέλος το πένθος από μόνο του είναι μορφή δημιουργίας. Μάθε να μην φοβάσαι το πένθος. 


Ένα γραμμάριο ευτυχίας, άλλωστε, είναι πιο ακριβό κι από το πιο ακριβό άρωμα. Η λύπη πάλι παρέχεται δωρεάν. Και χωρίς φειδώ στην ποσότητα. Αγάπησε την λύπη σου για να σε ξαναγαπήσει η χαρά σου.


ΥΓ. Φωτογραφία αλιευμένη από τον Σαρωνικό του φ.μπ :
Η Σαλαμίνα από το αεροπλάνο. Στο πρώτο πλάνο η Ψυττάλεια και το Πέραμα. Η προέκταση του μεγάλου λιμανιού. Στο βάθος η Ελευσίνα και τα Μέγαρα. Επάνω ένας μεταφυσικός ουρανός φτιαγμένος δυνητικά από το χέρι του Γκρέκο, οδηγημένο από το χέρι του Θεού. Ίσως το πιο ιστορικά φορτισμένο σημείο του πλανήτη. Και κάποτε από τα πιο όμορφα ...

Ελεγείο για τη ρευστότητα

Ο Κωνσταντίνος Τόλης στον Εικαστικό Κύκλο Sianti



Μου αρέσει εκείνη η ζωγραφική που έχει όλα τα χαρακτηριστικά οπτικοποιημένου στοχασμού και που μοιάζει με αξίωμα φιλοσοφικό τόσο όμως προφανές ώστε να μην χρειάζεται απόδειξη. Μια ζωγραφική αινιγματική στην κατασκευή της και αθώα στην ουσία της σε τρόπον ώστε να μην διεκδικεί ερμηνεία αλλά μόνο ενόραση (αυτό δηλαδή το στοιχείο που πυροδοτείται από την όραση μόνο και μόνο για να την ακυρώσει). Μια ζωγραφική επίσης που να έχει την έκρηξη της χειρονομίας, την πειθαρχία του αυτοσχεδιασμού, την κομψότητα του αραβουργήματος και την αφηρημένη ομορφιά μιας συγχορδίας. Που να μην αναπαριστά τίποτε άλλο πέραν της αυτοφυούς γοητείας της και που το βάθος της να είναι συγχρόνως και η επιφάνεια της. Που να είναι, τέλος, τέλεια ως εκείνο όμως το σημείο που η μορφική της αυτάρκεια δεν θα υποβαθμίζει το περιεχόμενο της. Μια ζωγραφική που θα συσκοτίζει έτι περαιτέρω όσα δεν αντέχουν στο φως και που θα φανερώνει όσα χρώματα κοιμούνται κρυμμένα στην φόδρα της νύχτας. Σιωπηλά και ωραία σφόδρα! Συμπερασματικά με ενδιαφέρει εκείνη η ζωγραφική που απευθύνεται στο υποψιασμένο βλέμμα για να υπερασπιστεί εξωτερικότητες, μυστικές σχέσεις, τοπία της ψυχής, άνιδρους τόπους αυχμηρούς που όμως αξιώνονται την δρόσο των ουρανών κι ανθίζουν.
Η ζωγραφική του Κωνσταντίνου Τόλη διαθέτει, κατά τη γνώμη μου, πολλά από τα ανωτέρω χαρακτηριστικά καθώς ισορροπεί ανάμεσα σε μιαν εγγενή, όχι εύκολη διακοσμητικότητα αλλά και στην διάθεση να αμφισβητηθούν τα κυρίαρχα εικαστικά κλισέ, οι γραφισμοί ή οι κατασκευαστικές ευκολίες της γεωμετρικής φόρμας. Οι πίνακες του Τόλη επειδή είναι εξαντλητικά σχεδιασμένοι μπορούν και παραμένουν ακύμαντοι εξωτερικά με την τρικυμία να μαίνεται στο εσωτερικό τους. Τα τοπία της ψυχής και της επιθυμίας που υπαινίχθηκα πιο πάνω. Καταλήγει δηλαδή ο ίδιος "ηρέμα" εξπρεσιονιστής ακολουθώντας όμως δρόμους αντίθετους του τυπικού, άκρως υποκειμενικού και "εκρηκτικού" εξπρεσιονισμού - κατά τον τρόπο που ο ιστορικός Θουκυδίδης δήλωνε "άθεος ηρέμα" παρότι πάλευε με τους - μετα φυσικούς - νόμους της σκοτεινής θεάς Ιστορίας και την ακατανίκητη μοίρα των ανθρώπων... Και αυτό το χαρακτηριστικό του επειδή αντιβαίνει τον κυρίαρχο "κανόνα", καθιστά την ούτως ή άλλως ιδιαίτερη ζωγραφική του, αχειροποίητη σαν να φτιάχτηκε ηλεκτρονικά, πολύ ενδιαφέρουσα...



Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ αφήνοντας τον θεατή να δει και να πει τα υπόλοιπα. Όμως θέλω να σταθώ και σε μιαν ακόμη ιδιότητα του ζωγράφου αυτού. Ο Κωνσταντίνος Τόλης βιοπορίζεται -πλην της κοσμικής ζωγραφικής - και από την αγιογραφία έχοντας ιστορήσει αρκετούς ναούς ως συνεργάτης του ανανεωτή του είδους Γιάννη Καρούσου και έχοντας φιλοτεχνήσει εικόνες με τους τρόπους και την ευλάβεια της Παράδοσης. Όσο ερευνώ το θέμα, διαπιστώνω ότι οι πιο σημαίνοντες Νεοέλληνες ζωγράφοι έχουν υπάρξει και αγιογράφοι σε τρόπον ώστε ο τρόπος αυτός έκφρασης να αποτελεί, μέσω της δοκιμασμένης, εφαρμοσμένης τεχνικής του, την κρυμμένη ραχοκοκαλιά της εθνικής σχολής μας. Την μυστική αρμογή της νεότερης και της σύγχρονης τέχνης μας. Και δεν εννοώ μόνο τον Φώτη Κόντογλου, τον Ράλλη Κοψίδη, τον Πέτρο Βαμπούλη ή τους λοιπούς νεοβυζαντινούς. Δεν εννοώ καν τον μέγιστο Σπύρο Παπαλουκά. Αγιογράφοι έχουν διατελέσει κατά καιρούς ο "γενάρχης" Θεόδωρος Βρυζάκης, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Αγήνωρ Αστεριάδης, ο Γεώργιος Γουναρόπουλος, ο Σπύρος Βασιλείου, ο Νίκος Εγγονόπουλος κλπ. Για να μην ξεχάσω τον Θεόφιλο στο Πήλιο...Ακόμη και ο Παναγιώτης Τέτσης που αγιογράφησε μέσα στην δίνη του εμφυλίου αίματος το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου στον Σκαραμαγκά, το 1948, εντάσσεται στον κανόνα. Ή
 ο Μυταράς το ιδιωτικό ναΐδριο στην Αγία Μαρίνα. Η περίπτωση τέλος του Γιάννη Τσαρούχη αποτελεί ένα ειδικό κεφάλαιο από μόνη της. Άρα η σύζευξη δεν είναι εκτός θέματος.
Να γιατί υπογράμμισα την σχέση του Τόλη με την αγιογραφία και να γιατί η σύζευξη αυτή δεν είναι εκτός θέματος. Και επειδή τιμά ο ίδιος ένα ιστορικό είδος, μιαν ιθαγενή παράδοση αλλά και επειδή εμπλουτίζει υποδόρια το κυρίως έργο του με ένα πλούσιο υλικό θεωρητικών γνώσεων και τεχνικής εμπειρίας. Με τη μνήμη του χρόνου και την βαθιά Ιστορία παρούσες. (Κι όταν αναφέρομαι σε τεχνικές και εμπειρία, υπονοώ κυρίως υποθέσεις της ψυχής. Στις εικόνες που μας διαμορφώνουν ένδον. Αν με αντιλαμβάνεστε). Εν κατακλείδι υπογραμμίζω ότι ο Κωνσταντίνος Τόλης υπερασπίζεται κάτι που ανέκαθεν αποτελούσε εδραία πεποίθηση μου, ότι δηλαδή η ζωγραφική και τότε και τώρα δεν έχει παρά μιαν αποστολή: Να χρωματίζει τα ρευστά του αόρατου στα μάτια των ανθρώπων.

25 Μαρτίου 2017


Ο Μορταράκος και οι Μαθητές του - Αμφίπλευρη σχέση

"Ο ζωγράφος μεταχειρίζεται χρώματα και πινέλα, λάδι, νέφτι και άλλα. Ξέρει όμως ότι πίσω από το τελάρο του υπάρχει μια φοβερή, βαθειά, μαύρη τρύπα. Παραμερίζει, με την τόλμη του ονείρου, το τελάρο και σκύβοντας μεσ’ στο σκοτεινό βάραθρο βλέπει μακριά, πολύ μακριά, κοντά στο βάθος κάτι να φωσφορίζει αμυδρά. Στο συναμεταξύ πετούν – αθόρυβα- μαύρα πουλιά, φτερωτά ψάρια και φαντάσματα. Ξανάρχεται στο φως. Ανάμεσα σε αυτόν και το τελάρο του βρίσκεται τώρα ένα θεριό. Αλλά και πάλι δε φοβάται. Ξέρει να θυμηθεί, όταν πρέπει, το μεγάλο μάθημα του Θεόφιλου Γ. Χατζή – Μιχαήλ. Πάνω από το άσπρο και κόκκινο πλεχτό του κολυμβητή περνάει την αρχαία πανοπλία. Σαν τον Μεγάλο Αλέξανδρο κάνει τον σταυρό του και λέει «Έλα Χριστέ και Παναγιά»..."

«Η γνώμη του ζωγράφου κ. Νίκου Εγγονόπουλου».
Νεοελληνική Λογοτεχνία, 1938 (Ιανουάριος), τεύχος  3, σ. 131.



  • Είναι η τέχνη στους καιρούς μας, καιρούς κρίσης και γενικότερης απαξίας θεσμών και προσώπων, μια πολυτέλεια περιττή; Επηρεάζεται άραγε η γενικότερη παιδεία ή η ευαισθητοποίησή μας με την τέχνη που παράγει αυτή εδώ η περίεργη εποχή; Με την παρούσα έκθεση του δασκάλου και των μαθητών του σύγχρονοι ζωγράφοι συναντούν το ευρύτερο κοινό με έργα τα οποία φιλοδοξούν όχι μόνο να τέρψουν αλλά και να προβληματίσουν, με φόρμες που δεν κολακεύουν το μικροαστικό γούστο ούτε ενισχύουν τον οπτικό εφησυχασμό. Ας το κάνουν αυτό οι τηλεοράσεις... Με έργα, τέλος, που υπερασπίζονται την αξιοπρέπεια της εικόνας απέναντι στις ποικίλες φαλκιδεύσεις της, απέναντι στη διάχυτη " βελούδινη" βαρβαρότητα των ημερών και την πόζα που υποδύεται την έκφραση. Όλοι οι εικαστικοί φίλοι που εμπλεκόμαστε σε αυτήν εδώ την παρέμβαση,οι υπεύθυνοι της Πινακοθήκης Βογιατζόγλου, ο συλλέκτης Χρήστος Χριστοφής, ο Κυριάκος Μορταράκος και οι ξεχωριστοί απόφοιτοι του εργαστηρίου του, στεκόμαστε καχύποπτοι απέναντι στον ναρκισσισμό των εικόνων που κυριαρχούν και επιμένουμε πως η τέχνη μπορεί να εκφράσει πράγματα βαθύτερα και πιο ουσιαστικά από το μονοσήμαντο επικοινωνιακό παιχνίδι της αυτοπροβολής ... Η τέχνη παραμένει το ύστατο καταφύγιο ελευθερίας και υπέρβασης. Αυτό επιδιώκει και ο παρών διάλογος του πρώην επικεφαλής του Β εργαστηρίου της Σχολής Καλών Τεχνών της Θεσσαλονίκης και της ομάδας των μαθητών που τώρα πλέον συγκροτούν ανεξάρτητες και ισότιμες καλλιτεχνικές περιπτώσεις.
Διερωτάται βέβαια κανείς στην εποχή του γκρίζου ποιο άλλο χρώμα θα μπορούσε να θεωρηθεί καταλληλότερο για να εκφράσει το βαθύτερο πένθος από το γκρίζο το ίδιο και τις άπειρες εκδοχές του...(σαν κάποιο μικρό φως που λιποψύχησε); Σ’ αυτό το ερώτημα ας απαντήσει ο κάθε επισκέπτης προσωπικά. Και ας αναλογισθεί πως ακόμη και τα πιο φανταχτερά και «επίσημα» έργα, εκείνα δηλαδή που φωνασκώντας υποστηρίζουν τον κυρίαρχο λόγο της εξουσίας, κρύβουν στον βαθύτερό τους πυρήνα κάποια ψήγματα αυθεντικότητας. Τελικά ένα είναι το συμπέρασμα: Τέχνη είναι εκείνο το ψέμα που σταθερά  υποστηρίζει την κρυμμένη αλήθεια του καθενός.

Πιο συγκεκριμένα, ο Κυριάκος Μορταράκος (1948), επίτιμος καθηγητής στο τμήμα Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, είναι ένας στοχαστικός ζωγράφος που ανέκαθεν επιχειρούσε να συνδυάσει τον εννοιολογικό προβληματισμό με την δυναμική των χρωμάτων. Στους πίνακές του, συχνά μεγάλων διαστάσεων, κυριαρχούν τα πολυεπίπεδα μαύρα, τα δουλεμένα γκρίζα, τα εξαντλητικά γαιώδη ή τα λαδιά, κορεσμένα χρώματα και πρωταγωνιστεί συνήθως ένα δωμάτιο πλημμυρισμένο είτε με λέξεις, είτε με σιωπή ...  το εργαστήριο του καλλιτέχνη. Κάποτε διαγράφεται ένα παράθυρο, το αρχετυπικό κάδρο της Αναγέννησης,  με στόχο όμως όχι την έξω αλλά την ένδον θέαση.Κάποτε το παράθυρο σβήνεται, "κλείνει" σαν να μην έχει πια λόγο ύπαρξης. Πρόκειται για μια ζωγραφική που περισσότερο υπαινίσσεται παρά αναπαριστά. Όμοια και οι μαθητές του συνεχίζουν αυτόν τον δύσκολο αλλά ουσιαστικό δρόμο να μετατρέψουν την φαντασμαγορία των εικόνων σε στοχασμό και ουσία. Με κάθε μέσο. Με το παραδοσιακό τελάρο που βρίσκει συνεχώς τη δύναμη και ανασταίνεται, με τη φωτογραφία που παραμένει η πιο παρεξηγήσιμη, εικαστική έκφραση, με τις εγκαταστάσεις ή κατασκευές στο χώρο όπου το δράμα των υλικών παριστάνει ένα" ζωντανό θέατρο αψύχων".



Το γοητευτικό, πάλι, με τη ζωγραφική γενικότερα είναι οι ποικίλες σκέψεις που δημιουργούνται στο θεατή εξ αιτίας της. Το πως δηλαδή απ' την εικόνα και την ποιητική της, απ' την εικόνα και τη γοητεία της εκκινεί εκείνο το νήμα της σκέψης που (μπορεί να) μορφοποιείται σε λόγο. Κυριολεκτικά εξ αφορμής. Απ' την άλλη ένα κριτικό κείμενο οφείλει ν' αναπτύξει, συχνά ισορροπώντας στα όρια της υποκειμενικότητας ή και της αυθαιρεσίας, τα όσα ενστικτωδώς και εν σπέρματι υποστηρίζει χωρίς λόγια ο ζωγράφος με τις εικόνες του. Με τις θεματικές του εμμονές. Με τα στερεότυπα της μαστορικής του. Και βέβαια θα υπάρχει πάντα, όπως εξ άλλου συμβαίνει σε όλες τις παραστατικές τέχνες, ένα κομμάτι άρρητο και αόρατο, ακόμη κι απ' αυτόν τον ίδιο τον δημιουργό. Το πιο πολύτιμο.
 Αντίθετα, στην ακαδημαϊκή τέχνη σταθερά αποθεώνεται το προφανές. Ό,τι δηλαδή ενθουσιάζει και εντυπωσιάζει το μικροαστό και την αισθητική του. Στην άλλη πάλι, την πιο ανήσυχη, την πιο πειραματική έκφραση, ιχνηλατείται πρωτίστως ο τρόπος που
 ενσαρκώνονται οι ιδέες. Να γιατί ο μοντερνισμός είναι, εντέλει, ένας ιδεαλισμός χωρίς ρομαντικό πρόσημο. Δηλαδή με το συναίσθημα τιθασευμένο. Π.χ. o Duchamp ή ο Fontana και η απουσία της ηδονής ως κατηγορικής αρχής της τέχνης.Και στον Κυριάκο αλλά και στους λοιπούς συνεκθέτοντες το συναίσθημα έπεται μιας αρχικής, εννοιολογικής θέσης. Μιας πρώτης ιδέας, ας πούμε, φιλοσοφικής... Το έργο είναι αποτέλεσμα αυτής της βαθύτερης διαδικασίας.
 Απ' τα νεανικά του έργα ο Μορταράκος προχωρεί ψαχουλευτά, σαν τον τυφλό στο σκοτεινό δωμάτιο για να χρησιμοποιήσω έναν πλεονασμό. Πρώτα αγγίζει τα ίχνη,τον τετελεσμένο χρόνο και μετά κατανοεί. Έπειτα ερμηνεύει το υλικό μνήμης και μόνο στο τέλος συγκινείται. Έτσι νομίζω αποκτά αξία κι η δική μας συγκίνηση (που, εξ ορισμού, δεν πρέπει να είναι εύκολη). Θέμα του τα πρωταρχικά πράγματα, τ' απολύτως χρειώδη, το εργαστήριό του, το φως της λάμπας και οι ακοίμητες ώρες που ξεκουράζονται, θαρρείς, πάνω στα φθαρμένα αντικείμενα. Έπειτα το δωμάτιο με την κλειστοφοβική του αίσθηση θα καταστεί  “χώρος” όπως θα καταστεί “χρόνος” και το ατελείωτο στάγδην των λεπτών που στερεοποιούνται σαν λειωμένο κερί. “Χρώμα” και των δύο, χώρου και χρόνου,  τα θαμπά γαιώδη, τα εξουδετερωμένα μπλε, τα βαριά πράσινα, το λυκόφως, το μισοσκόταδο στα, χωρίς ανοίγματα, εσωτερικά. Παλιότερα, ήταν το δωμάτιο του Van Gogh, γεμάτο ερωτικά ερωτήματα ύπαρξης. Πιο παλιά ακόμη πρωταγωνιστούσε το τετράπλευρη που γινόταν κύβος-κουτί, δηλαδή ένα αρχετυπικό δωμάτιο, ένας “οίκος”, μια θεατρική, ιδεατή σκηνή στον χώρο, με υποτυπώδη όμως δράση. Επίσης κάτι απροσδιόριστο πύκνωνε πάντα την απόσταση από το έργο στο θεατή. Το αόρατο και πολύτιμο που λέγαμε πιο πάνω. Κι όμως, η θεματική του, σχεδόν μισόν αιώνα, είναι διαλεκτικά διαυγέστατη. Χωρίς επιπόλαιους εντυπωσιασμούς ή “μεταφυσικές” ιλουζιονιστικές ατμόσφαιρες. Η ποίηση της ύλης δεν χρειάζεται περαιτέρω ποίηση να υποστηριχτεί. Και οι λέξεις - υποκατάστατα των αγαπημένων πραγμάτων που πέθαναν, ας κολυμπούν μετέωρες στο ζωγραφικό φόντο όποτε υπάρχει χρεία... Θέμα του πλέον μόνιμο καθίσταται η απουσία, η αναχώρηση, το λίγο του κόσμου που απέπτη.



Πιο συγκεκριμένα στα πρόσφατα έργα επαναλαμβάνεται από το Κυριάκο Μορταράκο το πρώτιστο θέμα των τεχνών της εικόνας (το ορθογώνιο, “παράθυρο” στον κόσμο” του Alberti, το καρέ του σινεμά, το κάδρο της φωτογραφίας) μ' έναν τρόπο βαρυσήμαντο, θα έλεγα μνημειακό αλλά και αρκούντως απελπισμένο. Τώρα το “παράθυρο” δεν έχει άνοιγμα, το ορθογώνιο παραμένει τυφλό, έχοντας, ανεπαισθήτως, κλείσει τον κόσμον έξω. Μια ζωγραφική τόσο για τη κρίση της ζωγραφικής όσο και για τη κρίση της κοινωνίας γενικότερα, χωρίς εύκολους συμβολισμούς. Χωρίς λαϊκισμούς. Εκεί που κάποτε, παραδοσιακά ζωγραφιζόταν ένα τραπέζι, μια πόρτα, ένα παράθυρο τώρα "γράφεται" η λέξη που σημαίνει τα σημαινόμενα που δεν ωφελεί πλέον να αναπαριστώνται. Σαν μακέτα εκείνης της ζωής που δεν υπάρχει πια. Κάτι το τρυφερά ελεγειακό διαπερνά τα έργα που οργανώνονται με βάση αυτό το εύρημα, κλίμα που επιτείνουν τα λαμπιόνια με το κίτρινο, ασθενικό φως στους τρόπους των περιβάλλον των του Boltanski.

Συμπερασματικά θα υποστήριζα, παρατηρώντας όλα τα έργα της έκθεσης και ψυχανεμιζόμενος τη πρόθεση των 17+1 καλλιτεχνών, ότι στη βασιλόπιτα της τέχνης υπάρχει ένα φλουρί για όλους. Αρκεί να ψάξει ο καθένας ανάλογα με την παιδεία ή τις αντιλήψεις του μακριά από δογματισμούς ή λαϊκισμούς. Επειδή στη σύγχρονη τέχνη περισσότερο από τα έργα κοιτάμε τον εαυτό μας που κοιτάει. Παρακολουθούμε τις αντιδράσεις μας εμπρός στο ανοίκειο ή το άγνωστο. Ελέγχουμε το πώς διαβάζουμε την πραγματικότητα μέσα από τα κλισέ.
Η σύγχρονη τέχνη θέλει –πρέπει– να πάρει θέση και να μας ωθήσει να δούμε την εικόνα του κόσμου κριτικά, να ανακαλύψουμε τις κρυμμένες ερμηνείες του αμφισβητώντας τις παγιωμένες μας ασφάλειες. Να μη φοβόμαστε τον σαρκασμό για τη γελοιότητα που μας περιβάλλει αλλά τη γελοιότητα την ίδια. Τα μουσεία, οι εκθεσιακοί χώροι γενικότερα όπως π.χ.η Πινακοθήκη Βογιατζόγλου είναι τόποι ελευθερίας και έκφρασης, και ασκούν ανεπαισθήτως και τρυφερά ένα παιδαγωγικό και συγκινησιακό καθήκον. Αποστολή τους είναι να υπερασπισθούν την αισθητική και την ιστορία του παρελθόντος διεκδικώντας επίσης την αισθητική και την ιστορία του σήμερα. Που έχει κι αυτό τα δικαιώματά του.
Το ζήτημα βέβαια είναι τι πράγματι μπορεί να θεωρηθεί σήμερα, στην τόσο πολυεπίπεδη αλλά και άνυδρη εποχή μας, ότι είναι τέχνη και τι όχι. Όμως εδώ τίθεται ένα θέμα προσωπικής ελευθερίας. Ένα θέμα διαλόγου και αμφισβήτησης κάθε δογματισμού. Στο κάτω κάτω πρόκειται απλώς για μιαν έκθεση και για έργα τέχνης. Δικαιούμαστε να μας αρέσουν αλλά και να μη μας αρέσουν. Δικαιούμαστε, ασφαλώς, να εκφράσουμε τις απορίες ή τις αντιρρήσεις μας. Δε δικαιούμαστε όμως να τα φιμώσουμε.